Χαιρέτησα λοιπό τον κύριο Χαράλαμπο, όπως και την κυρία Βαγγελιώ μετά από την φιλοξενία που μου προσέφεραν και πριν ακόμη βγω από την πόρτα του σπιτιού τους, άκουσα την κόρη τους, την Άννα δηλαδή να μου λέει, αν θα μπορούσα να την πάρω μαζί μου και να την αφήσω με το αυτοκίνητό μου στην στάση του λεωφορείου της γειτονιάς τους.
Την βαλίτσα που ετοίμασε να πάρει μαζί της για την ακρίβεια ήθελε να της μεταφέρω μέχρι την στάση, γιατί και μεγάλη ήταν όπως έβλεπα και Συνέχεια
Αν και είδε ο μπάρμπα Χαράλαμπος να σταθμεύω τελικά το αυτοκίνητό μου έξω από την πόρτα του, αν κι άκουσε αυτά που του είπα, εντούτοις, συνέχισε να αφηγείται την ιστορία του χωρίς να ρωτήσει αν ήθελα να την ακούσω, ή όχι, οπότε, έλεγε με κάποια νοσταλγία στην φωνή του.
Αυτά εξιστορώντας μου ο μπάρμπα Χαράλαμπος λοιπόν, δεν κατάλαβα πότε φτάσαμε στην αποθήκη που έπρεπε να καθαρίσει, αλλά κι εγώ να πάω στην δουλειά μου όπως το συμφωνήσαμε. Όταν σταμάτησα μπροστά της όμως, εδώ είμαστε μπάρμπα Χαράλαμπε του είπα κι αμέσως κατεβήκαμε από το αυτοκίνητου να του την ανοίξω, αλλά και τα φώτα της να του ανάψω, αφού πολύ σκοτεινά ήταν μέσα.
Μέχρι να φτάσω στο σπίτι μου λοιπόν, αυτά που σας ανάφερα παραπάνω σκεφτόμουν και πριν καλά, καλά ανέβω στο διαμέρισμά μας, μάλλον συμφώνησα με την ιδέα, ότι τώρα είναι η ώρα που πρέπει να συζητήσουμε σοβαρά όλοι μαζί κι ο καθένας χωριστά και με τον εαυτό του πρώτα, για το πόσο σημαντική είναι η συμμετοχή του Θεού στην ζωή μας και πόσο λογική είναι η επιδίωξή της.