Η πρώτη γνωριμία μου με την Θοδώρα

  Πέρασε αρκετός καιρός βέβαια από τότε που είδα τα Αιγυπτιακά ρούχα κι όπως το υποσχέθηκα στον φίλο μου, δεν ξέχασα το θέμα. Πράγματι δηλαδή έκανα και μάλιστα επανειλημμένες προσπάθειες εκ των υστέρων προς το να τα διαθέσω κάπου. Παρά τις προσπάθειές μου όμως, τίποτε δεν μπορούσα να κάνω για την πώλησή τους, όσο κι αν στεναχωρούσα τον φίλο μου ιδικά, αφού ήξερα πόσο πολύ ήθελε να δει κάποιο θετικό αποτέλεσμα από την μεσολάβησή μου γι’ αυτούς που προστάτευε.

Του το είχα πει βέβαια, ότι λόγω της κατάστασής τους, δεν ήταν δυνατόν να πουληθούν εύκολα κάπου, όσο φτηνά κι αν τους τα διαθέταμε, αλλά αυτός δεν απογοητευόταν και συνεχώς μου θυμίζει την επιθυμία του να τους βοηθήσει.

Αυτό έχοντας καρφωμένο στο μυαλό του δηλαδή, μονίμως έσπρωχνε την κουβέντα μας προς αυτήν την κατεύθυνση όταν ερχόταν στο γραφείο μου. Το ίδιο έκανα κι εγώ άλλωστε όταν του επαναλάμβανα, ότι καλό θα ήταν να διαθέσουμε κάπου τα Αιγυπτιακά, αλλά δεν ήταν εφικτό.

Μακάρι να γινόταν του έλεγα, ώστε κι εγώ προσωπικά να τους φανώ χρήσιμος, αλλά κι εσένα να απαλλάξω από το πρόβλημα που απέκτησες. Κάνε λοιπόν υπομονή του είπα την τελευταία φορά που μου έκανε επίσκεψη κι όταν βρω κάτι θετικό, αμέσως θα σε καλέσω, ώστε να σου πω τα καθέκαστα. Μέχρι να γίνει αυτό όμως, αν γίνει, θέλω να με αφήσεις ήσυχο, γιατί όπως πολύ καλά το ξέρεις, έχω να αντιμετωπίσω και δικά μου προβλήματα αυτήν την εποχή.

Δέχτηκε βέβαια αυτός το αίτημά μου και πράγματι δεν με ενόχλησε ξανά, αλλά και με τα δικά μου απασχολημένος στην συνέχεια, ξέχασα εντελώς τον φίλο μου, όπως και τον Αιγύπτιο που ήθελε να ξεφορτωθεί τα ρούχα του.

Και τους ξέχασα τελείως όλους θα έλεγα, αφού ούτε και τους θυμήθηκα ξανά, αν και πέρασαν τρείς μήνες και κάτι από την τελευταία επίσκεψη που μου έκανε ο φίλος μου. Έχοντας τα δικά μου προβλήματα να με πιέζουν λοιπόν, κάπως σκοτισμένος από αυτά πήγαινα προς την αδελφή μου ένα πρωινό Σαββάτου και για έναν καφέ μόνον όπως μου είπε από το τηλέφωνο, γιατί κι αυτήν είχα να επισκεφτώ πολύ καιρό.

Στην αδελφή μου δηλαδή πήγαινα εκείνη την ημέρα κι αυτήν είχα στο μυαλό μου και ήδη στον δρόμο που είχε το εργαστήριό της βρισκόμουν. Σε δυό λεπτά θα πάρκαρα έξω από την πόρτα της αν εύρισκα χώρο κι αυτό μελετούσα εκείνη την στιγμή, γιατί τις περισσότερες φορές σε διπλή σειρά άφηνα το αυτοκίνητό μου και δίπλα από το φαρμακείο μάλιστα για να μην εμποδίζω τα διερχόμενα αυτοκίνητα.

Αυτό λοιπόν έχοντας στο μυαλό μου, σκεφτόμουν να το παρκάρω στον δευτερεύοντα και φαρδύ δρόμο της γειτονιάς της και μπροστά από το κατάστημα κάποιου γνωστού της μάλιστα να το σταθμεύσω, αφού πολλές φορές κι αυτός με εξυπηρέτησε για τον ίδιο λόγο.

Ούτε πενήντα μέτρα δηλαδή δεν απείχα από την πόρτα της αδελφής μου όταν έκανα αυτές τις σκέψεις και χωρίς να καταλάβω πώς έγινε αυτό, αντί να παρκάρω στην γωνία του δρόμου με τον διαγώνιο φαρδύ παράδρομο, βρέθηκα να κινούμε οδηγώντας το αυτοκίνητό μου σε κάποιο άλλο σημείο της ίδιας περιοχής.

Δυσκολεύτηκα μέχρι να καταλάβω που περίπου βρισκόμουν κι όταν κατάφερα τελικά να εντοπίσω μέσα από την μνήμη μου τουλάχιστον κι από αυτά που παρατηρούσα γύρο μου δηλαδή στο στενάκι που βρέθηκα χωρίς την θέλησή μου, διαπίστωνα ότι βρισκόταν σε κάποιο στενό κάθετα μεν προς τον δρόμο που ακολουθούσα, αλλά και παραπάνω από πεντακόσια μέτρα απόστασης από το σημείο της αδελφής μου.

Κανένας λόγος βέβαια δεν με υποχρέωνε να βρίσκομαι εκεί, αλλά και για να μπω στο συγκεκριμένο στενάκι, έπρεπε να διανύσω την απόσταση των πεντακοσίων μέτρων, όπως και να περάσω τα δυό φανάρια που διέθετε ο πολυσύχναστος δρόμος που ακολουθούσα και πουθενά δεν τα είδα.

Ξαφνιάστηκα όπως καταλαβαίνετε όταν συνειδητοποίησα αυτό που μου συνέβη και πράγματι δεν ξέρω να σας πω τώρα, όπως και σ’ εμένα τότε, το πως έγινε από μόνο του αυτό και μάλιστα, πως έγινε μια τέτοια μετακίνηση σε μηδέν χρόνο όπως την υπολόγισα και χαμπάρι δεν πήρα.

Οδηγώντας προσεκτικά ωστόσο εκεί, ετοιμάστηκα να στρίψω δεξιά στον πρώτο δρόμο που έβλεπα από μακριά κι από εκεί να επέστρεφα προς την αδελφή μου, αν κι ακόμη έψαχνα μέσα μου να βρω, πως και για ποιόν λόγο βρέθηκα εκεί.

Κι ενώ σκεφτόμουν αυτά που σας αναφέρω, ένας βιαστικός πετάχτηκε έξω από κάποιο κατάστημα του δεξιού πεζοδρομίου και για τους δικούς του λόγους έτρεχε απρόσεκτα στην προσπάθειά του να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, αν και δεν απείχε αυτό παραπάνω από τρία μέτρα.

Τρόμαξα βέβαια από την συμπεριφορά του κι αν δεν είχα τον νου μου συγκεντρωμένο όπως σας είπα, θα χτυπούσα άσχημα τον άνθρωπο. Επειδή πήγαινα πολύ σιγά όμως, πρόλαβα τελικά και φρενάρισα. Κι αυτός πρόλαβε να προστατέψει τον εαυτό του μάλιστα, γιατί ξάπλωσε πρέπει να πω πάνω στο καπό του αυτοκινήτου μου για να γλυτώσει τα πόδια του.

Βγάζοντας το κεφάλι μου έξω από το παράθυρο όμως, με δυνατή φωνή του έλεγα. Τι κάνεις άνθρωπέ μου? Αλλά και οι παραβρισκόμενοι του έβαλαν τις φωνές, γιατί κι αυτοί είδαν τον βιαστικό τρόπο που βγήκε από το κατάστημα και μη προσέχοντας, έβαζε σε κίνδυνο τον εαυτό του, όπως και σε μπελάδες τον οδηγό του διερχόμενου αυτοκινήτου.

Συγγνώμη, συγγνώμη, έλεγε αυτός με σπασμένη προφορά και τότε μόνο πρόσεξα, ότι ο Αιγύπτιος ήταν εκείνος ο βιαστικός κι ότι στο στενό που είχε το μαγαζί του βρισκόμουν. Κι αυτός με αναγνώρισε βέβαια και για να με ευχαριστήσει για την αναστάτωση που μου προκάλεσε, με παρακαλούσε να μείνω για λύγο μαζί του και για έναν καφέ μόνον στο μαγαζί του όπως έλεγε, ώστε να μου γνωρίσει και την γυναίκα του.

Δεν είχα καμιά όρεξη βέβαια για γνωριμίες εκείνη την στιγμή, αλλά και ταραγμένος καθώς ήμουν από το ενδεχόμενο να του προκαλούσα κάποια σοβαρή σωματική βλάβη χωρίς να φταίω, προτίμησα να σταθώ έστω και για λύγο έξω από το μαγαζί του μέχρι να ηρεμίσω.

Αυτό σκοπεύοντας λοιπόν, έβαλα το αυτοκίνητό μου να σταθεί το μισό πάνω στο πεζοδρόμιο και το υπόλοιπο μισό να πατά στον στενό δρόμο με την βοήθεια του Αιγύπτιου, ο οποίος βέβαια, συνεχώς μου ζητούσε συγγνώμη για την απροσεξία του.

Με πήγε στο μαγαζί του ωστόσο κι αφού με σύστησε στην Θοδώρα που για πρώτη μου φορά την έβλεπα, αυτός πήγε με πολύ προσοχή πλέον να πάρει καφέ από το σούπερ της γειτονιάς τους όπως είπε, γιατί εκεί πήγαινε για χάρη της Θοδώρας, προκειμένου να της κάνει καφέ ο ίδιος μια και του το ζήτησε.

Απορώντας λοιπόν με όλα αυτά που μου συνέβησαν εκείνο το πρωινό, με πολύ προσοχή παρατηρούσα και την Θοδώρα στην συνέχεια. Έχοντας τραβήξει δε αρκετά από αυτά που είχα στην μνήμη μου τοποθετημένα σχετικά με την ιστορία της, μάλλον για καθυστερημένη μου φάνηκε, αλλά όχι για τρελή.

Μέχρι να έρθει όμως ο Αιγύπτιος από το σούπερ, πρόλαβε η Θοδώρα και μου ανάφερε χαρτί και καλαμάρι όσα έζησε και ζούσε με τον πατέρα της, την μητέρα της, την αδελφή της, όπως και με τον Αιγύπτιο που ήθελε να τον βαφτίσει Χριστιανό όπως έλεγε και να του δώσει μάλιστα το όνομα της Παναγίας.

Παναγιώτη θέλω να τον ονομάσω έλεγε, αλλά κι αυτός το θέλει. Εκείνη την στιγμή μπήκε κι ο Αιγύπτιος στο μαγαζί όμως κι ακούγοντας την κουβέντα μας, έλεγε πολύ ζωηρά κι αυτός, ότι πράγματι ήθελε να βαφτιστεί Χριστιανός και πράγματι ήθελε να πάρει το όνομα Παναγιώτης όπως και η Θοδώρα του το πρότεινε.

Και να παντρευτούμε θέλουμε πρόσθεσε, αλλά δεν μπορούμε να βρούμε κουμπάρο, γιατί όποιος αποφασίζει να μας παντρέψει, ο πεθερός δεν τον αφήνει να το κάνει κι αυτός είναι ο λόγος που ήμαστε ακόμη ανύπαντροι, αν κι έχουμε ένα παιδί που είναι πέντε χρονών τώρα. Αυτό είναι βαφτισμένο πρόσθεσε πάλι και το όνομα του πεθερού μου έχει, αφού αυτός το βάφτισε. Εμάς όμως, δεν θέλει να μας παντρέψει.

Παρακαλώντας με στην συνέχεια, χωρίς περιστροφές ρωτούσε να του πω, αν εγώ θα μπορούσα να γίνω κουμπάρος τους. Πάντρεψέ μας εσύ, έλεγε κι εμείς πολύ θα χαρούμε.

Εσείς βεβαίως και θα χαρείτε του έλεγα, αλλά τι δουλειά έχω εγώ να μπλεχτώ με ανθρώπους που δεν ξέρω και δεν με ξέρουν; Καλύτερα θα ήταν να πείτε σε κάποιον γνωστό σας να γίνει κουμπάρος σας. Κάποιος τέλος πάντων από το σόι της Θοδώρας αφού εσύ δεν έχεις εδώ συγγενείς. Εγώ όμως είμαι ξένος για εσάς όπως σας είπα κι εσείς ξένοι για μένα. Επειδή δηλαδή σε είδα μια φορά πριν από καιρό και τώρα άλλη μία, πρέπει να γίνω κουμπάρος σας;

Τέτοια λοιπόν τους έλεγα για να τους αποθαρρύνω, αλλά αυτοί τίποτε δεν άκουγαν. Ας είσαι ξένος έλεγαν και οι δυό με μια φωνή. Πάντρεψέ μας και μετά μην έρχεσαι να μας δεις αν δεν θέλεις παρτίδες μαζί μας.

Από σύμπτωση και πάλι, ο πεθερός του μπήκε μέσα στο κατάστημα κι ακούγοντας την κουβέντα μας, με κοιτούσε με πολλά ερωτηματικά. Αμέσως μετά ήρθε μια οικογένεια να πάρουν μπλουζάκια για τα παιδιά τους κι επειδή αυτά ήταν στο υπόγειο, πήγε η Θοδώρα να τους τα δείξει και πίσω από αυτήν πήγε κι ο Αιγύπτιος να τους κάνει καλύτερη τιμή, γιατί θα έπαιρναν πέντε όπως άκουσε να του λέει η Θοδώρα.

Μένοντας μόνοι λοιπόν με τον πεθερό στο κατάστημα, αυτός ρωτούσε να του πω με κάποια επιφύλαξη στην φωνή του, αν ενδιαφερόμουν να γίνω κουμπάρος τους. Δεν έχω καμιά τέτοια επιθυμία του έλεγα, αλλά από ότι άκουσα να μου λένε πριν έρθεις εδώ, τους έχεις ανύπαντρους στο σπίτι σου και δεν επιτρέπεις σε κανέναν να τους παντρέψει.

Εγώ; Εγώ; Έλεγε αυτός με απορία. Αν θέλουν αυτοί να παντρευτούν, με μεγάλη μου χαρά να το κάνω, γιατί κι εγώ δεν θέλω να είναι ανύπαντροι. Αν εσύ αποφασίσεις να τους παντρέψεις όμως, με χαρά θα σε κάνουμε κουμπάρο, γιατί όποιος μας το υποσχέθηκε, το πείρε πίσω μετά από λύγο καιρό κι έτσι έμειναν τα παιδιά ανύπαντρα.

Καταλάβαινα ότι έλεγε ψέματα ο άνθρωπος, αλλά και λόγο δεν είχα να μπω στα οικογενειακά τους. Ερεθισμένος όμως από την υποκρισία του, ευθέως του έλεγα εκείνη την στιγμή για να τον φέρω σε δοκιμασία περισσότερο κι όχι για να γίνω κουμπάρος στα καλά καθούμενα.

Θα εξέταζα το ενδεχόμενο να τους παντρέψω του είπα με πολύ σοβαρό ύφος κι αν βεβαιωθώ, ότι κι εσύ θα ήθελες να γίνω κουμπάρος τους, αμέσως θα το δρομολογήσω. Όπως ακούω όμως να μου λένε τα παιδιά σου, αλλά και πολύ άλλοι από τον περίγυρό σας, εσύ είσαι αυτός που δεν θέλει να παντρευτούν, γιατί πολλοί και διάφοροι λόγοι υποχρεώνουν το οικογενειακό σας περιβάλλον να αποφεύγει και την ιδέα ακόμη αυτού του γάμου.

Κακοήθεις είναι όλα αυτά που σου είπαν έλεγε αυτός και με το ύφος του καρδινάλιου στο πρόσωπό του, πρόσθεσε στην συνέχεια, ότι κι αυτός θα ήθελε να τους παντρέψει, αλλά δυστυχώς γι’ αυτούς, δεν μπορούσαν να βρουν κουμπάρο, που να θέλει να παντρέψει αγνώστους.

Απαντώντας τον λοιπόν, του έλεγα κι εγώ αινιγματικά, ότι κι εμένα μου φαίνετε κάπως άβολο το να παντρεύω αγνώστους, αλλά κι αν το αποφασίσω κάποια στιγμή, θα έχω την έγκριση σου, ή θα βρεθώ αντιμέτωπος με όλο σας το σόι;

Ακούγοντας αυτός την τοποθέτησή μου, κάπως πειραγμένος έλεγε με το ίδιο ύφος, ότι όλα αυτά που υπέθετα, δεν ήταν στις προθέσεις της οικογένειάς του. Μετά από αυτό όμως, αμέσως επανήλθε στο θέμα, επαναλαμβάνοντας, ότι πολύ θα χαιρόταν να γινόμουν εγώ κουμπάρος τους.

Αυτό θα το δούμε του απάντησα κι αμέσως ετοιμάστηκα να φύγω, αφού και κουμπάρος δεν ήθελα να γίνω, αλλά και διάθεση δεν είχα να παλεύω με μπερδεμένους και προβληματικούς ανθρώπους. Με σταμάτησε στην πόρτα ο Αιγύπτιος όμως κι εκεί μου έλεγε χαρούμενος, ότι άκουσε αυτά που είπα στον πεθερό του και θέλοντας να του το επαναλάβω, ρωτούσε να του πω και πότε θα τους έκανα επίσκεψη στο σπίτι τους, ώστε εκεί να ορίσουμε την ημερομηνία του γάμου τους.

Όπως σας είπα, δεν είχα καμιά όρεξη για κουμπαριές, αλλά και πολύ με ενόχλησε η υποκρισία του πεθερού του. Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, έλεγα στον Αιγύπτιο για να το ακούσει δεύτερη φορά ο πεθερός του, ότι θα γινόμουν κουμπάρος τους, μόνον αν μου επιβεβαίωνε πεθερός του, ότι πράγματι δεχόταν να τους παντρέψω.

Χάρηκε ο Αιγύπτιος για όσα άκουσε κι αφού ο πεθερός του δεν έδειχνε εκείνη την στιγμή να έχει κάποια αντίρρηση, χάρηκε και η Θοδώρα που το πληροφορήθηκε, όταν πια έφυγαν και οι πελάτες τους. Εγώ βέβαια καθόλου δεν χάρηκα από αυτά που τους είπα.

Κι αφού τους το υποσχέθηκα χωρίς να το καταλάβω, θέλησα να τους φέρω όλους μαζί σε αντιπαράθεση, ώστε να δω επιτέλους, ποιος από όλους έλεγε ψέματα, αλλά και πως θα εύρισκα αφορμή να ελευθερωθώ από την υπόσχεσή που τους έδωσα.

Αυτά λοιπόν επιδιώκοντας, τους ζήτησα να κουβεντιάσουμε το θέμα παρουσία όλων των μελών της οικογένειάς τους, ώστε παρουσία όλων να ακουστεί η συμφωνία τους, ή η διαφωνία τους, ώστε να μην υπάρξουν πισωγυρίσματα εκ των υστέρων.

Όποιος συμφωνούσε δηλαδή, να μας το δήλωνε πεντακάθαρα κι όποιος διαφωνούσε να έκανε το ίδιο, πριν ακόμη έμπαινα εγώ στην διαδικασία να γίνω κουμπάρος για μια άγνωστη προς εμένα οικογένεια.

Με καθαρό τρόπο δηλαδή τους έλεγα ξανά εκείνη την ώρα, ότι θα επαναλάμβανα την επίσκεψή μου το επόμενο Σάββατο στο κατάστημά τους κι ότι θα το έκανα κατά τις δέκα το πρωί. Εκείνο όμως που θέλω να κάνετε εσείς τους είπα, είναι να είστε όλοι εδώ, ώστε να ξεκαθαρίσουμε επιτόπου το θέμα. Αν κι ένας μόνον από όλους σας, φέρει κάποια αντίρρηση και μπορεί να την δικαιολογήσει, εγώ θα φύγω και δεν θα κάνω άλλη κουβέντα μαζί σας.

Αν δέχεστε αυτήν την συμφωνία, βεβαίως και θα έρθω το επόμενο Σάββατο. Αν όχι, τώρα θέλω να μου το πείτε, ώστε να μην μπω στον κόπο να σας επισκεφτώ ξανά. Μα και Βέβαια δεχόμαστε το αίτημά σου απαντούσε ο πεθερός εκ μέρους όλων και οπωσδήποτε θα σε περιμένουμε να έρθεις την ώρα που μας είπες.

Αφού μου το υποσχέθηκε αυτός, έφυγα μεν, αλλά και πράγματι πήγα το επόμενο Σάββατο στο μαγαζί του Αιγύπτιου και στην ώρα μου ήμουν εκεί. Εσκεμμένα όμως, δεν πήγα μόνος μου. Πήρα μαζί μου δυό φίλους δηλαδή. Από σύμπτωση όμως αυτοί, ήταν από αυτούς που θα λέγαμε φουσκωτούς.

Δεν πήγα να τους φοβίσω βέβαια, αλλά για μάρτυρες τους ήθελα μαζί μου, γιατί άρχισα να υποψιάζομαι ότι με δούλευε ο πεθερός. Το ότι αυτοί ήταν φουσκωτοί, ήταν μια απλή σύμπτωση. Δεν το έκανα δηλαδή επίτηδες.

Όταν τους είδαν μπροστά τούς όμως τα μέλη της οικογένειας που ήρθαν τελικά να γνωρίσουν αυτόν που επιθυμούσε να γίνει κουμπάρος τους, πολύ θορυβήθηκαν. Ωστόσο βέβαια τίποτε δεν είπαν, παρά μόνον μας σύστησε ο πεθερός στην γυναίκα του, στην μικρότερη κόρη του, όπως και στον σύζυγό της.

Αυτός μάλιστα, χαρούμενος έλεγε προς όλους εκείνη την στιγμή, ότι καιρός ήταν πια να τακτοποιηθεί αυτό το θέμα. Ναι, ναι, έλεγε και η μικρότερη αδελφή της Θοδώρας. Αλλά πρέπει να βαφτιστεί Χριστιανός πρώτα ο γαμπρός πρόσθεσε και μετά να τον παντρέψουμε με την αδελφή μου, αφού έτσι ορίζει η εκκλησία μας.

Θα το κάνουμε κι αυτό αν το θέλει ο άνθρωπος, της απάντησα, αλλά θέλω να ξέρω και τι λέει η μαμά επί του θέματος, όπως κι ο πατέρας σας. Και για να μην κάνω κουτουρού κουμπαριές εγώ, θέλω μπροστά στους φίλους μου να μου πείτε ότι συμφωνείτε όλοι. Από εκεί και μετά, θα δω πως και πότε θα δρομολογήσουμε αυτά που χρειάζεται να γίνουν.

Ναι, ναι έλεγαν όλοι μαζί. Έτσι είναι το σωστό. Αφού συμφωνούμε όμως πρόσθεσαν, καλώ είναι να ορίσουμε ένα ραντεβού στο σπίτι μας πλέον, ώστε εκεί να κουβεντιάσουμε τα απαραίτητα κι εκεί να μιλήσουμε για το πότε θα γίνει η βάφτιση, όπως και πότε θα γίνει ο γάμος τους.

Απαντώντας τους κι εγώ, τους είπα ότι σε δεκαπέντε μέρες από σήμερα κι όποια μέρα αυτούς θα βόλευε, να με καλέσουν στο τηλέφωνο που τους έδωσα κι αμέσως εγώ θα πήγαινα μόνος μου να τους επισπευτώ, γιατί όπως έβλεπα εκείνη την ώρα, πολύ φοβήθηκαν από την παρουσία των φίλων μου αν και δεν το παραδέχτηκαν.

Όχι, όχι έλεγαν αυτοί για να μην παραδεχθούν τον φόβο τους, αλλά όντως φοβήθηκαν. Αφού συμφώνησαν όμως για το τι έπρεπε να κάνουν στην συνέχεια, τους αφήσαμε στο κατάστημα τους κι όπως το είχαμε προγραμματισμένο κι αυτό με τους φίλους μου, πήγαμε για έναν καφέ μετά από την συνάντηση που είχαμε με το σόι της Θοδώρας.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *