Ο Διευθυντής Μας Και Το Κομπολόι Του

  Μπήκαμε στο 1988 εν τω μεταξύ κι εγώ εξακολουθούσα να περνώ πολύ δύσκολα ως εργαζόμενος στην εταιρεία που βρισκόμουν απασχολημένος, ως υπεύθυνος του τμήματος πωλήσεων της, για τον λόγο ότι κάθε μέρα βρισκόμουν στην ίδια δυσμενή θέση του να απολογούμαι, όπως σας το ανάφερα και στα προηγούμενα.

Να απολογούμαι δηλαδή εγώ, για τον λόγο που δεν ήθελαν να δεχθούν ευχαρίστως πλέον οι πελάτες μας, το αδικαιολογήτως αυξημένο κόστος μεταφοράς που τους επιβάλαμε, εξαιτίας του οποίου κι από αρκετό καιρό πριν άρχισαν να μας δηλώνουν αυτοί την δυσαρέσκειά τους, αλλά και ομαδικά πια πολλοί από αυτούς να αποχωρούν διά παντός από τον κατάλογο των πελατών μας.

Αντί λοιπόν να συνετιστούμε και να μας απασχολήσει σοβαρά η συγκεκριμένη δυσμενής εξέλιξη κι αντί να αναζητήσουμε στην συνέχεια τρόπους και λόγους ικανούς να αποτρέψουν την σκληρή πραγματικότητα που εμείς οι ίδιοι προκαλέσαμε στον εαυτό μας εκ της συμπεριφοράς μας, ενεργούσαμε εντελώς αλλοπρόσαλλα ως εταιρεία.

Από την μια μεριά δηλαδή χρεώναμε τους πελάτες μας, όσα εμείς θα θέλαμε να καρπωθούμε από την μεταξύ μας συνεργασία κι από την άλλη, τους πιέζαμε καθημερινά και φορτικά μάλιστα να επιστρέψουν, έστω κι αν δικαιολογημένα αυτοί μας εγκατέλειπαν δυσαρεστημένοι.

Κι όχι μόνον αυτούς που μας έφευγαν πιέζαμε να επιστρέψουν, αλλά και νέους πελάτες ψάχναμε να βρούμε με την ίδια χρεωστική λογική. Αυτήν την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά βέβαια, οι καθ’ όλα υπεύθυνοι γενικοί διευθυντές μας επέβαλαν να εφαρμόζουμε, αδιαφορώντας για όσα τους διαμηνύαμε εμείς, περί του λανθασμένου τρόπου προσέγγισης νέων, όπως και δυσαρεστημένων πλέον πελατών μας.

Δεν δεχόταν δηλαδή να επιστρέψουμε στην πρώην λογική μας οικονομική συμπεριφορά, αλλά φανταζόμενοι μάλλον, θεωρούσαν ότι καταπιέζοντάς τους με συνεχείς κι επαναλαμβανόμενες επισκέψεις κι εξηγήσεις, θα τους πείθαμε τελικά να δεχθούν το υπερβολικό μας κόστος κι ευχαρίστως θα επέστρεφαν στο πελατολόγιό μας.

Βασισμένοι δηλαδή, στην δική τους φανταστική πραγματικότητα έκαναν όλα εκείνα τα λάθη, την οποία πραγματικότητα όμως, επιμόνως ήθελαν να βλέπουν αυτοί και μόνον ως όντως υπαρκτή. Το αποτέλεσμα της επιμονής τους βέβαια, ποτέ δεν τους δικαίωσε.

Εκ του αποτελέσματος λοιπόν κι εγώ αναφέρω τώρα, ότι έγινε αλλοπρόσαλλη η συμπεριφορά μας τότε κι ότι πράγματι, οι πελάτες μας ήταν αυτοί που την είδαν ως τέτοια, γι’ αυτό και λογικά μας απέρριπταν από μεταφορείς τους.

Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που κανέναν νέο, ή πρώην πελάτη μας δεν μπορούσα να φέρω στην εταιρεία μας, αφού παλιοί και νέοι, όλοι μαζί στον ίδιο χώρο ζούσαν κι όπως ήταν λογικό, τους ίδιους επαγγελματικούς κατά τα άλλα προβληματισμούς αντιμετώπιζαν.

Αν κάποιος από αυτούς δηλαδή, μετέδιδε στον επαγγελματικό του περίγυρο, την δυσαρέσκεια που ένιωθε προς την εταιρίας μας εξαιτίας της συμπεριφοράς μας, τί λέτε; Δεν θα επηρέαζε αρνητικά και την δική τους διάθεση, έστω κι αν διατηρούσαν ακόμη μέσα τους αυτοί, κάποια καλοπροαίρετη πρόθεση;

Όσο πιστικοί κι αν ήμασταν εμείς λοιπόν, κανέναν από αυτούς δεν μπορούσαμε να ξεγελάσουμε, ή να αναγκάσουμε να ενεργήσει οικονομικά εις βάρος της επιχείρησής του.

Αυτό βέβαια, ήταν κάτι που δεν περνούσε από το μυαλό των διευθυντών μας, οι οποίοι, είτε από σχετική αδυναμία κρίσης, είτε από υπέρμετρο εγωισμό κινούμενοι, είτε από άλλου είδους σπουδών προερχόμενοι, προσπερνούσαν την πραγματικότητα μας και φανταζόμενοι μετά θα έλεγα, απαιτούσαν επίσης φανταστικές λύσεις, όπως εκ του αποτελέσματος αποδέχτηκε, οι οποίες ήταν όντως πολύ μακριά κι από την ποιο απλή πραγματικότητα.

Αυτή λοιπόν εν ολίγοις ήταν η εικόνα που παρουσιάζαμε στην αγορά μας εκείνο το διάστημα και μαζί με όλα αυτά τα περίεργα, μας συνέβη και κάτι ακόμη ποιο παράλογο, ακόμη ποιο αντιεπαγγελματικό κι εξαιτίας αυτού, ακόμη ποιο επιζήμιο για την εταιρεία μας.

Μας εγκατέλειψε πρώτα ο Γερμανός διευθυντής μας, ο οποίος, μάλλον έγινε συνεταίρος με τον Σαουδάραβα έμπορο βοοειδών όπως σας ανάφερα στα προηγούμενα. Αυτό βέβαια δεν ήταν και τόσο κακό για την εταιρεία μας, αφού οποιοσδήποτε από το έμπειρο προσωπικό μας θα μπορούσε να τον αντικαταστήσει και μάλιστα να τα πήγαινε και καλύτερα από τον Γερμανό.

Ναι βέβαια. Αλλά τέτοιες θέσεις δεν δίνονται σε οποιονδήποτε κι αυτό ήταν το κακό που μας προέκυψε στην συνέχεια. Με το που μας έφυγε ο Γερμανός λοιπόν, αμέσως παραχώρησαν την θέση του οι γενικοί μας διευθυντές, δεν γνωρίζω για ποιόν απόκρυφο λόγο, σ’ εκείνον τον άνευ χαρτοφυλακίου διευθυντή που διαθέταμε.

Αυτόν δηλαδή που για αρκετά χρόνια είχαμε στην διάθεση της εταιρείας μας κι εγκατεστημένο σε προσωπικό γραφείο, δίπλα ακριβώς από αυτό του Γερμανού διευθυντού, αν και χωρίς αντικείμενο, εξαιτίας του οποίου και του δώσαμε το παρατσούκλι, διευθυντής άνευ χαρτοφυλακίου.

Αυτός λοιπόν, δεν είχε ιδέα από τίποτε. Δεν ήξερε δηλαδή τίποτε από τίποτε κι από κανένα επιμέρους έστω έργο της δουλειάς μας, όσο μικρό κι αν ήταν αυτό. Είχε όμως τουπέ διευθυντού κι ως τέτοιον τον αντιμετώπιζαν οι γενικοί διευθυντές, ακόμη κι αυτοί που ήταν τέτοιοι στα μεγάλα και μικρά Ευρωπαϊκά υποκαταστήματα της πολυεθνικής μας εταιρείας.

Όταν όμως ανέλαβε αυτός το γραφείο του διευθυντού, ανέλαβε μαζί με αυτό όπως εξυπακούεται και τις υποχρεώσεις του, όπως ανέλαβε και τις ευθύνες του, οι οποίες βέβαια, τον υποχρέωναν να έχει και τις ανάλογες γνώσεις.

Αυτές δηλαδή που έπρεπε να διαθέτει κάποιος, προκειμένου να καλύψει μια τόσο σοβαρή και διευθυντική θέση, βάση των οποίων και θα του ήταν πολύ εύκολο να αντιμετωπίσει τα καθημερινά μας προβλήματα, αυτά δηλαδή που μας προέκυπταν από τις συνηθισμένες συναλλαγές μας με τους πελάτες μας και λογικά κατέληγαν στο γραφείο του, αφού στην δική του αρμοδιότητα ανήκαν.

Και για την ακρίβεια όπως θα λέγαμε, καθόλου απόκρυφα δεν ήταν τα προβλήματά που έπρεπε να διευθετήσει, δεδομένου ότι τα πάντα ήταν πεντακάθαρα διατυπωμένα σε έγραφα και σε γλώσσες που ήξερε να μιλάει και να διαβάζει ο άνευ χαρτοφυλακίου, αφού Έλληνας εκ της Γερμανίας προερχόμενος ήταν, αλλά κι εύκολα μπορούσε να ανοίξει τους φακέλους, μέσα στους οποίους ήταν όλα και με χρονική σειρά τοποθετημένα.

Μι ξέροντας όμως τίποτε από τίποτε, όπως και τίποτε από την δουλειά μας, δεν ήξερε και τι να κάνει με εκείνους τους φακέλους, οι οποίοι καθημερινά όπως έπρεπε κατέληγαν στο γραφείο του και απαιτούσαν την διευθυντική τους λύση.

Εξαιτίας της δικής του αδυναμίας όμως, είχε γεμίσει το προσωπικό του γραφείο από φακέλους, οι οποίοι ήθελαν άμεση, αλλά κι επείγουσα τις περισσότερες φορές διευθέτηση.

Δεδομένου όμως, ότι το προηγούμενο διάστημα μας έφυγαν αρκετά από τα έμπειρα στελέχη της εταιρίας μας, λόγω των πιέσεων που κι αυτοί δεχόταν όπως εγώ, το παραμικρό πρόβλημα που μας προέκυπτε στο εξής, στον άσχετο διευθυντή μας το πήγαιναν προς διευθέτηση οι επίσης άσχετοι αντικαταστάτες τους.

Και λογικά γινόταν αυτό, αφού οι νέοι συνάδελφοί μας, αυτοί δηλαδή που ήρθαν να αντικαταστήσουν τους παλιούς, δεν μπορούσαν να διευθετήσουν τις υποθέσεις που είχαν προβλήματα, για τον απλούστατο λόγο, ότι τους έλειπε η απαραίτητη πείρα.

Για τους παραπάνω λόγους λοιπόν, έγιναν πολλοί αυτοί οι φάκελοι και όλοι μαζί βρισκόταν στοιβαγμένοι πάνω στο πολύ μεγάλο ομολογουμένως γραφείο του κι όσο αυτός απέφευγε να τους επεξεργαστεί, γινόταν όλο και περισσότεροι.

Επειδή πράγματι και δεν είχε ιδέα από την δουλειά μας, γι’ αυτό γινόταν αυτή η ατασθαλία, αλλά και να διαβάσει δεν ήξερε αυτά που αναφερόταν ως ιστορικό στους φακέλους. Πώς λοιπόν να έδινε λύσεις στα προβλήματα που οι φάκελοι περιείχαν;

Εξαιτίας αυτού λοιπόν, ένα μέτρο σε ύψος και ενάμισι σε πλάτος ήταν ο όγκος των φακέλων που βρισκόταν επάνω στο γραφείο του και για να βλέπει εκείνος ο άνευ γνώσεων διευθυντής μας προς την πόρτα του γραφείου του, σχημάτισε μια τρύπα ανάμεσα από τους φακέλους.

Αφού λοιπόν δεν μπορούσε να δώσει λύση σε κανένα από τα προβλήματα κι αφού αισθανόταν εγκλωβισμένος πίσω από τους πολλούς φακέλους, έβγαινε έξω από το γραφείο του και με το κομπολόι που κρατούσε στα χέρια του, έκανε συνεχώς βόλτες στον διάδρομο, αυτόν δηλαδή του πέμπτου ορόφου της οικοδομής που στεγαζόταν τα γραφεία μας, όπως θα είδε προφανώς να κάνουν και άλλοι διευθυντές σε ανάλογες υπηρεσίες.

Πολλές φορές τον είδα να κάνει το ίδιο, οπότε του έλεγα κι εγώ ένα πρωινό συμβουλευτικά. Καλό είναι αυτό που κάνεις. Έτσι πρέπει να κάνει ένας καλός διευθυντής. Να καταμερίζει εργασίες κι ευθύνες σ’ αυτούς που μπορούν να τις διευθετήσουν και με μια ματιά και μόνο αυτός λόγου πείρας, να διορθώνει τους υφισταμένους του, πολύ πριν κάνουν αυτοί κάποιο λάθος.

Αν για κάποιον λόγο δεν τους προλάβει και κάνουν αυτοί το λάθος, μετά θα είναι πολύ δύσκολο για τον οποιονδήποτε διευθυντή να το διορθώσει. Καλά κάνεις λοιπόν και τους προσέχεις, γιατί αν κάνουν όλοι αυτοί οι πενήντα υφιστάμενοί σου σωρηδόν τα λάθη, τότε δεν θα ησυχάζεις ποτέ, αφού θα τρέχεις συνεχώς να διορθώνεις τα λάθη τους, οπότε δεν θα σου μένει καθόλου χρόνος εξαιτίας τους να παίζει στον διάδρομο με το κομπολόι σου.

Άκουγε βέβαια αυτός αυτά που του έλεγα, χαμογελούσε αμήχανα στην συνέχεια, αλλά και συνέχιζε να παίζει με το κομπολόι του. Και οι γενικοί διευθυντές μας έβλεπαν την συνήθειά του όταν μας επισκεπτόταν, αλλά ποτέ των ποτών δεν του έκαναν, ούτε και την παραμικρή παρατήρηση.

Αντιθέτως, έκαναν αυστηρές παρατηρήσεις σ’ εμάς κατά την διάρκεια των συναντήσεων μας και καθόλου δεν δίσταζαν να μας θυμίζουν παρουσία αυτού του υπό τύπον διευθυντού, ότι πολλοί φάκελοι μαζεύτηκαν στο γραφείο του κι ότι έπρεπε να τον βοηθήσουμε εμείς προκειμένου να τους διευθετήσει.

Κι επειδή στο πρόσωπό μου κατά βάση απευθυνόταν εκείνες οι υποδείξεις, δεν μπορούσα να μην τους απαντήσω. Μα γι’ αυτό τον λόγο είναι αυτός διευθυντής μας. Είναι εδώ, για να πει σ’ εμένα όπως και στους υπόλοιπους εκ των συναδέλφων μας, τι και πως πρέπει να κάνουμε, προκειμένου να εξυπηρετήσουμε σωστά τους πελάτες μας.

Αν εγώ ως υφιστάμενός του, δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω στο τμήμα μου, αυτός έχει το δικαίωμα ως διευθυντής μου να με απολύσει, για να μην βρεθεί αναξιόπιστη η εταιρείας μας, εξαιτίας της δικής μου άγνοιας.

Αν όμως αυτός ως διευθυντής μας δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει σε κάθε περίπτωση, είναι δυνατόν να του το υποδείξω εγώ, ή οποιοσδήποτε άλλος από τους άπειρους συναδέλφους μας;

Αν βέβαια μπορώ εγώ να κάνω την διευθέτηση των φακέλων που αυτός έχει συσσωρευμένους στο γραφείο του και πλαγίως πλην σαφώς μου το ζητάτε, δεν έπρεπε να είμαι εγώ ο διευθυντής του καταστήματος;

Αν πάλι γινόταν αυτό και ήμουν εγώ ο διευθυντής του καταστήματος, δεν θα έδειχνα σ’ αυτόν τον κύριο την εξώπορτα, εδώ και τώρα;

Κι αν πάλι έβλεπα εγώ ως διευθυντής του, όπως κι εσείς βλέπετε να γίνεται και για πολλούς μήνες μάλιστα αυτό το χάλι πάνω στο γραφείο του, δεν θα είχα κάθε λόγο να του πω, ή τα ξεδιαλύνεις τώρα, ή τώρα κιόλας φεύγεις;

Αυτά τους έλεγα και με το δίκαιό μου, αλλά οι γενικοί διευθυντές μας έκαναν πως δεν καταλάβαιναν και με ένα στόμα μου απαντούσαν. Αφού βλέπεις το χάλι του λοιπόν, γιατί δεν τον βοηθάς ώστε να το απαλλαγεί;

Μα, τί είναι αυτά που μου λέτε; Ή, είμαι εγώ διευθυντής του και σε πέντε ώρες από τώρα, δεν θα υπάρχει κανένα στοιβαγμένο πρόβλημα πάνω στο γραφείο μου, ή, παραμένει αυτός στην θέση του κι εγώ ως υφιστάμενος του στην δική μου, έτοιμος να υπακούσω στις διαταγές του και να κάνω ότι μου υποδείξει αφού ξέρει.

Τι μπορούσαν να μου πουν όμως αυτοί, αφού η θέση του διευθυντού ήταν για ημέτερους, έστω κι αν δεν ήξεραν να κάνουν τίποτε από τίποτε; Μα και φυσικά δεν θα μπορούσα να την έχω εγώ ας πούμε, αφού δεν ήθελα να είμαι οργανωμένος. Αυτό άλλωστε δεν μου έλεγαν κάθε φορά που ερχόταν να μας επισκεφτούν; Πήγαινε να οργανωθείς, γιατί πουθενά δεν θα φτάσεις κι εδώ που είσαι, πολύ σου είναι.

Δεν αρκεί να ξέρεις πολλά και να είσαι καλός στην δουλειά σου. Εκείνο που προέχει, είναι να είσαι ο ρ γα ν ω μ έ ν ο ς. Κατάλαβες; Αν δεν οργανωθείς, τίποτε μην περιμένεις.

Αφού λοιπόν δεν είχε καμιά σημασία γι’ αυτούς, το πόσα ήξερα εγώ, όπως και πόσα μπορούσα να κάνω εις όφελος της εταιρείας που κι αυτοί εργαζόταν ως διευθυντές, γιατί να τους βοηθούσα, χωρείς κανένα λογικό αντίκρισμα;

Κάτω απ αυτές τις συνθήκες λοιπόν, δεν ήταν δυνατόν να πάμε πουθενά καλά σαν εταιρεία και προπαντός τότε, όταν όλοι αυτοί οι προβληματικοί φάκελοι, έδιωχναν μακριά μας και τον ποιο θαρραλέο πρώην πελάτη μας.

Ωστόσο βέβαια, μετά από δύο χρόνια, μας έστειλαν από τα κεντρικά μας γραφεία της Ελβετίας, έναν νέο άνευ χαρτοφυλακίου διευθυντή, ο ποίος κι εγκαταστάθηκε από συνήθεια δίπλα από τον προϋπάρχοντα διευθυντή μας.

Αυτός ιδικά, δεν σταμάτησε να παίζει με το κομπολόι του κι αφού κανείς δεν τον ενοχλούσε, δεν ήθελε να ασχοληθεί και με τα καθήκοντά του. Από όσα μας συνέβησαν όμως αργότερα, μάλλον τον πέταξαν σαν άχρηστο στην άκρη, αφού σιγά, σιγά και πονηρά, ανέλαβε ο νέος τα δικά του καθήκοντα, αν κι αυτός ήταν άσχετος με την δουλειά μας.

Ούτε αυτός δηλαδή ήξερε τι να κάνει κι επειδή το έπαιζε μελλοντικός και καθ’ αυτό διευθυντής μας, άρχισε να κάνει παντού επεμβάσεις, πλην εις μάτην, αφού είχαμε πάρει πια την κατηφόρα και κανείς πια δεν μπορούσε να μας σταματήσει από την διάλυση, η οποία ήρθε βέβαια λίγο αργότερα κι όπως το φοβόμασταν, μας άφησε άνεργους σε μια πολύ δύσκολη ηλικία. Κι όταν φτάσαμε εκεί, δεν μπορούσαμε να βρούμε πουθενά εργασία. Όλα αυτά όμως, θα σας τα περιγράψω στην ώρα τους.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *