Μοιραία Συνάντηση, Με Τα Κρυφά Ενδιαφέροντα Του Φίλου Μου

 

 Έχοντας λοιπόν στο μυαλό μου, πάρα πολλές ανησυχίες θρησκευτικού περιεχομένου εκείνο το διάστημα, διάβαζα όπως σας είπα, ότι σχετικά με αυτό το θέμα κείμενα έπεφταν στα χέρια μου και μέσα από αυτά, ήλπιζα ότι θα μπορούσα βρω κι από μόνος μου μάλιστα μια αρχή γνώσης. Κι επειδή πραγματικά με απασχολούσε όπως σας είπα, το πως θα μπορούσα να ενημερωθώ σωστά και σίγουρα επί του θέματος, καθημερινά το έψαχνα όπως καταλαβαίνετε.

Από σύμπτωση όμως μια μέρα, βρέθηκα στην γειτονιά ενός φωτογράφου φίλου μου, στον οποίο και σκέφτηκα να κάνω μια επίσκεψη, έτσι για να του πω μια καλημέρα. Όταν μπήκα λοιπόν στο φωτογραφείο του, τον βρήκα να διαβάζει απορροφημένος κάτι, μέσα από ένα βιβλίο που κρατούσε ανοιχτό πάνω στο γραφείο του.

Ήταν δε τόσο απορροφημένος αυτός σ’ αυτό που διάβαζε, που ούτε εμένα άκουσε όταν μπήκα στον χώρο του, αλλά ούτε και την καλημέρα που του είπα άκουσε. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η συμπεριφορά του όπως καταλαβαίνετε, οπότε αμέσως άρχισα να μελετώ μέσα μου, τι άραγε να ήταν αυτό που διάβαζε, ή έβλεπε μέσα σ’ εκείνο το βιβλίο και τον καθήλωσε τόσο φανερά.

Αντιλήφθηκε όμως κάποια στιγμή την παρουσία μου κι όταν διαπίστωσε ότι εγώ ειδικά ήμουν ο επισκέπτης του, έκλεισε γρήγορα το βιβλίο του και το έχωσε βιαστικά κάτω από το γραφείο του, ώστε να μην δω, ή να μην καταλάβω, ποιό ακριβώς ήταν το περιεχόμενο του βιβλίου του. Βλέποντας όμως την κίνησή του, αμέσως τον άρπαξα, αφού είχα στην διάθεσή μου το φιλικό θάρρος να μου το επιτρέπει.

– Βγάλε γρήγορα το βιβλίο που έχωσες εκεί κάτω και μη σκέφτεσαι ότι θα μπορέσεις να κρυφτής από μένα. Θα το πάρω έστω και με το ζόρι και αλίμονο σου. Ρεζίλι θα σε κάνω.

Του τα είπα όλα αυτά βέβαια, επειδή έβαλα με το μυαλό μου ότι κάτι άσεμνο διάβαζε, ή έβλεπε μόνος του εκεί και στα κρυφά κι επειδή ήταν φίλος μου και ήξερα τα μυστικά του, όπως κι αυτός τα δικά μου άλλωστε, τον απειλούσα απροκάλυπτα. Απαντώντας όμως αυτός στην επίθεση που του έκανα στα ξαφνικά, μου έλεγε κάτι, προκειμένου να δικαιολογήσει την συμπεριφορά του.

– Τίποτε δεν είναι ρε συ, γιατί κάνεις έτσι;

– Αν δεν είναι τίποτε, τότε γιατί το έκρυψες;

– Κάτι ρε συ είναι. Αλλά να. Δεν είναι για σένα.

Επίτηδες το έλεγε αυτό όπως καταλαβαίνετε, επειδή δεν ήθελε να μου φανερώσει τις κρυφές του ανησυχίες, αλλά και για να αποφύγει την ενδεχόμενη καζούρα που υπολόγιζε ότι θα του έκανα εγώ ειδικά, αν ανακάλυπτα, τι ακριβώς έκρυβε κάτω από το γραφείο του. Δεν τον άφηνα ήσυχο όμως, οπότε, τον πίεζα περισσότερο από πριν στην συνέχεια να μου δώσει εξηγήσεις.

– Βγάλε γρήγορα αυτό που έκρυψες εκεί κάτω και να ξέρεις. Ότι είναι για σένα, είναι και για μένα. Άσε τα κόλπα λοιπόν και δώσε μου να δω το βιβλίο που έκρυψες. Ξέροντας αυτός, ότι δεν θα μπορούσε να γλυτώσει εύκολα από εμένα, έπιασε το βιβλίο και μου το έδωσε λέγοντας.

– Να ρε. Αυτό είναι. Τι νόμισες ότι ήταν;

– Όλα τα περίμενα. Του είπα. Αλλά όχι αυτό. Μυθιστορήματα ρε συ διαβάζεις;

Ενώ του μιλούσα όμως, άνοιξα το καπάκι του βιβλίου και διάβασα τον τίτλο που ήταν γραμμένος στην πρώτη του σελίδα. Ήταν δυσνόητος όμως αυτός για τα δικά μου δεδομένα, γι’ αυτό και χρειάστηκε να τον επαναλάβω πολλές φορές και φωναχτά μάλιστα μέχρι να καταλάβω τι έλεγε, αν και χωρίς αποτέλεσμα. Ο γνόφος της αγνωσίας ήταν ο τίτλος. Ο γνόφος της αγνωσίας έλεγα και ξαναέλεγα εγώ, ενώ σκεπτόμουν ότι άλλο περίμενα να βρω εκεί κι άλλο βρήκα. Και τι άλλο? Μου φάνηκε ότι βρήκα σ’ εκείνο το βιβλίο, όλα όσα έψαχνα να βρω και δεν ήξερα που να τα αναζητήσω.

Διαβάζοντας τον τίτλο του και μόνο λοιπόν, ενθουσιάστηκα από όσα υπολόγιζα ότι θα εύρισκα στο περιεχόμενό του, γι’ αυτό και χωρείς πολλές περιστροφές του ζήτησα να μου το δανείσει.

– Θα μου δώσεις να διαβάσω κι εγώ ρε Κώστα αυτό το βιβλίο;

Και δεν του το ζητούσα πρόχειρα, αλλά με πολύ σεβασμό πλέον, γιατί μου φάνηκε ότι εκείνο το βιβλίο θα μπορούσε ενδεχομένως να μου δώσει την αρχή της ενημέρωσης που επιδίωκα, αν και δεν ήξερα ακόμη, τι ακριβώς επεξεργάζονταν στα ενδότερα του, ή αν αυτά θα ταίριαζαν, στην πρόχειρη έστω δική μου πνευματική κατάσταση. Βλέποντας ο φίλος μου το ενδιαφέρον που έδειξα για το βιβλίο του, ευχαρίστως μου το έδωσε κι αυτά μου έλεγε απορώντας μαζί μου.

– Πάρε το βιβλίο ρε συ και διάβασε το αφού το θέλεις. Του πατέρα μου όμως ήταν και τώρα τελευταία το βρήκα πεταμένο πάνω στο πατάρι μας. Όπως κι εσύ, έτσι κι εγώ, ενθουσιάστηκα με όσα διαβάζω σ’ αυτό, αν και δεν καταλαβαίνω ακριβώς σε ποιό θέμα αναφέρετε. Απασχολούν όμως εσένα, τέτοια είδους θέματα;

– Δεν ξέρω γιατί ρε Κώστα, αλλά να. Τώρα τελευταία έχω ένα ισχυρό τράβηγμα προς αυτή τη κατεύθυνση και δεν μπορώ να το τιθασεύσω. Αν έχεις να μου πεις εσύ όμως κάτι για το όλο θέμα, ή αν ξέρεις που μπορώ να πάω να ενημερωθώ περισσότερο, ευχαρίστως ακούω ή πηγαίνω.

– Αλήθεια λες ρε; Ή με δουλεύεις;

– Δεν ήξερα ότι θα μπορούσε να ενδιαφέρει κι σένα αυτό το θέμα, αλλά όπως σου είπα, αλήθεια θέλω να ενημερωθώ σχετικά και λέγε αν ξέρεις, ή πες μου πως θα μάθω όσα θέλω και που μπορώ να πάω γι’ αυτόν τον σκοπό.

– Είναι αλήθεια ότι ούτε κι εγώ ξέρω. Αλλά μπορώ να σου πω ότι τώρα τελευταία γνώρισα έναν νεαρό ηλεκτρολόγο, ο οποίος ξέρει πολλά γύρο από αυτό το θέμα κι από αυτόν προσπαθώ κι εγώ να ενημερωθώ. Αυτός πάλι, με γνώρισε με έναν ζωγράφο, ο οποίος ζωγραφίζει κάτι περίεργα έργα, γεμάτα από Αγίους που περπατούν στα σύννεφα.

– Ρε συ; Τον έκοψα εγώ κάπως αυστηρά. Εγώ μιλάω σοβαρά και συ μου λες τώρα σαχλαμάρες. Τι μπορεί να ξέρει για το θέμα που απασχολεί εμένα, ένας ηλεκτρολόγος και ένας βαρεμένος ζωγράφος;

– Καλά παιδιά είναι ρε. Επέμενε να λέει ο φίλος μου. Αν θέλεις σου τους γνωρίζω και τότε θα δεις ότι κι αυτοί ψάχνουν.

– Τι να τους κάνουμε ρε αυτούς που ψάχνουν; Εμείς χρειαζόμαστε αυτούς που μπορούν να μας απαντήσουν σε όσα εμείς θέλουμε να ρωτήσουμε, όπως και να ενημερωθούμε.

– Ναι. Καλά τα λες. Αλλά κι αυτοί ίδιο θέλουν. Να συναντηθούμε μαζί τους ένα απόγευμα αν θέλεις και να δούμε όλοι μαζί, τι και πως να κάνουμε, ώστε να βρούμε μια λύση επιτέλους γι’ αυτό το θέμα. Τι λες;

Δεν είχα παρά να δεχθώ την πρόταση του, οπότε πήγα ένα απόγευμα και τους συνάντησα στο φωτογραφείο του φίλου μου. Είπα εγώ τα δικά μου σ’ αυτούς, είπαν κι αυτοί τα δικά τους σε μένα προκειμένου να γνωριστούμε κι αφού γνωριστήκαμε κάπως, συμφώνησα εν μέρη με τον φωτογράφο φίλο μου, ότι όντως ήταν καλά παιδιά αυτοί, αλλά ήταν και κάπως περίεργοι.

Ο ηλεκτρολόγος ήταν αρκετά πειραγμένος από όσα διαπίστωσα κι αυτό γιατί αναφερόμενος στην ζωή του, έλεγε ότι μαζί με άλλους δύο ακόμη ποιο πειραγμένους από αυτόν, έκαναν εξορκισμούς στα σπίτια, όπου άλλοι χαζοί, τους φώναζαν εκεί να τους εξορκίσουν από τα μάγια που κάποιοι άλλοι τους έκαναν.

Ούτε ο ζωγράφος μου φάνηκε να είναι καλά, γιατί αυτός ήθελε να γίνει βουδιστής γκουρού κι από ότι μας είπε, πήγαινε μέσω Τουρκίας στην Ινδία γι’ αυτό τον σκοπό. Όταν όμως έφτασε στην Κωνσταντινούπολη με το τρένο, κατέβηκε από αυτό, προκειμένου να επισκεφτεί έστω και για λίγο την Αγιά Σοφία. Από δική του απροσεξία βέβαια, αντί να πάει εκεί που ήθελε, πήγε εκεί που δεν θα ήθελε.

Μπήκε κατά λάθος δηλαδή στο τζαμί που είναι απέναντι από την Αγία Σοφία κι αυτό το λάθος τον έκανε να συναισθανθεί, ότι δεν ήταν άξιος γι αυτό που σκεπτόταν να κάνει. Αυτή λοιπόν η διαπίστωση, τον ανάγκασε να επιστρέψει την ίδια μέρα κιόλας στεναχωρημένος στην έδρα του.

Αυτοί οι δύο περίεργοι τύποι, όπως κι ο φίλος μου που δεν ήξερε που να πάει ψάχνοντας, δεν μπορούσαν να δώσουν σε μένα καμιά σαφή πληροφορία για όσα ζητούσα, οπότε τους άφησα εκεί να ψάχνονται όλοι μαζί ενώ τους έλεγα φεύγοντας.

– Αν βρείτε κάτι, ή αν ακούσετε κάτι που να είναι λογικό, τότε πέστε το και σε μένα κι αν όντως έτσι είναι τα πράγματα, τότε, θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε όλοι μαζί.

Αυτά τους είπα κι έφυγα, αλλά μέσα σε τρεις μέρες, όντως διάβασα εγώ το βιβλίο που μου έδωσε ο φωτογράφος, με τον τίτλο ο γνόφο της αγνωσίας. Από αυτά που μπόρεσα όμως να καταλάβω διαβάζοντας το, ήταν ότι αυτό αναφερόταν σε μια τεχνική προσέγγισης του Θεού, μέσω της νοεράς προσευχής.

Αδυνατούσα να κατανοήσω την αναφερθείσα τεχνική είναι αλήθεια, αλλά μελετώντας το περιεχόμενο του βιβλίου, όντως ενθουσιάστηκα με όσα διαπίστωσα ότι υπήρχαν στα ενδότερα της πίστης μας και ιδέα δεν είχα γι’ αυτά. Ποτέ δηλαδή κι από κανένα δεν άκουσα να αναφέρεται σ’ αυτά, όπως και για πρώτη μου φορά μάθαινα, ότι υπάρχουν τόσο σοβαρά ενδότερα στην Ορθοδοξία μας, πράγμα που με έκανε όντως να θαυμάζω.

Θαύμαζα και για τον πλούτο των γνώσεων που αυτή εμπεριέχει, όπως και για τις υποχρεώσεις που απαιτεί να έχουν οι πιστοί της προς τον Θεό, προς τον εαυτό τους, όπως και προς όλους τους συνανθρώπους μας. Αυτός ο πλούτος των γνώσεων και των υποχρεώσεων όμως, έγιναν αιτία τότε  ώστε να επιδιώκω πια ακόμη ποιο σοβαρά την ενημέρωση μου, έστω κι αν αυτήν την έκανα από μόνος μου. Ακόμη και να ενταχθώ στα ενδότερα της Ορθοδοξίας μας αποφάσισα και με την θέληση μου μάλιστα προσπαθούσα να μάθω πλέον και πως θα έπρεπε να είμαι ως τέτοιος πιστός.

Επέστρεψα ωστόσο το βιβλίο στον φύλο μου μετά από εκείνο το τριήμερο κι όταν του έλεγα ότι ενθουσιάστηκα διαβάζοντας τα κείμενά του, εκείνος μου έδωσε να διαβάσω άλλα δύο βιβλία σχετικά με την πίστη μας, τα οποία με χαρά πήρα στα χέρια μου, ελπίζοντας και πάλι ότι μαζί τους, σίγουρα πια θα επιτύγχανα την ενημέρωση μου.

Ενώ λοιπόν μιλούσα ακόμη με τον φωτογράφο και του ζητούσα εξηγήσεις για τα νέα βιβλία που μου έδωσε, είδα να στέκεται έξω από την πόρτα του ένας παλαβός, από εκείνους που δεν δείχνουν ότι είναι τέτοιοι, αλλά όντως είναι και πιο παλαβοί μάλιστα από αυτούς που βεβαιωμένα το δείχνουν.

Με κοιτούσε δε τόσο επίμονα, που ανάγκασε τον συνομιλητή μου να μου πει με τρόπο, ότι μάλλον δεν έπρεπε να δώσω σημασία στην συμπεριφορά εκείνου του αγνώστου κατά τα άλλα ανθρώπου. Υπακούοντας στην επιθυμία του φίλου μου λοιπόν, γύρισα κάπως το σώμα μου, ώστε να μην βλέπω προς την πόρτα, μήπως κι απέφευγα τον καυγά που έβλεπα να ζητά εκείνος ο περίεργος άνθρωπος, όπως εκ των υστέρων δηλαδή αποδείχτηκε.

Ναι. Αλλά αυτός, δεν κρατιόταν πια. Μπήκε μέσα στο φωτογραφείο στην συνέχεια κι απευθυνόμενος σε μένα ειδικά, μου έλεγε θυμωμένος για τους λόγους που αυτός ήξερε, ενώ με τραβούσε έντονα από το μανίκι του σακακιού μου.

– Εσένα. Θα σε εξορκίσω και θα σε στείλω στο πυρ το εξώτερο.

Έκανα πως δεν άκουσα όπως καταλαβαίνετε, ελπίζοντας ότι έτσι θα με άφηνε ήσυχο και θα έφευγε από κοντά μου ο παλαβός, αλλά δεν έπιασε το κόλπο. Απτόητος αυτός, συνέχισε να με τραβά από το μανίκι, αλλά και να μου λέει τα ίδια.

– Άκουσες τι σου είπα; Στο πυρ το εξώτερο θα σε στείλω άμα σε εξορκίσω μ’ αυτόν τον σταυρό που φορώ.

Κι ενώ μου έλεγε αυτά τα χαζά, έβγαλε μέσα από τον κόρφο του ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό, τον οποίο κρατούσε στο χέρι του και μου τον έχωνε στα μούτρα. Πενηντάρης ήταν όπως τον υπολόγιζα κι άνετα θα μπορούσα να τον τσουβαλιάσω και μάλιστα πολύ πριν προλάβει αυτός να πάρει ανάσα, αλλά συγκρατήθηκα και δεν του επιτέθηκα καθώς θα του ταίριαζε. Και δεν το έκανα, γιατί κανένας από τους περαστικούς, δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει εμένα, αν με έβλεπε να μαλώνω στον δρόμο με έναν παλαβό.

Δεν μου ήταν κι εύκολο όμως να καταπιώ όσα χωρείς λόγο με απειλούσε, οπότε του απάντησα δεόντως κι όπως του έπρεπε, αφού ούτε τον ήξερα, αλλά ούτε και θα μπορούσα να ξέρω έναν τύπο σαν κι εκείνον. Αγνοούσα και τον λόγο που τον έκανε να μου επιτεθεί όπως καταλαβαίνετε, αλλά από ότι αποδείχτηκε εκ των υστέρων, ούτε κι αυτός ήξερε τους λόγους του θυμού του. Στάθηκε για λίγο άπραγος εκεί μετά κι απλώς με κοιτούσε μόνον, αλλά και κάτι ακαταλαβίστικο μου έλεγε στην συνέχεια.

– Να φύγεις. Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ.

Αυτά μόνον μου έλεγε επανειλημμένα κι επειδή συνέχιζε να με τραβά από το μανίκι, με έκανε να θυμώσω μαζί του και θυμωμένος καθώς ήμουν του είπα κι εγώ μερικά.

– Πρόσεξε καλά, γιατί έτσι και σ’ εξορκίσω εγώ, ούτε στο πυρ το εξώτερο θα μπορέσεις να χωρέσεις.

Μετά από αυτά όμως, σταμάτησε τις εχθροπραξίες κι άρχισε αυθορμήτως να μου εξομολογείται κι αυτά μου έλεγε από την ιστορία της ζωής του.

– Αυτόν τον σταυρό που βλέπεις, μου τον έδωσε πριν από τρία χρόνια ο δεσπότης της Βέροιας. Αφού μου έδωσε και ρασοευχή στην συνέχεια, μου επέτρεψε να ζήσω για δύο χρόνια ως μοναχός πάνω στον Όλυμπο. Αφότου επέστρεψα από κει όμως, κάνω συνεχώς εξορκισμούς στα σπίτια, όσων εκ των ανθρώπων έχουν κυριευθεί από τα δαιμόνια. Παλιότερα, γύριζα τα βράδια στα μπαράκια και έσωνα την νεολαία μας από τον βούρκο που την έχουν ρίξει οι μασόνοι. Μια γνωστή τραγουδίστρια μάλιστα, τραγούδι με έκανε βλέποντας τον αγώνα μου, με τίτλο, Χτες το βράδυ σε ένα μπαρ, τα έπινα με ένα Άγιο.

Κάποιος όμως με κάρφωσε στην αστυνομία κι έτσι ήρθαν αυτοί στο μπαρ που κήρυττα τον λόγο του Θεού και με συνέλαβαν. Με πήγαν μετά στην ασφάλεια κι αφού έφαγα εκεί το ξύλο της αρκούδας, ομολόγησα όσα έκανα και δεν έκανα στην ζωή μου. Έκτοτε όμως, με απαγόρευσαν αυτοί να ντύνομε ως μοναχός, αφού δεν είχα ταυτότητα που να βεβαιώνει την μοναχική μου περιβολή κι έτσι, μου έμεινε μόνον η εφημερίδα που εκδίδω και μέσα από αυτήν πια, χτυπώ το κατεστημένο κι όσα ο διάβολος μέσα από αυτό μας επιβουλεύεται. Κατάλαβες τώρα, με ποιόν έχεις να κάνεις;

– Κατάλαβα του είπα. Εκείνο που δεν καταλαβαίνω όμως είναι, γιατί χρειάστηκε να μείνεις, δύο χρόνια ολομόναχος στον Όλυμπο, αφού από δω την είχες αρπαγμένη την τρέλα.

– Όλοι μπορεί να είναι τρελοί, αλλά όχι εγώ.

Αυτά λοιπόν μας είπε εκείνος ο παλαβός κι αφού μας τα είπε, μας άφησε ήσυχους στην συνέχεια κι έφυγε από το φωτογραφείο. Έκτοτε όμως, τον συνάντησα πολλές φορές, δεδομένου ότι μαζί με αυτόν, έκανε καθημερινά εξορκισμούς στα σπίτια όπως έμαθα αργότερα κι εκείνος ο πειραγμένος ηλεκτρολόγος, τον οποίο γνώρισα από τον φωτογράφο.

Αφού πέρασαν όμως μερικές μέρες ακόμη, μετά από όσα μας συνέβησαν στο φωτογραφείο, βρέθηκα συμπωματικά στην περιοχή που είχε το ατελιέ του εκείνος ο ζωγράφος, ο οποίος ζωγράφιζε με τον δικό του τρόπο Αγίους στα σύννεφα όπως μου έλεγε σχετικά με αυτόν ο φωτογράφος κι αφού μου ζήτησε να του κάνω μια επίσκεψη, μπήκα στον χώρο του.

Με μεγάλη περιέργεια βέβαια μπήκα στο ατελιέ του κι όντως ήθελα να δω από κοντά, τι στο καλό ζωγράφιζε αυτός και τόσο πολύ τον θαύμαζε ο φωτογράφος, ο οποίος και με καλοδέχτηκε είναι αλήθεια, αλλά κι όπως ήταν αναμενόμενο, μου έδειχνε με καμάρι τα έργα του. Παρατηρώντας τα όμως, έβλεπα μαζί με τις απεικονίσεις των έργων του και το μεγάλο μπέρδεμα που είχε στο μυαλό του. Όπως πολύ καθαρά φαινόταν αυτό, ο ζωγράφος ζούσε και μάλιστα πολύ ευχαριστημένος, μέσα στην αχαλίνωτη φαντασία του.

Κι αυτή πάλι, ήταν τόσο πολύπλοκη, όσο ακριβώς ήταν πολύπλοκα και τα θέματα που αποτυπώνονταν στους πίνακες του, αυτούς δηλαδή, που είχε διάσπαρτα κρεμασμένους στους τοίχους του. Όλοι οι πίνακες του όμως, είχαν το ίδιο φόντο. Τα πολλά και θολά σύννεφα, πάνω στα οποία υπήρχαν έντονα ζωγραφισμένοι, κάτι σαν πολλοί Άγιοι.

Καλός άνθρωπος είναι, έλεγα μέσα μου, αλλά έχει πολύ μεγάλο μπερδεμένα. Και μαζί με αυτόν, σκεπτόμουν εκείνη την ώρα και τον φωτογράφο φίλο μου. Ενώ εγώ έψαχνα μια λογική σειρά, αυτός με έσπρωχνε προς τον αλόγιστο χώρο της φαντασίας, όπου ούτε αρχή υπήρχε, αλλά ούτε και τέλος. Αυτά σκεπτόμενος όμως, άκουγα και την ανάλυση που μου έκανε ο ζωγράφος.

Κάθε έργο μου έλεγε, είναι μέρος ενός μεγαλύτερου και μου έδειχνε τις προεκτάσεις ενός τέτοιου μεγάλου έργου, το οποίο είχε αποτυπώσει σε τέσσερις επίσης μεγάλους πίνακες, γιατί δεν χωρούσε μόνον σε ένα από αυτούς κι όλοι μαζί, κάλυπταν ολόκληρο τον τοίχο ενός δωματίου.

– Ολόκληρο το έργο. Πρόσθεσε. Μπορεί να μην το δούμε ποτέ, είτε γιατί δεν θα τελειώσει ποτέ, είτε γιατί δεν θα το θέλει ο Θεός.

– Μεγάλο μπέρδεμα αδελφέ μου. Του είπα. Μακάρι να μπορέσεις μόνος σου να το ξεμπερδέψεις, γιατί έτσι όπως είσαι χαμένος μέσα σ’ αυτά τα σύννεφα που ζωγραφίζεις, κανείς από όσους ξέρω, δεν θα μπορέσει να σε βρει εκεί που έχεις χωθεί, ώστε να σε επιστρέψει στην πραγματικότητα.

– Γι αυτό είμαστε μαζί. Έλεγε αυτός με νόημα. Για να μπορέσει ο ένας να βγάλει τον άλλον από αυτό το αδιέξοδο.

Κι ενώ έλεγε αυτά ο ζωγράφος, μπήκε κείνη την στιγμή ένας νεαρός στο ατελιέ του, ο οποίος έκοψε την κουβέντα μας, αλλά από όσα φάνηκαν εκ των υστέρων, ήταν γνωστός και γείτονας του ζωγράφου, για τον οποίο μου έλεγε σχετικά.

– Αν και είναι φοιτητής ακόμη. Ψάχνει κι αυτός να βρει τον Θεό.

– Καλά κάνουμε και ψάχνουμε, αλλά δεν μπαίνουμε σε λογική σειρά μόνο με το ψάξιμο. Πρέπει κάποιος να μας πει τι να κάνουμε. Τέτοιον οδηγό όμως, πουθενά δεν βλέπω.

– Κι εγώ έτσι το σκέφτομαι. Πρόσθεσε ένθερμα φοιτητής. Γι’ αυτό και μαζί με τον ηλεκτρολόγο, τον οποίο όπως έμαθα τον γνώρισες, κάνουμε εξορκισμούς στα σπίτια, με την βοήθεια βέβαια ενός άλλου και πολύ ποιο έμπειρου σ’ αυτά, τον οποίο θα πρέπει να γνωρίσεις κι εσύ κάποια στιγμή και είμαι βέβαιος ότι θα ενθουσιαστείς μαζί του.

– Κατάλαβα σε ποιον αναφέρεσαι, οπότε σε διαβεβαιώνω ότι τον γνώρισα και το καλό που σου θέλω είναι, να φύγεις όσο μπορείς πιο μακριά από αυτόν τον τρελό και το συντομότερο μάλιστα, πριν και συ νέο παιδί ακόμη, τρελαθείς για τα καλά. Καλά θα κάνεις μάλιστα, να φύγεις μακριά κι από εκείνον τον πειραγμένο ηλεκτρολόγο, γιατί κι αυτός δεν πάει καλά.

– Τι λες τώρα; Έλεγε ο φοιτητής. Ξέρεις πόσα νοερά ταξίδια έχω ζήσει εγώ μαζί του; Αυτός έχει μια ξαδέλφη, η οποία είναι πολύ καλός δέκτης. Την κοιμίζει πρώτα αυτός και μετά την στέλνει βόλτα στα πέριξ. Μέχρι και στην Ορεστιάδα την έστειλε μια μέρα μπροστά μου κι αυτή μας έλεγε όσα έβλεπε πηγαίνοντας, μέχρι που έφτασε στο σπίτι του πατέρα του. Μας εξηγούσε μάλιστα και κατά γράμμα αυτά που έβλεπε κι όπως έλεγε ο ηλεκτρολόγος που γνωρίζει τη περιοχή, έτσι ήταν, όπως ακριβώς μας τα έλεγε η κοιμισμένη ξαδέλφη του.

– Άκουσε φίλε μου. Αν συνεχίσεις να κάνεις παρέα με αυτούς τους τρελούς, δεν θα γλυτώσεις το ψυχιατρείο κι ας είσαι όπως λες φοιτητής ακόμη. Πρόσεχε τι κάνεις λοιπόν και μην είσαι τόσο εύπιστος, γιατί θα μπλέξεις άσχημα και κανίς δεν θα μπορέσει να σε ξεμπλέξει μετά. Άκουσες;

Αυτά είπαμε εκεί με τον φοιτητή κι όπως μου φάνηκε από την στάση που κράτησε στην συνέχεια, δυσανασχέτησε μαζί μου, αλλά και μου έδωσε την εντύπωση, ότι ίσως και να εξέταζε αργότερα αυτά που του είπα. Φεύγοντας όμως από το ατελιέ του ζωγράφου εκείνη την ημέρα, σκεπτόμουν ότι έκλεισε τελικά ο κύκλος των γνωριμιών που θέλησε να μου κάνει ο φωτογράφος, αλλά κι από τους ίδιους έμαθα, πως και γιατί συνδέονταν όλοι αυτοί μεταξύ τους.

Το κακό όμως ήταν, ότι με όλα αυτά τα χαζά, πουθενά δεν θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε, τόσο εγώ όσο κι αυτοί, τους οποίους έβλεπα στο ψυχιατρείο, αν συνέχιζαν να ψάχνουν με τον ίδιο τρόπο. Κράτησα ωστόσο επαφή μαζί τους και κατά διαστήματα περνούσα από τον ζωγράφο όταν με έβγαζε ο δρόμος προς την περιοχή του.

Εκεί λοιπόν και στο ατελιέ του ζωγράφου ήταν που είδα κι έμαθα πολλά σχετικά και άσχετα με το θέμα που μας απασχολούσε, όπως εκεί ήταν που γνώρισα και μερικούς ακόμη που όντως ήταν τρελοί. Επειδή όμως ήταν κι ο χώρος που συναντούσα τον φοιτητή, βεβαιώθηκα τελικά ότι με άκουσε αυτός κι έπαψε να συμμετέχει στους εξορκισμούς που έκανε μαζί με τον ηλεκτρολόγο κι εξαιτίας της δικής τους αποχής, σταμάτησε να τους κάνει κι κείνος ο παλαβός που ήθελε να με εξορκίσει.

Αυτός ειδικά, αφού έπαψε πια να κάνει εξορκισμούς, περιορίστηκε στον χώρο του, όπου κι εξέδιδε μια μικρής κυκλοφορίας εφημερίδα, την οποία ονόμαζε ο Βαρδάρης. Αυτήν δε, την διέθετε στα περίπτερα του κέντρου της πόλης μας, αλλά και την πουλούσε ο ίδιος προσωπικά χέρι, χέρι στους δρόμους της πόλης μας.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *