Όπως και το ανέφερα αυτό, έβγαινε κάθε τόσο έξω από το μαγαζί του ο πατέρας μου και στεκόταν όρθιος από συνήθεια μπροστά στην πόρτα του μπακάλικου και περίμενε εκεί να δει, πότε θα τον επισκεφτεί κάποιος από τους πελάτες του.
Μέχρι να φανεί όμως κάποιος απ’ αυτούς, σιγομουρμούριζε από συνήθεια και αυτό, εκείνον τον ψαλμό που λέει, πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον, ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού.
Και εκείνη την ημέρα το ίδιο έκανε και πριν ακόμη αρχίσει να ψάλει το τροπάριο, είδε να έρχεται δειλά, δειλά η γριά πελάτισσα του, αυτή που κατά διαστήματα ερχόταν να κάνει τα ψώνια της από το δικό μας μπακάλικο, την οποία καθόλου σχεδόν δεν γνωρίζαμε.
Δεν ερχόταν και πολύ ταχτικά αυτή, αλλά και όσες φορές έτυχε να βρίσκομαι κι εγώ στο μπακάλικο την ώρα που ερχόταν, την έβλεπα να πληρώνει της μετρητής αυτά που ψώνιζε.
Δεν ήταν βέβαια και πολλά αυτά που έπαιρνε, αφού όπως απαντούσε στις ερευνητικές ερωτήσεις που τις έκανε ο πατέρας μου, μόνη της έμενε.
Εμένα όμως καθόλου δεν με έπειθε το επιτηδευμένο μειλίχιο ύφος που διέθετε εκείνη η γριά, γι’ αυτό και υποψιαζόμουν ότι κάτι μας έκρυβε. Και επειδή δεν μπορούσα να προσδιορίσω τις υποψίες μου, πολύ απλά, δεν την εμπιστευόμουν.
Αφού την καλωσόρισε ο πατέρας μου μόλις την είδε να έρχεται και πριν ακόμη κάνει ένα βήμα αυτή μέσα στο μπακάλικο, έσπευσε να την εξυπηρετήσει, ζητώντας της να του πει τι θα ήθελε να της σερβίρει.
– Δεν θέλω και πολλά πράγματα κύριε Κώστα, έλεγε στον πατέρα μου και όπως το συνήθιζε αυτό, του έδωσε ένα μικρό σημείωμα, πάνω στο οποίο έγραφε αυτά που ήθελε να αγοράσει και έτσι άρχισε ο πατέρας μου να της τα ετοιμάζει.
Ενώ λοιπόν αυτός ετοίμαζε την παραγγελία που του έδωσε η γριά, τον πλησίασα εγώ και του έλεγα με τρόπο που να μην ακούει αυτή, αν και δεν ήμουν και τόσο σίγουρος γι’ αυτό, αφού η γριά όπως είπα, ήταν μεν επιτηδευμένα μειλίχια φυσιογνωμία, αλλά και πολύ πονηρή.
– Όπως την βλέπω σήμερα την γριά, μάλλον δεν θα την γλιτώσεις την πίστωση. Είναι αποφασισμένη να σου την ζητήσει και θα το κάνει. Γι’ αυτό λοιπόν, άκουσε αυτό που σου λέω και μην της το επιτρέψεις.
Αν την πιστώσεις σήμερα, η γριά θα φύγει και ποτέ δεν θα σου πληρώσει αυτά που θα πάρει και μετά θα την ψάχνεις και αυτήν, όπως κάνεις και με τους άλλους που σου φέσωσαν τα ψώνια τους.
Γύρισε και με κοίταξε ο πατέρας μου και γεμάτος αμφιβολία για όσα άκουγε να του ψιθυρίζω, έλεγε σε μένα.
– Έλα ρε… Όλα τα ξέρεις εσύ! Αφού κάθε φορά που έρχεται με πληρώνει η γυναίκα. Γιατί υποτιμάς τόσο πολύ αυτή τη γριούλα;
Αυτά είπε σε μένα και συνέχιζε να ετοιμάζει την παραγγελία της γριούλας όπως την αποκάλεσε, αδιαφορώντας τελείως για όσα του έλεγα. Και την προηγούμενη φορά που ήρθε αυτή να κάνει τα ψώνια της, πάλι του εξέφρασα τους φόβους μου και πάλι του είπα ότι πρέπει να σκεφτεί πριν της κάνει πίστωση αν θα του το ζητήσει.
Επειδή όμως δεν του την ζήτησε τότε, για τους δικούς της λόγους, αλλά πλήρωσε αμέσως εκείνα τα λίγα που ψώνισε, δεν έδινε καμιά σημασία ο πατέρας μου σ’ αυτά που από ένστικτο εγώ ορμώμενος του έλεγα εκείνη την ημέρα.
Όντως και ενστικτωδώς ήξερα, ότι αργά ή γρήγορα εκείνη η φαινομενικά ήσυχη γριά πελάτισσα του, θα του ζητούσε πίστωση και όπως το έβλεπα να γίνεται αυτό, θα έπαιρνε με την ανοχή του όσα θα ήθελε χωρίς να του τα πληρώσει και μετά θα χανόταν διά παντός.
Θα άφηνε δηλαδή και αυτή τα χρέη της απλήρωτα, όπως έκαναν και αρκετοί ακόμη σαν και του λόγου της και αυτό θα ανάγκαζε τον πατέρα μου να την ψάχνει στις γύρω γειτονιές.
Επειδή λοιπόν ήμουν σίγουρος ότι κάπως έτσι θα γίνει το πράγμα, πρόσεχα όσα έλεγε αυτή στον πατέρα μου, μήπως και προλάβω να τον γλιτώσω από την οικονομική λακκούβα που τον έβλεπα να πέφτει και έτσι όπως είχα τα μάτια και τα αυτιά μου στραμμένα επάνω της, πράγματι την άκουσα κάποια στιγμή να του λέει με γαλιφιές.
– Θέλω να πάρω και μερικά ακόμη πράγματα κύριε Κώστα, γιατί γριά γυναίκα είμαι και δεν μπορώ να βγαίνω συχνά έξω από το σπίτι για ψώνια. Αλλά να. Φοβάμαι ότι δεν θα μου φτάσουν τα χρήματα. Γι’ αυτό λοιπόν λέω. Αν μου το επιτρέψεις κι εσύ βέβαια…να πάρω τώρα όσα ακόμη θέλω και όσα μείνουν υπόλοιπα από τα χρήματα που θα σου δώσω, αυτά να σου τα οφείλω.
Αν πάλι δεν συμφωνείς, τότε να πάρω μόνον αυτά που σήμερα μπορώ να πληρώσω, με τα λεφτά που ήδη έχω στα χέρια μου.
Κινήθηκα προς το μέρος του πατέρα μου, έχοντας για στόχο μου να τον εμποδίσω να δεχθεί εκείνη την προβλεπόμενη άλλωστε πίστωση, αλλά δεν πρόλαβα.
Δεν πρόλαβα, γιατί πριν ακόμη αρχίσει να ξεδιπλώνει η γριά τον στόχο της, άκουσα τον πατέρα μου να της απαντάει εντελώς αυθόρμητα.
– Βεβαίως συμπεθέρα. Πάρε ό, τι θέλεις με τα χρήματα που έχεις σήμερα και όσα μείνουν υπόλοιπα, αυτά να μου τα δώσεις την επόμενη φορά που θα έρθεις.
Έτρωγα ένα σάντουιτς εκείνη την στιγμή που από ώρα είχα ετοιμασμένο, γι’ αυτό και με γεμάτο στόμα πλέον του έλεγα, απογοητευμένος από την προχειρότητα που αντιμετώπιζε εκείνη την παμπόνηρη γριά.
– Θα το μετανιώσεις πικρά αυτό που πας να κάνεις.
Αυτό είμαι σίγουρος ότι το άκουσε αυτή, αλλά αφού είχε ψυχολογήσει τον πατέρα μου, δεν ανησύχησε καθόλου για την δική μου παρέμβαση.
Ο πατέρας μου όμως έκανε πως δεν άκουσε, γι’ αυτό και τίποτε δεν έλεγε. Αφέθηκε ανενόχλητος, στο να ετοίμαζε και την νέα παραγγελία που του έδωσε η γριά, αυτήν που έβγαλε και του έδωσε γραμμένη σε ένα άλλο και αρκετά μεγάλο χαρτί, πάνω στο οποίο είδα να αναφέρονται τα ψώνια που θα της αρκούσαν τουλάχιστον για ένα εξάμηνο.
Φορτώθηκε δηλαδή η γριά με την ανοχή του ένα σωρό από πράγματα και αυτά ξεπερνούσαν κατά επτά φορές την αξία των χρημάτων που διέθετε όπως φάνηκε στο τέλος, αφού το υπόλοιπο της οφειλής της ήταν εκατόν σαράντα δραχμές.
Στο πρώτο χαρτάκι που είχε γραμμένα τα ψώνια που θα πλήρωνε, αν δεν της έδινε πίστωση ο πατέρας μου, όπως και τις προηγούμενες φορές που ήρθε να κάνει τα ψώνια της η γριά, η αξία τους ποτέ δεν ξεπερνούσε τις είκοσι δραχμές.
Όταν όμως εγκρίθηκε η πίστωση που ζήτησε, τότε έβγαλε το δεύτερο χαρτί από την τσέπη της, μέσω του οποίου έκανε μελετημένα επταπλάσιες και επιπλέον από το πρώτο σχέδιο αγορές.
Πλήρωσε δηλαδή είκοσι δραχμές για τα πρώτα ψώνια και χρεώθηκε εκατόν σαράντα δραχμές για τα δεύτερα. Το ποσό ήταν αρκετά μεγάλο για την εποχή που αναφέρομαι και μάλιστα για ψώνια μιας γριάς γυναίκας.
Αφού συμφωνήθηκε όμως το από κοινού υπολογισμένο υπόλοιπο, άνοιξε μετά ο πατέρας μου το μπακαλοτεύτερο του και σταμάτησε στο φύλο που ήταν λευκό, προκειμένου να γράψει εκεί το όνομα του οφειλέτη όπως και το ποσό που αυτός θα όφειλε στο εξής. Γριά συμπεθέρα. Εκατόν σαράντα δραχμές υπόλοιπο.
Έτσι έγραφε στο μπακαλοτεύτερο του, τις οφειλές των πελατών του. Ξανθιά συμπεθέρα, Αμερικάνος συμπέθερος, Καβαλιώτισσα συμπεθέρα, Μικρή συμπεθέρα, Μελαχρινή συμπεθέρα και τέτοια πολλά.
Καμιά δεν ήταν συμπεθέρα του. Αυτός όμως, όλες και όλους έτσι τους έλεγε, οπότε; Έμεινε στο μπακαλοτεύτερο του και το όνομα της Γριάς συμπεθέρας, που ακόμη οφείλει τις εκατόν σαράντα δραχμές, αφού ποτέ δεν τις εξόφλησε.
Για να εδραιώσει όμως την θέση της η γριά, αλλά και για να εξασφαλίσει την ανησυχία του πατέρα μου, στην περίπτωση που θα έκανε αυτός κάποια κίνηση παρακολούθησης της, έλεγε με την βεβαιότητα που πάντα έχουν πρόχειρα οι απατεώνες στα χείλη τους.
– Μην ανησυχείς για μένα κύριε Κώστα. Σου υπόσχομαι ότι θα έρθω πάλι την άλλη εβδομάδα, οπότε και θα εξοφλήσω το χρέος μου.
Αυτά του υποσχόταν η γριά και άρχισε να φορτώνετε τις σακούλες που ήταν γεμάτες από τα πράγματα που αγόρασε και αυτές δεν ήταν λίγες.
Βλέποντας όμως ο πατέρας μου ότι ήταν όντως πολλές εκείνες οι σακούλες και ότι δύσκολα θα μπορούσε να τις σηκώσει αλλά και να τις μεταφέρει μόνη της μια γριά γυναίκα όπως ήταν η πελάτισσα του, της έλεγε υποσχόμενος από συμπάθεια περισσότερο για τους ηλικιωμένους ανθρώπους .
– Εμείς εδώ θα ήμαστε συμπεθέρα και θα σε περιμένουμε. Έλα να πάρεις και ότι άλλο θελήσεις και αυτό πάλι, μας το πληρώνεις με την ησυχία σου. Να σε βοηθήσει όμως τώρα το παιδί. Ή μάλλον να σου τα φέρει μέχρι το σπίτι σου καλύτερα, γιατί τα πράγματα σου είναι πολλά και δεν θα μπορείς να τα μεταφέρεις μόνη σου έως εκεί.
Το τελευταίο της το έλεγε, όχι τόσο για να βοηθήσει την γριά πελάτισσα του, αλλά γιατί ήθελε να μάθει από μένα αν θα της πήγαινα τα πράγματα και το που έμενε αυτή, αφού όπως είπα την γνωρίζαμε μεν σαν πελάτισσα, αλλά δεν ξέραμε τίποτε άλλο γι’ αυτήν. Ούτε καν που έμενε ξέραμε.
Το μόνο γνωστό στοιχείο που είχαμε για την γριά, ήταν αυτό που η ίδια μας είπε, ότι δηλαδή εδώ πιο κάτω έμενε, αλλά δεν ξέραμε που ακριβώς ήταν αυτό το λίγο πιο κάτω. Μπροστά στο να φανερωθεί όμως, πού επιτέλους ήταν εκείνο το λίγο πιο κάτω, δεν δεχόταν η γριά την βοήθεια μου.
– Όχι, όχι, κύριε Κώστα. Δεν χρειάζεται να με βοηθήσει το παιδί. Μπορώ να τα κουβαλήσω και μόνη μου. Μην ανησυχείτε καθόλου. Αφήστε τον νεαρό να φάει ήσυχος το κολατσιό του. Εγώ είμαι μαθημένη από βάρη και σας βεβαιώ, ότι δεν χρειάζομαι καμιά βοήθεια.
Αν και ήταν πολλά λοιπόν τα πράγματα που αγόρασε και μάλιστα αρκετά βαριά για την ηλικία της, δεν δέχτηκε η γριά να την βοηθήσω και έτσι έφυγε από το μπακάλικο με κατεύθυνση προς τον παρακάτω παράλληλο δρόμο.
Έτρεξε για λίγο πίσω της ο πατέρας μου και αφού στάθηκε στην πόρτα να βλέπει προς τα πού πηγαίνει, έλεγε σε μένα.
– Όλο εξυπνάδες είσαι. Είδες; Ούτε και την βοήθειά σου δέχτηκε η γυναίκα.
Έλεγε σε μένα τα δικά του, αλλά δεν ξεχνούσε και την γριά, γι’ αυτό και τον είδα να βγαίνει έξω από το μαγαζί και κάνοντας τον αδιάφορο στο πεζοδρόμιο, παρακολουθούσε από μακριά τις κινήσεις της.
Μετά από λίγο, τον είδα να ακολουθεί διακριτικά τον δρόμο που πήρε αυτή προς τα κάτω, με προφανή τον λόγο να δει που θα πάει και σε πια πολυκατοικία θα μπει.
Όταν πια επέστρεψε από την παρακολούθηση της γριάς, έλεγε σε μένα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα της έρευνά του.
– Εδώ πιο κάτω ρε συ μένει. Την είδα να μπαίνει στην οικοδομή που μένει και ο Αμερικάνος πελάτης μας.
Όταν έρθει αυτός για ψώνια, τότε θα τον ρωτήσω γι’ αυτήν την γριά, αλλά απορώ με σένα. Που πας και τα σκέφτεσαι όλα αυτά και με βάζεις συνεχώς σε αμφιβολίες;
Είναι δυνατόν να είναι απατεώνας μια γριούλα; Τα ψώνια της ήθελε να κάνει η γυναίκα και επειδή δεν της έφταναν τα χρήματα, ζήτησε πίστωση. Πως λοιπόν πέρασε από το μυαλό σου, ότι θα μπορούσε ποτέ αυτή να είναι απατεώνισσα;
Αυτά είπε ο πατέρας μου για την γριά και έκλεισε το θέμα εκείνη την στιγμή, αλλά εγώ ήμουν σίγουρος πλέον, ότι δεν θα την δούμε να έρχεται ξανά στο μπακάλικο και άδικα θα την περιμένει ο πατέρας μου.
Όσον αφορά το ότι την είδε αυτός να μπαίνει σε μια πολυκατοικία που ήταν λίγο πιο κάτω από μας, αυτό; Καθόλου δεν το πίστεψα.
Για κακή του τύχη λοιπόν, επιβεβαιώθηκαν οι υποψίες μου και όντως ποτέ ξανά δεν εμφανίστηκε στο μπακάλικο μας εκείνη η μειλίχια γριούλα και το κακό δεν ήταν μόνον στο ότι χάθηκε αυτή, αλλά και στο ότι από τότε και μετά την έψαχνε παντού και αυτήν ο πατέρας μου, αλλά πουθενά δεν την έβρισκε, αφού κανείς στην γύρω περιοχή δεν την ήξερε.
Και τον Αμερικάνο πελάτη μας που ρώτησε να του πει κάτι για την γριά πελάτισσα του, αφού με τα μάτια του την είδε να μπαίνει στην οικοδομή τους, πήρε αρνητική απάντηση.
– Δεν έχουμε καμιά γριά συγκάτοικο στην οικοδομή μας κύριε Κώστα. Μάλλον λάθος θα έκανες όταν την είδες όπως λες να μπαίνει στην δική μας οικοδομή.
Από ότι μπορώ να ξέρω ως αργόσχολος συνταξιούχος πάντως, ούτε στην διπλανή, αλλά ούτε και στην παραδιπλανή οικοδομή ζει μια τέτοια γριά που μου αναφέρεις, αλλά ούτε και στην γύρω περιοχή την έχω συναντήσει.
Κανείς δεν την ήξερε λοιπόν. Κανείς δεν την συνάντησε ποτέ και όμως αυτή η γριά ερχόταν για καιρό και ψώνιζε από το μπακάλικο μας και αυτό όπως είπα ήταν στην οδό Μακεδονίας και λίγο πιο κάτω από το γνωστό Ιπποκράτειο νοσοκομείο.
Μη μπορώντας όμως να χωνέψει ο πατέρας μου και την δική της εξαφάνιση, έτρωγε τις γύρω γειτονιές ψάχνοντας την, αλλά πουθενά δεν την εντόπιζε και αυτό πολύ τον εξόργιζε.
Λογικά σκεπτόμενος έψαχνε να την βρει γύρω από την περιοχή μας, γιατί εκεί ήταν λογικό να μένει αφού έκανε τα ψώνια της από το δικό μας μπακάλικο. Αν έμενε σε κάποια άλλη περιοχή, τότε θα έκανε τα ψώνια της από εκείνη την γειτονιά και για κανένα λόγο δεν θα έφτανε σε μας.
Αυτή όμως ήταν επαγγελματίας του είδους από όσα διαπιστώθηκαν αργότερα κι εφ’ όσων ήταν τέτοια, θα μπορούσε ποτέ να εκθέσει τον εαυτό της εκεί που πραγματικά έμενε; Αφήνοντας απλήρωτο τον μπακάλη της γειτονιάς της;
Δεν ήταν βέβαια μόνον εκείνη η γριά που φέσωσε τότε τον πατέρα μου. Ήταν αρκετοί αυτοί που έκαναν το ίδιο και αυτό όντας ήταν ένα στενάχωρο αποτέλεσμα των δικών του προσπαθειών.
Ένα μπακάλικο είχε ο άνθρωπος και μ’ αυτό προσπαθούσε να συντηρήσει την οικογένεια του. Με το να του αφήνουν αυτοί απλήρωτα τα χρέη τους, του προκαλούσαν οικονομικό πρόβλημα και αυτό είχε επιπτώσεις και στις ανάγκες του σπιτιού του.
Αυτές οι επιπτώσεις λοιπόν ήταν η αιτία, που τον ανάγκαζαν να ψάχνει τους οφειλέτες του, προκειμένου να τους υποχρεώσει να αποπληρώσουν επιτέλους τις οφειλές τους, για να μπορέσει και αυτός να καλύψει τις δικές του υποχρεώσεις, αλλά ποτέ δεν τους έβρισκε.
Αντί να ξεκουράζετε λίγο το μεσημέρι καθώς το είχε ανάγκη, αυτός έφερνε βόλτα τις γειτονιές, αναζητώντας τους οφειλέτες του. Αυτός ήταν και ο λόγος που με ανάγκασε να του πω μια μέρα το αυτονόητο, προκειμένου να σταματήσει τις άσκοπες έρευνες του, γιατί κανέναν απ’ αυτούς που τον φέσωσαν δεν επρόκειτο να βρει και όντως δεν έβρισκε.
– Αυτοί που έχουν κατά νου τους να εξαπατήσουν έναν μπακάλη, δεν είναι δυνατόν να το κάνουν αυτό στον γείτονα τους. Αλλού θα ψάξουν να τον βρουν και εκεί που κανείς δεν θα μπορεί να το σκεφτεί.
– Καλά τα λες εσύ, απαντούσε. Αλλά εγώ πως μπορώ να ξέρω τι σκέφτεται ο καθένας που έρχεται να ψωνίσει από το μπακάλικο μου;
Είχε δίκαιο βέβαια, αλλά και το ταμάχι του επαγγελματία το έσπρωχνε να το επαναλάβει, γι’ αυτό και αυτοί που άφηναν απλήρωτα τα χρέη τους ήταν πολλοί.
Πέρασε όμως ένα εξάμηνο περίπου από τότε που έγινε αυτό με την γριά πελάτισσα του κι εγώ καθώς είχα υποχρέωση, πήγα να επισκεφτώ εκείνον τον φίλο μου, που όπως σας είπα στα προηγούμενα, στον γάμο του ήμουν ο μοναδικός του συγγενής.
Πολλές φορές με κάλεσαν στο σπίτι τους αυτοί, αλλά πάντα κάτι γινόταν και δεν τους έκανα την επίσκεψη που τους είχα υποσχεθεί. Έμεναν κάπου στις Συκιές από ότι έβλεπα στο σημείωμα που μου έδωσαν και επειδή δεν ήξερα καθόλου την περιοχή, υποχρεώθηκα να πάω με ΤΑΧΙ εκεί.
Με άφησε στην οδό και στον αριθμό που έλεγε το σημείωμα, αλλά και πάλι δυσκολευόμουν να βρω την είσοδο του διώροφου που έπρεπε να πάω. Το έβλεπα μεν, αλλά δεν μπορούσα να το πλησιάσω από πουθενά.
Και τους γείτονες που συμβουλεύτηκα, μου είπαν ότι δύσκολα θα βρω την είσοδο του. Μου το είχε πληροφορήσει αυτό ο φίλος μου και μου είπε τι να κάνω όταν φτάσω εκεί αλλά τίποτε, Δεν μπορούσα να βρω την είσοδο τους, δεδομένου ότι όλος ο αυλόγυρος του σπιτιού ήταν σκεπασμένος από πολύ πυκνούς θάμνους.
Αυτή είναι κρυψώνα έλεγα μέσα μου. Όσο και αν σε ψάχνει κανείς, είναι αδύνατον να σε βρει. Αφού πέρασαν δύο ώρες περίπου αναζητώντας την είσοδο τους και πολλές φορές είπα να φύγω, έσπρωξα θυμωμένος κάποια στιγμή τους θάμνους και έτσι σπρώχνοντας τους, διέκρινα έναν διάδρομο μέσω του οποίου και έφτασα επιτέλους μπροστά στο διώροφο και σε μια σκάλα που οδηγούσε στον επάνω όροφο.
Σκεφτόμουν να κάνω παρατήρηση στον φίλο μου για το σπίτι που διάλεξε να μένει, όπως και να τον ρωτήσω μάλιστα. Γιατί; Από ποιόν κρύβεσαι; Και γιατί έκανες μια τέτοια επιλογή κατοικίας;
Όταν όμως ανέβηκα στον όροφο, βρέθηκα μπροστά σε δύο πόρτες και σε καμία από αυτές δεν έγραφε όνομα. Αρκετά ταλαιπωρημένος από εκείνη την επίσκεψη, χτύπησα την μια πόρτα και όποιος ήθελε ας άνοιγε. Αν δεν ήταν στην μια ο φίλος μου, θα ήταν στην άλλη.
Άνοιξε ωστόσο η πόρτα και αντί να δω τον φίλο μου μπροστά μου, έβλεπα εκείνη την μπαταξού γριά πελάτισσα μας.
Πω, πω, έλεγα μέσα μου. Τώρα εξηγούνται όλα. Η κρυψώνα δεν είναι για τον φίλο μου, αλλά για την γριά. Από το σπίτι της που ήταν στο τέρμα του Δήμου Συκιών, μέχρι να φτάσει στο δικό μας μπακάλικο, έπρεπε να πάρει τρία λεωφορεία. Αν έκανε την διαδρομή με το ΤΑΧΙ όπως εγώ, έπρεπε να δώσει ένα εικοσάρικο.
Για έναν απατεώνα όμως, όλα αυτά δεν έχουν σημασία, αφού άλλος θα πληρώσει τα δικά του έξοδα. Αυτά σκεφτόμουν και κοιτούσα αμίλητος την γριά, η οποία πάγωσε όταν με είδε μπροστά της.
Είχε ακούσει προφανώς, ότι κάποιον περίμεναν οι διπλανοί της, γι’ αυτό και προθυμοποιήθηκε να μου υποδείξει την πόρτα τους.
– Αυτοί σε περιμένουν έλεγε στα γρήγορα. Να πεις όμως στον πατέρα σου ότι θα έρθω αύριο από το μαγαζί και του εξοφλήσω τον λογαριασμό.
Άκουσαν την κουβέντα μας οι φίλοι μου όμως και βγήκαν από την είσοδο τους να με προϋπαντήσουν. Ενώ εγώ τους καλησπέριζα, βρήκε ευκαιρία η γριά και μπήκε αμίλητη στο σπίτι της και έκλεισε την πόρτα πίσω της.
Κρύφτηκε όπως καταλαβαίνετε, φοβούμενη το ενδεχόμενο να την κάνω ρεζίλη στους διπλανούς της και δεν σας κρύβω ότι σκέφτηκα να το κάνω εκείνη την στιγμή.
Με πρόλαβαν όμως οι φίλοι μου και θέλοντας να μου πουν τα δικά τους, με τράβηξαν μέσα στο δικό τους σπίτι, οπότε με ανάγκαζαν με την συμπεριφορά τους να ξεχάσω την σπιτονοικοκυρά τους, γιατί όπως μου είπαν μετά από λίγο, σπιτονοικοκυρά τους ήταν η γριά και το διώροφο δικό της ήταν.
Για την ίδια δε; Είχαν να πουν τα καλύτερα λόγια. Όσα και αν τους έλεγα ότι μας έκανε η γριά σπιτονοικοκυρά τους, αυτοί δεν μπορούσαν να το πιστέψουν.
– Αποκλείεται έλεγαν με ένα στόμα. Αυτή δεν ξέρει τι έχει. Είναι δυνατόν να κάνει τέτοια πράγματα; Μπα. Κάποιο λάθος θα κάνεις. Θα την μπέρδεψες με καμιά άλλη. Αυτή αποκλείεται να κάνει τέτοια πράγματα. Είναι πολύ καθώς πρέπει κυρία.
– Αυτοί οι καθώς πρέπει είναι που μας εξαπατούν ποιο εύκολα τους έλεγα κι εμείς χαμπάρι δεν παίρνουμε. Και όχι μόνον χαμπάρι δεν παίρνουμε με την προχειρότητα που τους αντιμετωπίζουμε, αλλά και συνεχώς τους επιτρέπουμε να μας κοροϊδεύουν.
Αυτά έλεγα στους φίλους μου και σηκώθηκα να φύγω από το σπίτι τους, αφού ολοκλήρωσα πια την επίσκεψη μου και η ώρα ήταν ήδη περασμένη. Καθώς περνούσα όμως πάλι κάτω από εκείνους τους θάμνους που σκέπαζαν τον διάδρομο της εισόδου τους, θαύμαζα για το τρόπο που βρήκε εκείνη η πονηρή γριά να κρύβεται από αυτούς που συστηματικά εξαπατούσε.
Όταν την επομένη ανέφερα στον πατέρα μου όσα διαπίστωσα κατά την επίσκεψη μου στο φίλο μου, θύμωσε αυτός μαζί της, γι’ αυτό και τον άκουσα να λέει.
– Θα πάω αύριο να την βρω και θα δεις τι έχω να της κάνω.
– Τίποτε δεν θα κάνεις του είπα, γιατί μια εβδομάδα να ψάχνεις την είσοδο του σπιτιού της, δεν θα μπορέσεις να την βρεις. Εκτός αυτού; Τι μπορείς να κάνεις εσύ σε μια γριούλα;
Έτσι όπως ήταν θυμωμένος όμως πολλά έλεγε, αλλά τίποτε. Ποτέ δεν πήγε να την βρει. Και όπως ήταν αναμενόμενο αυτό. Ούτε και εκείνη η γριά αλεπού ήρθε ποτέ να εξοφλήσει το χρέος της.
Παρόλα αυτά, ήλπιζε ο πατέρας μου ότι θα έρθει κάποια μέρα η γριά και θα του δώσει τα οφειλόμενα, αφού γι’ αυτόν τον μικρό καταστηματάρχη, το δικό της χρέος ήταν ο κόπος και ο μόχθος του, πράγμα που κανείς απ’ αυτούς που ενεργούν παρομοίως, ποτέ δεν σέβονται.
Και το παράξενο είναι, ότι σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις που αναφέρουμε, κανένας απ’ αυτούς που φέσωναν τον πατέρα μου δεν ήταν φτωχός. Όλοι τους ήταν ευκατάστατοι. Καμιά ανάγκη δεν τους υποχρέωνε να φεσώσουν τον μπακάλη τους. Η κακή τους συνήθεια ήταν αυτή που τους οδηγούσε σ’ αυτήν την ενέργεια.
Από τους φτωχούς που γνωρίσαμε σ’ εκείνη την γειτονιά τουλάχιστον και τους είχαμε πελάτες, ποτέ δεν είδαμε τέτοια συμπεριφορά. Ο Κύριος Γιάννης συγκεκριμένα, που πράγματι ήταν φτωχός και είχε να θρέψει πέντε παιδιά, πλήρωνε τα χρέη του και δεν καταδεχόταν να αφήσει φέσι ούτε μια δραχμή, έστω και αν το μεροκάματό του ήταν πολύ πενιχρό.
Αν και του έδινε ο πατέρας μου το δικαίωμα, αυτός ποτέ δεν άπλωνε τα πόδια του μακρύτερα από το πάπλωμα που διέθετε, γι’ αυτό και έχαιρε της εκτίμησης όλων στην γειτονιά μας.
Μιχάλης Αλταλίκης