Αφού έμειναν για λίγο καιρό άπραγοι οι γονείς μου στη γενέτειρα τους, παλιά μας τέχνη κόσκινο είπαν μια μέρα και άρχισαν πάλι να ψάχνουν δεξιά και αριστερά στα διπλανά χωριά, μήπως και μπορέσουν να ανοίξουν σε κάποιο από αυτά, το κατάστημα που είχαν βάλει για στόχο τους.
Ψάχνοντας λοιπόν στα χωριά, σκέφτηκαν ότι θα ήταν καλά γι’ αυτούς να εγκατασταθούν στο χωριό με το όνομα Ασκός. Δύο ώρες με τα πόδια απείχε από τον Σοχό και απ’ ό,τι διαπίστωσαν, έλειπε από εκεί ένα μπακάλικο. Έστω κι αν ήταν μικρό αυτό, θα μπορούσε να αντεπεξέλθει στις νέες συνθήκες και καταστάσεις, που οι κάτοικοι αυτού του χωριού θα του επέβαλαν.
Αποφασισμένοι λοιπόν να κάνουν οι γονείς μου μια νέα αρχή, μας πήραν πάλι ένα πρωινό, Συνέχεια
Έφυγαν μια μέρα οι γονείς μου από το χωριό τους, το 1948, πήραν και εμένα μαζί τους παιδάκι δύο ετών και εγκαταστάθηκαν σε ένα χωριό του νομού Σερρών, που για την εποχή εκείνη ήταν αρκετά απομακρυσμένο από την έδρα τους. Ξενιτεύτηκαν, για να ανοίξουν εκεί ένα μπακάλικο καφενείο, ένα σημείο αναφοράς δηλαδή για τους κατοίκους του χωριού και ένα μαγαζί στο οποίο να μπορούν αυτοί να βρίσκουν ότι δεν είχαν και τούς έλειπε. Αυτά βέβαια που τους έλειπαν τότε, δεν ήταν και σπουδαία πράγματα, τα υποτυπώδη. Ζάχαρη, ρύζι, όσπρια, και τίποτε ζυμαρικά, άντε και κανένα λουκούμι, ή κανένα φοντάν για να κερνούν τους επισκέπτες τους και αυτά πάλι, με τι να τα αγοράσουν, αφού χρήματα δεν υπήρχαν.