Η εισροή των Αλβανών στην χώρα μας βέβαια δεν ήταν κάτι καινούριο, δεδομένου ότι άρχισαν να εισρέουν από πολύ νωρίτερα αυτοί και σωρηδόν μάλιστα. Εμείς πάλι, δεν θα ήμασταν καθόλου αρνητικοί προς αυτούς, αν πράγματι υπήρχε αναγκαίος λόγος να τους δεχθούμε ανάμεσά μας.
Οι πολιτικοί μας όμως, τους επέτρεπαν να εισρέουν ανεξέλεγκτα στο εσωτερικό της χώρας μας, καθοδηγούμενοι ασφαλώς από αυτούς που βρίσκονται κριμένοι πίσω τους, οι οποίοι βέβαια, ύπουλα και χωρίς να μας ρωτήσουν, με χίλιες ψεύτικες δικαιολογίες μας επέβαλαν την οριστική εγκατάσταση των Αλβανών ανάμεσά μας κι όχι μόνον, αφού και με Ρώσους μας γεμίσαμε στην συνέχεια.
Βεβαίως και θα τους δεχόμασταν όλους αυτούς, όταν κι αν τους είχαμε ανάγκη, αλλά ως εργατικό προσωπικό ενδεχομένως. Το να μπαίνουν όμως στην χώρα μας, χωρίς συγκεκριμένο λόγο και χωρίς να έχουν ελεγχθεί από κάθε άποψη, λογικά πια γέμισε ο τόπος μας από ανθρώπους που δεν είχαν τίποτε άλλο στο μυαλό τους, εκτός από το πως να κλέψουν και πως να κάνουν ένα σωρό βιαιοπραγίες εις βάρος των πολιτών μας, οι οποίοι και υποχρεώθηκαν να τους υποστούν.
Αυτοί που τα δρομολόγησαν όλα αυτά, βεβαίως και ήξεραν τι έκαναν. Εμείς όμως; Ξέραμε γιατί μας τους φόρτωσαν; Μάθαμε δηλαδή ποτέ γιατί έγινε αυτή εισαγωγή κακοπροαίρετων λαθρομεταναστών;
Αν μας έλεγαν τον πραγματικό λόγο που μας τους επέβαλαν, τι λέτε; Θα τους επιτρέπαμε ποτέ να μας γεμίσουν στην συνέχεια και μετά από λίγα χρόνια, με περισσότερους λαθρομετανάστες και μάλιστα από όλα τα μέρη της γης;
Με την δικαιολογία ότι άνθρωποι είναι κι ότι υπέφεραν στην πατρίδα τους ενδεχομένους, μας υποχρέωσαν να τους δεχθούμε μεν, αλλά όχι για λίγο όπως θα ήταν κάπως λογικό κι αυτό. Να τους υιοθετήσουμε μας υποχρεώνουν όμως και να τους δεχθούμε μάλιστα ως Έλληνες ανάμεσά μας και να έχουν αυτοί, περισσότερα δικαιώματα κι από μας, χωρίς να υποχρεούνται τίποτε.
Αυτό κάνουν δηλαδή, μας υποχρεώνουν να γίνουμε μόνιμη αποθήκη λαθρομεταναστών, αλλά και να πληρώνουμε εμείς τα αποθήκευτρα. Σε κανένα άλλο κράτος του κόσμου δεν έγινε κάτι τέτοιο. Κι αν για κάποιο λόγο ξεφύγει κανείς από αυτούς και μπει λαθραία στην Γερμανία ας πούμε, μας τον επιστρέφουν πίσω αμέσως οι Γερμανοί.
Στο Ισραήλ για παράδειγμα, δεν υπάρχει ούτε για δείγμα κάποιος λαθρομετανάστης, είτε Αλβανός είναι αυτός, είτε Πακιστανός. Αυτοί δηλαδή, ούτε και στα σύνορά τους επιτρέπουν να πλησιάσει κάποιος από τους μετανάστες, τους οποίους έτσι τους αποκαλούν σ’ εμάς. Δεν σας φαίνεται κάπως περίεργο αυτό;
Για να σας θυμίσω και την συμπεριφορά των Αλβανών όμως, θα σας αναφέρω κι ένα άλλο περιστατικό, το οποίο έγινε στης αρχές του Οκτώβριου μήνα εκείνης της χρονιάς. Για την ακρίβεια, στην Λαχαναγορά της πόλης μας βρισκόμουν ένα πρωινό και κατά τις πέντε τα χαράματα, δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από τον γέροντα της μονής μας, ο οποίος και μου έλεγε στα γρήγορα, ότι έπρεπε να φύγω αμέσως από εκεί, γιατί υπήρχε άμεση ανάγκη να βρεθώ στην Ουρανούπολη το συντομότερο δυνατόν, δεδομένου ότι έβγαζαν με το ταχύπλοο από το Άγιο Όρος κάποιον τραυματισμένο μοναχό, τον οποίο έπρεπε να μεταφέρω στον Πολύγυρο πρώτα και μετά σε κάποια κλινική της Θεσσαλονίκης, όπου και είχαν προγραμματίσει να του κάνουν άμεση επέμβαση στους τένοντες των χεριών του.
Θορυβήθηκα είναι αλήθεια, αλλά κι αμέσως ανταποκρίθηκα. Μπήκα στο φορτηγάκι μου και σε μιάμιση ώρα βρισκόμουν στην προβλήτα της Ουρανούπολης, όπου και με περίμεναν δύο μοναχοί. Ο παθών δηλαδή κι ο συνοδεύον αυτόν. Αφού μου είπαν κι αυτοί τα ίδια, αμέσως ξεκίνησα για τον Πολύγυρο, όπου και τους πήγα στο νοσοκομείο.
Εκεί βέβαια, μας περίμεναν οι γιατροί είναι αλήθεια, για τον λόγο ότι ήταν ενήμεροι για το περιστατικό. Αφού περιποιήθηκαν κάπως τις πληγές του τραυματισμένου μοναχού, τον ρωτούσαν στην συνέχεια να τους πει τι έγινε, αλλά επειδή ήταν Αυστριακός στην καταγωγή αυτός και αρκετά συγχυσμένος από αυτό που του συνέβη, τίποτε περισσότερο δεν μπόρεσαν να καταλάβουν οι γιατροί, εκτός από το ότι του έριξε τέσσερεις τσεκουριές κάποιος Αλβανός τα χαράματα όπως έλεγε, με καθαρή την πρόθεση να τον σκοτώσει.
Δεν πρόλαβαν να του κάνουν κι άλλες ρωτήσεις όμως, γιατί ήρθαν να τον πάρουν οι αστυνομικοί, προκειμένου να δώσει κατάθεση για το ίδιο περιστατικό, αλλά και να αναγνωρίσει τους δράστες τον καλούσαν, αφού δύο ήταν τελικά και αρκετά ταλαιπωρημένοι όπως τους έβλεπα, στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από τον χώρο της εγκληματικής τους δράσης, όπως κι από τους αστυνομικούς που έτρεχαν πολλές ώρες πίσω τους μέχρι να τους πιάσουν.
Όταν τους αναγνώρισε τελικά ο μοναχός, κραυγές έβγαζε μόνον από το στόμα του και με τα φασκιωμένα με γάζες χέρια του, συνεχώς τους δυό Αλβανούς έδειχνε, δηλώνοντας έτσι ότι αυτοί ήταν. Ζητούσε όμως την τιμωρία τους κι επειδή δυσκολευόταν να εκφραστεί και στην γλώσσα του ακόμη, μου τον έδωσαν οι αστυνομικοί προκειμένου να τον μεταφέρω γρήγορα στην κλινική, όπως κι αυτοί ήξεραν την εντολή που είχα πάρει.
Τον έβαλα πάλι στο φορτηγάκι μου λοιπόν και μαζί με τον συνοδό του, επίσης γρήγορα τους μετέφερα στον γιατρό που θα του έκανε την επέμβαση, ο οποίος ήδη ήταν έτοιμος και τίποτε δεν ρώτησε να του πω εγώ, η ο μοναχός που τον συνόδευε.
Κι ενώ έμπαιναν αυτοί στο χειρουργείο, βρήκα χρόνο εγώ κι ανάφερα στον γέροντά μας αυτά που μεσολάβησαν εν τω μεταξύ. Κι αφού έμεινε ικανοποιημένος αυτός από την δική μου συμμετοχή στο πρόβλημα που του προέκυψε, μου ζήτησε να προμηθεύσω τους μοναχούς και με όσα θα τους ήταν απαραίτητα, προκειμένου να μείνουν για λίγες μέρες μόνον στην κλινική όπως τους είπε ο χειρούργος κι αν μπορούσα μάλιστα, να έμενα κι εγώ μαζί τους μέχρι να στείλει εκεί και δεύτερο μοναχό, γιατί δεν θα ήταν εύκολο να εξυπηρετεί ένας μόνον τον εγχειρισμένο στα χέρια μοναχό, μένοντας μέρα και νύχτα δίπλα του.
Έμεινα λοιπόν μαζί τους αφού έτσι ήθελε ο γέροντας και μια εγώ, μια ο μοναχός που τον συνόδευε, τρεις μέρες και τρεις νύχτες έμεινα κοντά στον εγχειρισμένο κι όταν πια αυτός ηρέμισε και μπορούσε πλέον να μιλήσει μετά από το σοκ που πέρασε, μας διηγήθηκε τελικά την ιστορία της ζωής του, όπως και την περιπέτειά του βέβαια.
Σ’ αυτήν αναφερόμενος λοιπόν, έλεγε ότι Αυστριακός ήταν από καταγωγής κι ότι από δική του επιλογή κι επιθυμία, βρέθηκε μοναχός στους Αγίους τόπους. Δεν τον σήκωσε το κλήμα όμως, οπότε μετακόμισε μετά από λίγο καιρό στο Άγιο Όρος.
Αναζητώντας και μια μοναχική κατοικία εκεί προκειμένου να μένει μόνος του όπως ήθελε, εντόπισε μέσα στο δάσος της περιοχής των Καρυών μια καλύβα κι αφού έμαθε ότι ανήκε στο μοναστήρι μας, ζήτησε από τον γέροντά μας να του την παραχωρήσει.
Του την διέθεσε βέβαια ο γέροντας μας, οπότε, για αρκετά χρόνια την κατοικούσε, αν και σαν μοναχός, ήταν εντελώς αυτόνομος. Δεν ανήκε δηλαδή στην δύναμη της μονής μας. Ζούσε μεν με δικούς του πόρους, αλλά και με δική του ευθύνη έμενε στην ερημιά της συγκεκριμένης περιοχής.
Εκεί ζώντας όμως, είχε συνηθίσει την ερημιά και τον παραμικρό ήχο τον άκουγε πολύ καθαρά. Από πείρας δε, μπορούσε να διακρίνει αν ο ήχος που άκουγε προερχόταν από ζώο ή από άνθρωπο, ή αν ήταν από τις δύο σαύρες που διατηρούσε στην αυλή του ως κατοικίδια, τις οποίες και φρόντιζε προκειμένου να τις έχει παρέα του.
Το απόγευμα της περιπέτειάς του όμως, άκουσε ανθρώπινα βήματα στην περιοχή του και πολύ ανησύχησε, γιατί αυτόν ιδικά, κανείς δεν τον επισκεπτόταν, αφού ούτε παπάς ήταν, ούτε ονομαστός ήταν και λόγο της ομιλίας του, δύσκολα μπορούσε να τον καταλάβει κανείς, γιατί και τα Ελληνικά του, σαν Αυστριακά ακουγόταν.
Σούρουπο ήταν για την ακρίβεια όταν τους άκουσε να βαδίζουν στην ερημία του δάσους κι επειδή δεν ήξερε ποιοι ήταν αυτοί που πλησίαζαν στην καλύβα του, βγήκε έξω από αυτήν και στάθηκε στο μέσον της μικρής του αυλής να τους περιμένει, αλλά και να ελέγξει ήθελε τις θέσεις που βρισκόταν τα κατοικίδιά του.
Ανησύχησε είναι αλήθεια με την παρουσία των ανθρώπων εκείνη την ώρα, αλλά και πώς να μην ανησυχούσε, αφού ούτε κι άλλες ώρες δεχόταν επισκέπτες. Μέχρι να φανούν όμως αυτοί, καλούσε με τα ονόματα τους τις σαύρες, προκειμένου να τις προστατεύσει κι αυτές, γιατί δεν του φαινόταν και πολύ φιλική η επίσκεψη των αγνώστων.
Όταν τελικά εμφανίστηκαν αυτοί στην καλύβα του, του ζήτησαν δουλειά όπως προφασίστηκαν και μάλιστα οποιαδήποτε, γιατί πολλά ήξεραν να κάνουν όπως του έλεγαν. Μένω μόνος μου εδώ τους έλεγε αυτός κι ότι δεν είχε να τους δώσει να κάνουν καμιά δουλειά, αφού ούτε κήπο είχε, αλλά ούτε και οικοδομικές εργασίες χρειαζόταν.
Επέμεναν όμως οι Αλβανοί να του ζητούν κάποια δουλειά και για να τους ξεφορτωθεί όπως νόμισε, τους έδειξε την τσάπα του και τους είπα να του κόψουν με αυτήν μερικά χόρτα που είχε έξω από την καλύβα του, τα οποία βέβαια καθόλου δεν τον ενοχλούσαν.
Όταν μετά από δέκα λεπτά το έκαναν αυτοί, τους έδωσε δύο χιλιάρικα σε δραχμές τότε και μαζί με αυτά, τους έδωσε και λίγα τρόφιμα που είχε στο ντουλαπάκι του, αφού του έλεγαν οι Αλβανοί ότι πολύ πεινούσαν.
Αμέσως μετά, τους παρακάλεσε να φύγουν από την καλύβα του, αφού δεν είχε και τι περισσότερο να κάνει γι’ αυτούς, αλλά οι Αλβανοί δεν ήθελαν να το κάνουν. Αντιθέτως, του ζητούσαν να μπουν στην καλύβα του, όπως και να τους φιλοξενήσει μάλιστα σ’ αυτήν του ζητούσαν.
Διαισθανόμενος την πονηριά τους όμως, δεν τους το επέτρεψε, αλλά και χώρο δεν είχε προκειμένου να φιλοξενήσει κάποιον. Έμειναν για λίγο σκεπτικοί οι Αλβανοί και μετά από αυτό, πήραν την απόφαση να φύγουν, οπότε, σιγά, σιγά μεν, απομακρύνθηκαν από την καλύβα του μοναχού.
Απομακρύνθηκαν μεν αυτοί, αλλά ο μοναχός παρέμενε ανήσυχος, γιατί άρχισε να πέφτει η νύχτα πια και το μόνο που μπόρεσε να κάνει από εκεί και μετά, ήταν να βεβαιωθεί αν τα κατοικίδιά του ήταν ζωντανά κι αν ήπιαν το νερό που τους έβαλε στο πιατάκι τους.
Έκλεισε μετά τις πόρτες του και πήγε να ησυχάσει αν μπορούσε, αλλά μάταιος κόπος. Κουρασμένος καθώς ήταν στην συνέχεια, αφού μέχρι και τα χαράματα μάτι δεν έκλεισε από την ανησυχία που του προκάλεσαν, εκείνοι οι από το πουθενά επισκέπτες του, σηκώθηκε από το κρεβάτι του κι ενώ ετοιμαζόταν να κάνει τον πρωινό του μοναχικό κανόνα, πάλι άκουσε βήματα ανθρώπων να τον πλησιάζουν.
Φοβισμένος από το ενδεχόμενο να επέστρεψαν οι Αλβανοί, πλησίασε στο παράθυρό του, θέλοντας να διακρίνει ει δυνατόν από εκεί, αν έφτασαν αυτοί στον χώρο του, ή αν ήταν ακόμη μακριά του. Κι επειδή δεν μπορούσε να δει τίποτε από το παράθυρο, άνοιξε την πόρτα του και βγήκε στην αυλή του.
Ούτε κι από εκεί μπορούσε να διακρίνει τις κινήσεις τους βέβαια, γι’ αυτό τέντωσε τα αυτιά του περισσότερο, προκειμένου να καταλάβει από τον θόρυβο που προκαλούσαν αυτοί βαδίζοντας, την απόσταση που τους χώριζε.
Εκείνη τη στιγμή όμως, διαπίστωνε ότι αυτοί που τον πλησίαζαν, ερχόταν χωριστά. Ο ένας από την μπροστινή δηλαδή κι ο άλλος από την πίσω πλευρά της καλύβας του. Το γεγονός ότι τον πλησίαζαν χωριστά, ήταν κάτι που τον έκανε να ανησυχήσει ακόμη περισσότερο, γι’ αυτό κι έβαλε με τον νου του να μπει στην καλύβα του κι εκεί να ασφαλίσει τον εαυτό του, κλειδώνοντας τις πόρτες του.
Και τι πόρτες ήταν αυτές βέβαια, αφού με μια δυνατή κλοτσιά, θα μπορούσε να τις πετάξει κανείς ολόκληρες κάτω. Ωστόσο όμως, κινήθηκε προς το να μπει στην καλύβα του, αλλά πριν το κάνει, σκέφτηκε να πάρει μαζί του και τα κατοικίδιά του, προκειμένου να τα προφυλάξει κι αυτά.
Βλέποντας την μία να είναι πατημένη και με μίσος μάλιστα λυομένη στο χώμα, αναστατώθηκε για τα καλά πια όπως καταλαβαίνετε, οπότε, με το δίκαιό του σκεπτόταν μετά από λύγο, ότι αυτοί που τον πλησίαζαν, όλη την νύχτα τον περιτριγύριζαν.
Έψαξε ωστόσο να βρει και την δεύτερη σαύρα στην συνέχεια, την οποία βρήκε μεν ζωντανή, αλλά τρομαγμένη καθώς ήταν κι αυτή, χώθηκε μέσα στους θάμνους και προσπαθούσε να κρυφτεί κι από τον οικοδεσπότη της ακόμη.
Όσο κι αν την καλούσε αυτός και μάλιστα με το όνομά της, η σαύρα κρύφτηκε και δεν έλεγε να του παρουσιαστεί. Μπήκε τελικά μόνος στην καλύβα του ο μοναχός κι εκεί μέσα περίμενε να δει τι θα έκανε με τους επισκέπτες του, οι οποίοι, σίγουρα πια δεν είχαν καλό σκοπό.
Κοιτώντας όμως συνεχώς από το παραθυράκι του, είδε κάποια στιγμή την φιγούρα αυτού που ερχόταν από μπροστά, ο οποίος και στάθηκε για λίγο στην αυλόπορτά του. Και πριν κάνει πως προχωρά προς την πόρτα της καλύβας του, άνοιξε ο μοναχός το παράθυρό του κι από εκεί ρωτούσε τον Αλβανό να του πει, τί ήθελε και γιατί επέστρεψε.
Δικαιολογώντας εκείνος την επιστροφή του, έλεγε ότι επειδή πεινούσε επέστρεψε, γι’ αυτό και ζητούσε να του δώσει κάτι ακόμη προκειμένου να χορτάσει την πείνα του. Απαντώντας τον ο μοναχός, του έλεγε ότι τους έδωσε όσα είχε και δεν είχε κι ότι δεν του έμεινε τίποτε άλλο.
Κι επειδή δεν έβλεπε τον δεύτερο της παρέας τους, όντως ανήσυχος θέλησε να μάθει από αυτόν πού βρισκόταν ο άλλος. Απαντώντας τον ο Αλβανός, του έλεγε αδιάφορα, ότι δεν ήξερε που ήταν. Στενοχωρημένος λοιπόν ο μοναχός μαζί τους, γιατί σκότωσαν το κατοικίδιό του, τον έδιωχνε. Να φύγεις του έλεγε. Εγώ σας έδωσα ότι είχα για μένα κι εσείς μου σκοτώσατε την σαύρα μου. Φύγε λοιπόν και πήγαινε στις Καρυές. Εκεί υπάρχει ένα μπακάλικο, από όπου μπορείς να πάρεις ότι θέλεις για φαγητό. Εγώ δεν έχω να σου δώσω τίποτε άλλο.
Αυτά του έλεγε ο μοναχός κι ο Αλβανός έκανε πως απομακρυνόταν. Επειδή όμως, από ώρα πια δεν άκουγε τα βήματα αυτού που ερχόταν από την πίσω πλευρά της καλύβας του, μπήκε στο εσωτερικό της μετά από λύγο κι αφού ασφάλισε την μπροστινή του πόρτα, πήγε να κάνει το ίδιο και σ’ αυτήν που είχε στην πίσω πλευρά.
Αυτή ιδικά, τον βοηθούσε να βγαίνει στην μικρή υπαίθρια και αφύλαχτη αποθηκούλα που διατηρούσε, από όπου κι έπαιρνε τα ξύλα που διέθετε για τον χειμώνα, τα οποία κι έσχιζε εκεί με ένα τσεκούρι, προκειμένου να χωρέσουν στην μικρή του ξυλόσομπα.
Όταν λοιπό βρέθηκε στην πίσω πλευρά της καλύβας του, άνοιξε την πόρτα του και στάθηκε για λίγο στον υπαίθριο χώρο του, σκοπεύοντας να ακούσει, ή και να δει ενδεχομένως από εκείνο το σημείο, αν τον πλησίαζε τελικά κάποιος, αφού πράγματι δεν άκουγε τα βήματά του.
Δεν πρόλαβε να κάνει τίποτε από όσα υπολόγιζε όμως, γιατί του επιτέθηκε ξαφνικά ο δεύτερος Αλβανός και μάλιστα με το τσεκούρι που κρατούσε στα χέρια του. Το είχε δε, ήδη σηκωμένο και πριν καν προλάβει να πάρει ανάσα ο μοναχός, δέχτηκε την πρώτη τσεκουριά.
Ενστικτωδώς αντιδρώντας βέβαια, σήκωσε τα χέρια του προκειμένου να προφυλαχτεί κι έτσι, έφαγε την πρώτη τσεκουριά στην παλάμες του, με συνέπια να του κοπούν οι τένοντες.
Το αίμα του πεταγόταν είναι αλήθεια, αλλά το μένος του Αλβανού ήταν τέτοιο, που καθόλου δεν πτοήθηκε. Άλλες τρείς τσεκουριές του κατάφερε απανωτά στην συνέχεια και βλέποντας τα χέρια του μοναχού να κρεμούν πια από αδυναμία να σηκωθούν προκειμένου να τον προφυλάξουν, μια πέμπτη τσεκουριά του έριχνε στα γρήγορα, με φανερή την διάθεση να του σχίσει το κεφάλι στα δύο.
Για κακή του τύχη όμως, γλίστρησε εκείνη την στιγμή ο Αλβανός και χάνοντας την ισορροπία του, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τον σκοπό του, για τον λόγο ότι έχασε και το τσεκούρι την φορά που του έδωσε, το οποίο, αφού πέρασε μπροστά από το πρόσωπο του μοναχού χωρίς να τον ακουμπήσει, καρφώθηκε στο χώμα στην συνέχεια.
Έπεσε κι ο Αλβανός βέβαια κάτω, ο οποίος έκανε πολλές προσπάθειες να σηκωθεί στην συνέχεια. Γλιστρούσε όμως, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να πιάσει το τσεκούρι όπως υπολόγιζε, ώστε να βοηθηθεί από αυτό.
Αιμόφυρτος όμως κι ο μοναχός και συγχυσμένος καθώς ήταν από την τρομάρα που πείρε, κατέρρευσε και για να μην πέσει κάτω, έπιασε αυτός με τις ματωμένες του παλάμες το τσεκούρι, στην προσπάθειά του να στηριχτεί κι αυτός.
Βλέποντας ο Αλβανός, ότι άλλος πια κρατούσε το τσεκούρι και βάζοντας με το μυαλό του, ότι ήρθε η ώρα να δεχθεί κι αυτός μια γερή τσεκουριά στο κεφάλι του, έκανε μια κουτρουβάλα κι αφού πιάστηκε από τα στοιβαγμένα ξύλα, σηκώθηκε και τρέχοντας έφυγε από την καλύβα του μοναχού για να χαθεί μέσα στο δάσος.
Ο μοναχός βέβαια δεν είχε κάτι τέτοιο στο μυαλό του, αλλά και δεν μπορούσε να χειριστεί το τσεκούρι, αφού είχε κομμένους τους τένοντές του και μόνον οι αντίχειρές του έμειναν ανέπαφοι. Μόλις είδε όμως τον Αλβανό να φεύγει, άρχισε να σκέπτεται πια, το πως θα μπορούσε να βοηθηθεί, ώστε να μην πεθάνει από αιμορραγία.
Μπήκε λοιπόν στην καλύβα του κι αφού πείρε από εκεί μέσα ένα πανί και τύλιξε κάπως τα χέρια του, έφυγε αμέσως για τις Καρυές, ελπίζοντας βέβαια να φτάσει ζωντανός μέχρι το Αγροτικό ιατρείο τους.
Μετά από πολύ κόπο είναι αλήθεια, έφτασε κάποια στιγμή στον χωματόδρομο που οδηγούσε προς το ιατρικό κέντρο, αλλά ήταν αρκετά μακριά ακόμη από τον προορισμό του, γι’ αυτό κι άρχισε να απελπίζετε πια, σκεπτόμενος ότι δεν θα τα κατάφερνε τελικά.
Για καλή του τύχη όμως, έκανε την εμφάνισή του εκείνη την στιγμή ένα τζιπ της αστυνομίας, το οποίο κόντεψε να τον πατήσει έτσι όπως έτρεχε με αναμμένα τα φώτα του. Κατέβηκαν ωστόσο οι αστυνομικοί κι όπως έπρεπε, βοήθησαν τον μοναχό να μπει μέσα, τον οποίο στρίμωξαν στο αυτοκίνητο τους, δεδομένου ότι κι έναν άλλον μοναχό μετέφεραν στο ιατρείο εκείνη την στιγμή, τον οποίο είχαν μαχαιρώσει νωρίτερα οι ίδιοι Αλβανοί όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων.
Αυτόν ιδικά, τον τρύπησαν πέρα, πέρα με μια ξιφολόγχη κι ευτυχώς γι αυτόν, ούτε και τα δικά του ζωτικά όργανα έκοψαν. Του ζητούσαν λύρες για την ακρίβεια κι επειδή δεν είχε να τους δώσει, τον μαχαίρωσαν. Την συγκεκριμένη ενέργεια βέβαια, την άκουσα από τον ίδιο τον μοναχό, όταν κι αυτός μαζί με τον δικό μας έδινε κατάθεση στους αστυνομικούς του Πολυγύρου.
Αφού έφτασαν σώοι όμως μέχρι και το ιατρείο των Καριών, τα χαράματα δηλαδή της ημέρας που δέχτηκαν την επίθεση, τους περιποιήθηκαν οι γιατροί κι όπως σου είπα στην αρχή της αφήγησής μου, τους έστειλαν στο νοσοκομείο του Πολυγύρου για τα περεταίρω στην συνέχεια.
Αυτά εν ολίγοις μου διηγήθηκε ο δικός μας μοναχός, ο οποίος έγινε καλά βέβαια στην συνέχεια, αλλά του άφησε αρκετά κουσούρια η περιπέτεια του, αν και τα χέρια του επανήλθαν σε κανονική χρήση. Κι επειδή δεν μπορούσε να μένει μόνος του πλέον στην καλύβα του, τον γηροκόμησαν οι μοναχή της μονής μας κατά την επιθυμία του γέροντά μας.
Δεν γνωρίζω βέβαια τι έγινε με τους Αλβανούς, αλλά ο εν λόγω μοναχός έμεινε αρκετά χρόνια στο γηροκομείο μας μετέπιπτα, μέχρι που στο τέλος τα έχασε εντελώς ο φουκαράς κι από το άγχος που του έμεινε ως μάρτυρας του περιστατικού που έζησε, όλο ναι, ναι, ναι έλεγε όπου κι αν βρισκόταν κι όταν του ερχόταν να κάνει την ανάγκη του, δεν ήταν σε θέση να πάει στον ιδικό χώρο. Την έκανε οπουδήποτε.
Και χημική τουαλέτα που του βάλανε μέσα στο δωμάτιό του, ποτέ του δεν την χρησιμοποίησε μόνος του, οπότε, μόνιμο νοσοκόμο του διέθεσε πλέον ο γέροντάς μας, ο οποίος και τον φρόντιζε μέχρι που κοιμήθηκε τελικά, σε ηλικία πενήντα οκτώ ετών αν θυμάμαι καλά.
Μιχάλης Αλταλίκης