Ο μπάρμπα Χαράλαμπος και η ζωή του

   Μέχρι να φτάσω στο σπίτι μου λοιπόν, αυτά που σας ανάφερα παραπάνω σκεφτόμουν και πριν καλά, καλά ανέβω στο διαμέρισμά μας, μάλλον συμφώνησα με την ιδέα, ότι τώρα είναι η ώρα που πρέπει να συζητήσουμε σοβαρά όλοι μαζί κι ο καθένας χωριστά και με τον εαυτό του πρώτα, για το πόσο σημαντική είναι η συμμετοχή του Θεού στην ζωή μας και πόσο λογική είναι η επιδίωξή της.

Ακούγοντας κανείς το σκεπτικό μου, εύλογα θα μπορούσε να πει, ότι μετά από τόσα χρόνια σχέσης που έχεις με την εκκλησία, την μονή σας, τον πνευματικό σου, την βοήθεια της Παναγίας και όλων των άλλων που σου παραχωρήθηκαν όπως μας αναφέρεις, βεβαίως και σου φαίνεται πολύ λογικό αυτό που σκέφτηκες.

Σ’ εμένα όμως που δεν είδα τίποτε από όλα αυτά, πως μπορώ να είμαι σίγουρος, αν θα έχω, η δεν θα έχω, την μέριμνα του Θεού να καλύπτει όλα μου τα θέματα, ώστε να Του την ζητήσω, αφού όπου κι αν βρέθηκα, την δική μου ζωή αντιμετωπίζοντας, μόνος μου ήμουν και κανέναν άλλον δε είδα εκεί να μου παρέχει την συμπαράστασή του;

Μπήκα στο σπίτι μου όμως εκείνη την στιγμή κι εξαιτίας αυτού, σταμάτησαν οι λογισμοί να με ενοχλούν με ερωτήσεις. Την επομένη το πρωί όμως, ο μπάρμπα Χαράλαμπος τους απαντούσε όλους χωρίς να του το ζητήσω.

Όταν έφτασα στο σπίτι του λοιπό, τον βρήκα να με περιμένει όρθιος και χαμογελαστός όπως πάντα μπροστά στην πόρτα της μικρής αυλής του και να κρατά μάλιστα μια πλαστική σακούλα στα χέρια του.

Μια παλιά σιδερένια πόρτα ήταν αυτή βέβαια κι όπως το υπολόγιζα, δεν μπορούσε να προστατεύσει το σπίτι του από τους περαστικούς, αφού πάντα ανοιχτή ήταν. Για τον ίδιο λόγο, ούτε κι από τα αδέσποτα σκυλιά ήταν δυνατόν να προστατευθεί το σπίτι του, μια και κανείς δε σκεφτόταν να τα απομακρύνει, γι’ αυτό κι έκαναν αμέριμνα βόλτες στην αυλή του.

Βλέποντας να σταματώ δίπλα του πάντως, αμέσως ήρθε ο μπάρμπα Χαράλαμπος να καθίσει στην θέση του συνοδηγού αφού βέβαια με καλημέρισε πρώτα. Κι ενώ ετοιμάστηκα να τον ρωτήσω, γιατί επιτρέπει στα σκυλιά να τον γυροφέρνουν, αυτός έλεγε από μόνος του, λες κι ότι κατάλαβε τι ήθελα να τον ρωτήσω.

Κι αυτά πλάσματα του Θεού είναι βρε Μιχάλη κι αφού Αυτός τα στέλνει στην αυλή μου να περπατούν, πώς μπορώ να τα διώξω; Εδώ που βρίσκεται το σπίτι μου άλλωστε, εύκολα θα μπορούσε να τρομάξει κάποιος την γυναίκα μου με την παρουσία του και μόνο, αφού ούτως ή άλλως, χρήματα δεν θα μπορούσε να βρει. Βλέποντας όμως τα σκυλιά έξω από την πόρτα μας, κανείς δεν τολμά να μας ενοχλήσει.

Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν και γι’ αυτό ακόμη μεριμνά ο Θεός, που τόσο απρόσεχτα εγκαταλείπουμε εμείς οι άνθρωποι. Αδύναμοι καθώς είμαστε όμως, δύσκολα δεχόμαστε την ύπαρξη της μόνιμης μέριμνάς Του, γιατί μας εμποδίζει να την δούμε, η δική μας συμμετοχή σε ότι κάνουμε. Αφού εγώ το έκανα λέμε και κανέναν άλλον δεν είδα εκεί να με βοηθάει, πως μπορώ να δεχθώ τόσο εύκολα, ότι έτυχα της βοηθείας του Θεού; Κατάλαβες;

Εδώ που μένουμε όπως βλέπεις, δεν υπάρχουν πολλά σπίτια κι όλοι οι γείτονες σαν κι εμάς φτωχοί είναι. Από κανένα σπίτι δηλαδή δεν περισσεύουν φαγητά, αλλά και αποφάγια δεν έχουμε. Εξ αυτού λοιπόν, τίποτε δεν έχουμε να δώσουμε στα σκυλιά. Κι όμως, μέρα και νύχτα εδώ γυρίζουν αυτά και προστατεύουν όλους μας.

Τα χαϊδεύουμε μόνο για λύγο κι αυτό τους φτάνει θα λέγαμε, γι’ αυτό και δεν μας εγκαταλείπουν. Και τα παιδιά μας πρέπει να σου πω ότι αυτά τα πήγαιναν και τα έφερναν από το σχολείο όταν ήταν μικρά, αλλά κι ακόμη τα συνοδεύουν μέχρι να φτάσουν στην στάση του λεωφορείου.

Αυτό δηλαδή είναι που κι εμένα υποχρεώνει να δεχθώ, ότι η μέριμνα του Θεού τα κρατάει τόσα χρόνια δίπλα μας. Μήπως όμως σε ενοχλώ με την φλυαρία μου; Από ότι βλέπω, πολλά αυτοκίνητα κυκλοφορούν στον δρόμο αυτήν την ώρα, αν και είναι νύχτα ακόμη.

Όχι μπάρμπα Χαράλαμπε, του είπα, καθόλου δεν με ενοχλείς. Απορώ όμως με τον τρόπο που αντιμετωπίζεις όλα αυτά που γίνονται γύρο σου. Χωρίς να σκεφτεί αυτός, αμέσως απάντησε. Η ζωή που έζησα κι ακόμη με υποχρεώνει να ζω βρε Μιχάλη, αυτή είναι που με κάνει να τα βλέπω όλα όπως είναι στην πραγματικότητα κι όχι όπως εγώ θα ήθελα, γι’ αυτό και με βλέπεις τόσο έμπειρο όπως κι άλλη φορά άκουσα να μου το λες.

Αν ζούσες κι εσύ τα ίδια πράγματα με εμένα, το ίδιο έμπειρος θα ήσουν. Μη σου φαίνονται και τόσο σπουδαία λοιπόν αυτά που βγαίνουν από μέσα μου, γιατί ούτε κι εγώ τα σκέφτομαι. Από μόνα τους θαρρείς και θέλουν να ειπωθούν, γι’ αυτό και τα λέω με τόση ευκολία.

Απορώντας με την απάντησή του, πάλι του έλεγα. Δεν ξέρω πως γίνεται αυτό μπάρμπα Χαράλαμπε, αλλά αυτά που λες, όπως τα λες, δεν είναι λόγια κάποιου αγράμματου όπως εσύ κάθε τόσο το αναφέρεις κι αυτό είναι που με κάνει να πιστεύω, ότι επίτηδες μας το αναφέρεις αυτό ανάμεσα στις κουβέντες σου.

Όχι βρε Μιχάλη. Τί είναι αυτά που λες; Εγώ σ’ αυτό το σπίτι γεννήθηκα κι από όσα ξέρω, ούτε δικό μου είναι, ούτε του πατέρα μου ήταν. Κάποιος γνωστός του, του το παραχώρησε όταν ήταν νιόπαντρος με την μητέρα μου, αλλά και ποτέ δεν τον είδα να μας επισκέπτεται.

Και δεν πήγα στο σχολείο, γιατί με πρόλαβε ο πόλεμος του σαράντα. Για την ακρίβεια, το τριάντα πέντε γεννήθηκα και λύγο πριν το σαράντα πέθανε η μητέρα μου. Δεν πρόλαβε δηλαδή να με γράψει σε κάποιο σχολείο.

Ο πατέρας μου πάλι, στο λιμάνι δούλευε ως αχθοφόρος. Και για να φέρει κάτι στο σπίτι μας, όλη την ημέρα έλειπε. Κι επειδή δεν ήταν κανείς στο σπίτι να με προσέχει, μια και ήμουν μικρός ακόμη, σκεφτόταν να με πάει σε κάποιον συγγενή του, που κι αυτός φτωχά ζούσε με την οικογένειά του σε ένα χωριό, από αυτά που βρίσκονται κοντά στον Αξιό ποταμό.

Και τους γείτονες παρακαλούσε να με προσέχουν όσο αυτός έλειπε, αλλά επειδή μου έλειπε η μάνα μου, ξέφευγα από την προσοχή τους και στην εκκλησία έτρεχα να την βρω, αφού εκεί θυμόμουν να με παίρνει μαζί της όταν πήγαινε.

Δεν την έβρισκα όμως, γι’ αυτό και όλη την ημέρα στα σκαλοπάτια της εκκλησίας την έβγαζα περιμένοντάς την, αν και νηστικός τις περισσότερες φορές. Στα σκαλοπάτια της μένοντας όμως, πολλά γύριζαν μέσα στο μυαλό μου, τα οποία βέβαια, δεν ήξερα να τα σκεφτώ από μόνος μου. Αλλά και μικρός ήμουν για να κάνω τέτοιες και παρόμοιες σκέψεις. Οπότε, από αυτές μάλλον θα σπούδασα όπως θα έλεγες εσύ, για το πως πρέπει να αντιμετωπίζουμε την ζωή μας.

Κι επειδή όλη την ημέρα σχεδόν ήμουν καθισμένος σ’ εκείνα τα σκαλοπάτια, εύκολα με εύρισκε κι ο πατέρας μου όταν επέστρεφε από την δουλειά κι έβλεπε να λείπω από το σπίτι. Αυτό δηλαδή έγινε και η αιτία μετέπειτα, ώστε να με πάει τελικά στον συγγενή του, αφού δεν μπορούσε να με προστατεύσει με τους γείτονες.

Δεν ήμουν καλά, καλά πέντε χρονών δηλαδή όταν με το κάρο κάποιου φίλου του με πήγε εκεί, αλλά κι όταν φτάσαμε, με καλή διάθεση με δέχθηκε αυτός στο σπίτι του κι όπως το υποσχέθηκε στον πατέρα μου, όταν ερχόταν η ώρα, θα με έγραφε στην πρώτη τάξη του χωριού τους. Τίποτε όμως δεν έγινε, γιατί μεσολάβησε ο πόλεμος.

Κατά την διάρκεια του πολέμου όμως, έχασα και τον πατέρα μου, όπως και τον συγγενή του, τον θείο Τάσο δηλαδή, γιατί και οι δύο σκοτώθηκαν στην Αλβανία. Η γυναίκα του ταλαντεύτηκε τότε για το αν έπρεπε να με κρατήσει δίπλα της ή όχι, ή να με στείλει σε κάποιο ίδρυμα, ή κάτι τέτοιο κι επειδή μάλλον με λυπήθηκε, με κράτησε τελικά στο σπίτι της.

Κι αφού αυτό μας προέκυψε, μαζί κάναμε τις δουλειές που έπρεπε να γίνουν στα χωράφια της, γιατί κι αυτή δεν είχε σε ποιόν άλλον θα μπορούσε να με αφήσει, όσο θα έλειπε από το σπίτι της.

Εγώ ο πεντάχρονος δηλαδή, ήμουν κι εργαζόμενος κατά κάποιον τρόπο δίπλα από την θεία μου Τασούλα, για να φάμε εμείς και τα δυο μωρά της, αυτά δηλαδή που στην πλάτη της τα κουβαλούσε μέχρι να πάμε σε κάποιο χωράφι κι εγώ τα φύλαγα εκεί μέχρι να τελειώσει αυτή από τις υποχρεώσεις της.

Όταν το απόγευμα πια επιστρέφαμε στο σπίτι, έβαζε η θεία Τασούλα τα δίδυμα να κοιμηθούν σε μια ξύλινη κούνια, από αυτές δηλαδή που ήταν ξύλινες όπως το θυμάμαι κι έμοιαζαν με σαμάρι  και μέχρι να κάνει αυτή κάτι για φαγητό, εγώ κουνούσα τα μωρά να κοιμηθούν.

Όταν όμως έπεσε η πείνα στην Θεσσαλονίκη, μέχρι εκεί ερχόταν οι άνθρωποι να αγοράσουν λύγο αλεύρι από σιτάρι, ή από καλαμπόκι, ακόμη κι από σίκαλη αν δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Ήταν μακριά όμως το χωριό και με τα πόδια ερχόμενοι αυτοί, πολύ κουρασμένοι ήταν.

Όταν πάλι έπρεπε να επιστρέψουν στα σπίτια τους αυτοί, ακόμη ποιο πολύ σκεφτόταν την κόπωσή τους, γι’ αυτό και ζητούσαν από την θεία μου να τους βοηθήσω εγώ μέχρι σε κάποιο σημείο τουλάχιστον.

Κι αυτό που ήθελαν, ήταν να κουβαλώ κι εγώ με την πλάτη μου ένα μέρος από το αλεύρι που αγόραζαν, αντί κάποιας επιπλέον αμοιβής βέβαια που έπαιρνε η θεία μου, για τις ανάγκες μας όπως τους έλεγε.

Την δουλειά του χαμάλη δηλαδή, από εκεί την έμαθα. Όταν όμως τελείωσαν οι συνέπιες του πολέμου κι εγώ ήμουν εκπαιδευμένος πια χαμάλης, ζήτησα να φύγω από το σπίτι της θείας μου, γιατί δεν ήθελα να της είμαι βάρος.

Μη μπορώντας να τα βγάλει πέρα μόνη της κι αυτή πλέον, παντρεύτηκε κάποιον κι έτσι, πράγματι έφυγα, αλλά κι έβλεπα πια, ότι δεν χωρούσα ανάμεσά τους. Όταν έφυγα όμως, εγώ ήμουν δέκα χρονών και μην έχοντας που να μείνω στην Θεσσαλονίκη, θυμήθηκα το σπίτι μας.

Εκεί θα μείνω είπα κι άρχισα να ψάχνω από μνήμης τον χώρο που βρισκόταν. Δυο μέρες το έψαχνα, αλλά στο τέλος το θυμήθηκα. Και να σου πω τώρα, ότι την εκκλησία έψαχνα και τα σκαλοπάτια της. Αν έβρισκα αυτά έλεγα, θα εύρισκα και το σπίτι μας. Όταν πήγαινα σ’ αυτήν, ήταν κατηφόρα όπως θυμόμουν κι όταν επέστρεφα στο σπίτι, αρκετά ψηλά στην ίδια σειρά το εύρισκα.

Όταν βρήκα επιτέλους τα σκαλοπάτια της εκκλησίας Μιχάλη, δεν μπορείς να πιστέψεις πόσο έκλαψα και πόσο κοιτούσα προς την πόρτα της, μη τυχόν κι έβλεπα την μάνα μου να βγαίνει και να με αγκαλιάζει σφιχτά όπως το έκανε και να μου λέει με την ζεστή φωνή της. Μη στενοχωριέσαι αγόρι μου. Κι εγώ είμαι εδώ και η Παναγία μας είναι εδώ.

Δεν έγινε αυτό βέβαια, αλλά εγώ, ανακουφισμένος μπήκα στο σπίτι μας όταν τελικά το βρήκα. Θυμόμουν τον πατέρα μου να απλώνει το χέρι του και να παίρνει το κλειδί από το μικρό παραθυράκι που υπήρχε πάνω από την πόρτα μας κι αυτό έκανα.

Για να μπορέσω να πάρω το κλειδί δηλαδή, κάτι πέτρες και τούβλα που βρήκα στην αυλή έβαλα μπροστά στην πόρτα και πατώντας πάνω τους το έπιασα. Όταν μπήκα μέσα όμως, ποιο πολλές ήταν οι αράχνες που έβλεπα, παρά τα λιγοστά πράγματά μας.

Και ποια πράγματα δηλαδή, αφού μια καρέκλα καλή και μια σπασμένη ήταν δίπλα από το μικρό ξύλινο τραπεζάκι μας κι ένα ντιβάνι μισό στρωμένο όπως το ξέχασε ο πατέρας μου. Και το τζάκι μας ήταν εκεί βέβαια, αν και είχε να ανάψει πολύ καιρό, γι’ αυτό και το σκέπαζαν οι αράχνες.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *