Στην αυλή του σπιτιού μας καθόμουν ένα πρωινό πίνοντας τον καφέ μου παρέα με την γυναίκα μου και τον νεαρό Αντώνη είδαμε να ανοίγει την εξώπορτα του οικοπέδου μας και να μπαίνει μέσα με σκυμμένο κάπως το κεφάλι του, έτσι που να υποθέτει κανείς, ότι κάτι τον υποχρεώνει να μελετά με τις σκέψεις του.
Αυτός βέβαια, συνέχεια σκέφτεται και πάντα μελετάει αυτά που γυρίζουν μέσα στο μυαλό του κι αυτός είναι ο λόγος που ότι κι αν κάνει στην καθημερινότητά του δεν είναι εντελώς πρόχειρο δεδομένου ότι προσέχει πολύ Για περισσότερα πατήστε εδώ
Κάνει πολύ ζέστη σήμερα και καθώς φαίνεται, θα πιάσουμε τους σαράντα βαθμούς πάλι όπως μας το πληροφόρησαν οι μετεωρολόγοι. Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε, που από το πρωί τρέχουν οι άνθρωποι προς τις θαλάσσιες παραλίες.
Καλά, καλά, έλεγε ο γιατρός μόνον, ως απάντηση για όλα αυτά που άκουσε να του λέω από τηλεφώνου για τον ίδιο, όπως και για τους εμβολιασμένους πελάτες του και για να κόψει την κουβέντα μας, επειδή δεν του άρεσαν μάλλον αυτά που άκουσε, μου θύμισε στην συνέχεια ότι θα μας περιμένει κατά τις έντεκα το πρωί στο ιατρείο του μετά από δυο μέρες όπως συμφωνήσαμε.
Είπαμε μερικά ακόμη με την γυναίκα μου εκείνη την ώρα, με αφορμή την πτώση της στο πάτωμα και την αδυναμία της να αντιμετωπίσει τις κομμάρες που της άφησε ο κορωνοϊός ως παράσημο θα μπορούσε να πει κανείς κι εξαιτίας τους δεν μπόρεσε να ελέγξει τις κινήσεις του σώματός της.