Σας είχα αναφέρει στα προηγούμενα, ότι φύγαμε βιαστικά από το σπίτι που νοικιάζαμε πριν από πέντε χρόνια περίπου, λόγο της πολύ ξαφνικής άφιξης του ιδιοκτήτη μας από την Γερμανία.
Όταν μας συνέβη αυτό λοιπόν, ζήτησα από τον ΟΤΕ, να μεταφέρει το τηλέφωνο μου στο σπίτι του πεθερού μου, μέχρι που να έρθει η ώρα να εγκατασταθούμε τελικά στο δικό μας σπίτι.
Από τότε και μετά όμως, άρχισαν να μου ερχόταν κάθε δίμηνο, τρελοί λογαριασμοί, αν και δεν χρησιμοποιούσαμε την δική μας συσκευή, λόγω του ότι λειτουργούσε εκεί η τηλεφωνική γραμμή του πεθερού μου.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, κάθε φορά που μου ερχόταν ο λογαριασμός, έτρεχα να διαμαρτυρηθώ στον ΟΤΕ για τον λόγο που χρεωνόταν η γραμμή μας με υπέρογκες κλείσεις, αφού το τηλέφωνό μας ήταν ανενεργό όπως σας είπα. Σαν σε αποθήκη δηλαδή το είχαμε εκεί.
Και το τηλέφωνο του πεθερού μου βέβαια παρουσίαζε κάποια αύξηση κλήσεων, τις οποίες όμως, αποδίδαμε και στην δική μας χρήση, αφού αυτό χρησιμοποιούσαμε κι εμείς όταν υπήρχε κάποιος λόγος.
Όσο κι αν τους διαμαρτυρόμουν όμως, τίποτε δεν μπορούσα να καταφέρω αφού δεν έλεγε να λήξει εκείνο το πρόβλημα. Και δεν έλεγε να λήξει, αφού συνεχώς την ίδια απάντηση μου έδιναν οι αρμόδιοι υπάλληλοι του ΟΤΕ.
Τί να σας κάνουμε κύριε; Μη κάνετε εσείς τηλεφωνήματα, για να μην σας τα χρεώνουμε κι εμείς. Αυτό δηλαδή απαντούσαν προκλητικά και σημασία δεν έδιναν για όσα τους έλεγα, ότι το τηλέφωνό μας ήταν κλειστό δηλαδή κι ότι δεν υπήρχε λόγος να το χρησιμοποιούμε, αφού τις ανάγκες μας τις καλύπτει άλλη γραμμή.
Κουνούσαν επιδοκιμαστικά τα κεφάλια τους αυτοί για όσα τους έλεγα και τίποτε δεν έκαναν προκειμένου να ικανοποιήσουν το αίτημά μου και να εξετάσουν με κάποια προσοχή τουλάχιστον το θέμα μου. Ως εκ τούτου λοιπόν, κάθε φορά έφευγα συγχυσμένος από τον ΟΤΕ, εξαιτίας της κακής τους συμπεριφοράς.
Ωστόσο όμως, μετά από κάθε διαμαρτυρία μου, επέστρεφε ο λογαριασμός του τηλεφώνου μας στα φυσιολογικά του νούμερα. Μας χρέωναν δηλαδή μόνον τα πάγια και κάτι παραπάνω, σαν να μας έλεγαν ότι να, κάνετε τελικά από αυτήν την γραμμή κάποιες κλίσεις.
Από εκεί και μετά όμως και κάθε δίμηνο σταδιακά, πάλι ανέβαζαν στα ύψη τις χρεώσεις τους. Άρχιζαν δηλαδή να μας χρεώνουν με δυό χιλιάδες δραχμές το δίμηνο, τα οποία ήταν όντως πολλά για την εποχή που αναφέρομαι και κλιμακωτά μετά, τις ανέβαζαν έως και τις πενήντα χιλιάδες στο ένα δίμηνο.
Αρρώσταινα κάθε φορά όταν έβλεπα τον λογαριασμό ανεβασμένο, αλλά ποιο πολύ αρρώσταινα, όταν άκουγα τους υπευθύνους του ΟΤΕ να μου λένε τα ίδια στις διαμαρτυρίες μου. Αφού κάναμε πολλές κλίσεις δηλαδή, έπρεπε να υπολογίζω εγώ, ότι θα πλήρωνα και το κόστος τους.
Παρόλα αυτά όμως, ήρθε μια μέρα ένας τεχνικός τους στο σπίτι του πεθερού μου, προκειμένου να εξετάσει επιτόπου το θέμα. Όταν είδε αυτός να υπάρχουν δύο γραμμές στον ίδιο χώρο, απεφάνθη, ότι αυτός ήταν ο λόγος που χρεωνόμασταν τόσα πολλά, οπότε μας συνέστησε, ή να κλείσουμε εντελώς την μία από τις δύο γραμμές, ή να μεταφέρουμε την μία κάπου αλλού.
Επειδή ήδη μεσολάβησε όμως η μετακόμισή μας στο δικό μας σπίτι πλέον, προτιμήσαμε να ζητήσουμε από τον ΟΤΕ και την μετακόμιση της τηλεφωνικής μας γραμμής εκεί. Πράγματι λοιπόν κι έγινε αυτό, οπότε περίμενα κι εγώ να δω την λήξη του προβλήματός μου, αλλά εις μάτην.
Μη μπορώντας λοιπόν να ανεχθώ περισσότερο τον βασανισμό μου, πήγα να τους κάνω νέες διαμαρτυρίες μια μέρα, όταν πληροφορήθηκα από τους τεχνικούς τους, ότι από την δική μου συσκευή γινόταν και κλίσεις προς την Αμερική.
Δεν κάνουμε τηλέφωνα στην Αμερική βρε παιδιά τους έλεγα. Τί είναι αυτό που κάνετε επιτέλους; Δεν είναι δυνατόν να φουσκώνετε συνεχώς τον δικό μου λογαριασμό, με τηλέφωνα που εσείς κάνετε, ή δεν ξέρω ποιός άλλος τα κάνει.
Ξέρετε τι μου απαντούσαν; Έχετε κανέναν δικό σας στην Αμερική; Έχουμε τους έλεγα. Ο κουνιάδος μου είναι εκεί ο οποίος σπουδάζει. Με αυτήν την δικαιολογία μπροστά τους, απαντούσαν θρασύτατα. Να λοιπόν το πρόβλημα. Η γυναίκα σου κάνει συνεχώς τηλέφωνα στον αδελφό της κι αυτός είναι ο λόγος που σου ανεβαίνει ο λογαριασμός τόσο πολύ κι αδίκως έρχεσαι εσύ εδώ και μας διαμαρτύρεσαι. Να πεις λοιπόν στην γυναίκα σου, να μην κάνει τόσα πολλά τηλέφωνα στην Αμερική, για να μη τα πληρώνεις εσύ σαν κορόιδο.
Βεβαίως και πίεζα την γυναίκα μου να μου πει, αν όντως έκανε τηλέφωνα στον αδελφό της, για να μην διαμαρτύρομαι τουλάχιστον αδίκως. Όχι για να μην κάνει κλίσεις δηλαδή. Αλλά αν όντως έκανε, να τις πληρώναμε αξιοπρεπώς.
Ποτέ μου δεν έκανα κάτι τέτοιο έλεγε αυτή, αλλά ούτε και μου ζήτησε ποτέ να μιλήσει με τον αδελφό της, αφού αυτός την καλούσε από την Αμερική όπως ήξερα, δεδομένου ότι το δικό τους τηλεφωνικό κόστος ήταν εντελώς ασήμαντο.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες όπως καταλαβαίνετε, πήγα πάρα πολλές φορές στον ΟΤΕ να διαμαρτυρηθώ κι άλλες τόσες φορές πήγα να πληρώσω πολλά, για τηλέφωνα που κανείς μας δεν είχε κάνει.
Ωστόσο όμως, ήρθε επιτέλους κάποια στιγμή ο κουνιάδος μου από την Αμερική και ήρθε για πάντα αφού τελείωσε από της σπουδές του. Ο λογαριασμός μας όμως, εξακολουθούσε να ανεβαίνει σταδιακά και πάλι.
Με αυτήν την αφορμή λοιπόν, πήγα και πάλι στον ΟΤΕ, όπου και τους έκανα νέα διαμαρτυρία. Μαζί με τις διαμαρτυρίες μου όμως, τους είπα και αρκετά από εκείνα που λέει κανείς όταν είναι πολύ θυμωμένος όπως καταλαβαίνετε.
Τους τόνισα όμως και μεγαλοφώνως μάλιστα, ότι επέστρεψε επιτέλους ο κουνιάδος μου κι ως εκ τούτου, δεν είχαμε κανένα λόγο πλέον να κάνουμε υπερπόντιες κλίσεις, ώστε να δικαιολογούνται με αυτό το πρόσχημα και οι ψεύτικες χρεώσεις που μας έκαναν.
Αδύνατον κύριε απαντούσαν αυτοί. Δεν κάνουμε τέτοια πράγματα εμείς. Μα αν δεν κάνετε εσείς τέτοιες χρεώσεις κι αν δεν χρεώνετε όσα θέλετε προκειμένου να παίρνετε τους παχυλούς σας μισθούς, είστε υποχρεωμένοι να βρείτε ποιός επιτέλους κάνει τηλέφωνα στην Αμερική με το δικό μου νούμερο και μάλιστα τώρα που δεν έχω κανέναν δικό μου εκεί.
Αυτοί όμως, συνέχιζαν να δικαιολογούνται, αναζητώντας μάλιστα έξω από τον δικό τους χώρο αυτόν που έκανε τα υπεραστικά τηλέφωνα και ξέρετε τί έλεγαν ασύστολα στις διαμαρτυρίες μου; Τα παιδιά σας μπορεί να το κάνουν αυτό, γιατί όπως από πήρας το ξέρουμε κι αυτό, σηκώνονται την νύχτα και κάνουν απαγορευμένα τηλέφωνα, τότε που εσείς κοιμάστε.
Τέτοια λοιπόν μου έλεγαν αυτοί και κόντευα να τρελαθώ εγώ. Μα τι είναι αυτά που μου λέτε; Κανείς από τα παιδιά μας δεν σηκώνετε την νύχτα κι αν για κάποιο λόγο το κάνουν αυτό, βεβαίως ξέρουμε που πηγαίνουν. Αν έφταναν ποτέ στο τηλέφωνο όμως θα τα ακούγαμε, γατί αυτό απέχει μόνον πενήντα πόντους από το κρεβάτι μας.
Παρόλα αυτά όμως, τίποτε δεν άκουγαν αυτοί για όσα τους έλεγα κι όπως ήμουν υποχρεωμένος, ήθελα, δεν ήθελα, τον ογκώδη λογαριασμό συνεχώς τον πλήρωνα.
Επιστρέφοντας μάλιστα από την Πελοπόννησο εκείνο το καλοκαίρι, όπως σας το περιέγραψα στο προηγούμενο, μείναμε όλο κι όλο τρεις μέρες στο σπίτι μας και μετά από αυτές, πήγα την γυναίκα μου και τα παιδιά μου στο Βελβεντό της Κοζάνης, μέχρι να ανοίξουν τα σχολεία.
Κατά συνέπια, δύο μήνες ήταν κλειστό το σπίτι μας, αφού ούτε κι εγώ έμενα εκεί. Στον λογαριασμό που μας ήρθε όμως τον Οκτώβριο, μας χρέωναν εκείνοι οι ανεκδιήγητοι από τον ΟΤΕ, τρεις χιλιάδες αστικές μονάδες.
Όπως σας το ανάφερα κι αυτό στα προηγούμενα, οι διευθυντές μου στο γραφείο που εργαζόμουν, με υποχρέωναν να υπενθυμίζω έστω και τηλεφωνικώς στους πελάτες μας την ύπαρξή μας.
Αυτό προσπαθώντας να επιτύχω από το τηλέφωνο του γραφείου μου, δεν μπορούσα να κλείσω ούτε ένα ραντεβού μαζί τους, αλλά και δεν ήταν δυνατόν να επιτύχω παραπάνω από δέκα έως και δεκαπέντε κλήσεις μέσα στο οκτάωρο μου.
Αυτοί όμως, χρέωναν το τηλέφωνο του σπιτιού μου με τρεις χιλιάδες αστικές μονάδες, όταν δεν ήταν κανείς από μας εκεί. Μπήκε δηλαδή κάποιος μέσα και για δυό μήνες, έκανε τρείς χιλιάδες αστικά τηλέφωνα.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, πάλι πήγα στον ΟΤΕ, αλλά εκείνη την φορά πήγα να κάνω τις διαμαρτυρίες μου στο κεντρικό τους κατάστημα, από όπου κι έκανα υπηρεσιακή πλέον και γραπτή μάλιστα την διαμαρτυρία μου, σύμφωνα με τις υποδείξεις που μου έκαναν οι διευθυντές τους.
Οι συνάδελφοι τους όμως, αυτοί δηλαδή του ΟΤΕ της Καλαμαριάς που μου έκαναν τις υπερχρεώσεις, σημασία δεν έδωσαν στην γραπτή και υπηρεσιακή μου διαμαρτυρία. Συνέχισαν να κάνουν τα ίδια.
Για να με συμπαρασταθούν μάλιστα αυτοί από τα κεντρικά τους, μου έδωσαν μετά από λίγες μέρες κι ένα νούμερο τηλεφώνου του ΟΤΕ της Καλαμαριάς, στο οποίο απαντούσε ο καθ’ ίλην αρμόδιος για τέτοια θέματα υπάλληλος, πιστεύοντας κι αυτοί, ότι αυτός τουλάχιστον θα μπορούσε να με ακούσει, αλλά και να δώσει λύση στο πρόβλημά μου.
Κάλεσα λοιπόν εκείνο το νούμερο κι εφόσον το σήκωσε ο αρμόδιος και μου υποσχέθηκε ότι μπορούσε να με ακούσει, άρχισα κι εγώ να του εξηγώ με την άδεια του το πρόβλημά μου, όπως και τί ακριβώς μου συνέβαινε.
Κι ενώ του έκανα την αναφορά μου, έκπληκτος διαπίστωνα μετά από λίγο ότι μου έκλεισε την γραμμή κι ως εκ τούτου, μιλούσα μόνος μου στο δικό μου ακουστικό. Πήρα είδηση το κλείσιμο που μου έκανε, όταν του έλεγα ότι και μετρητή βάλαμε στο τηλέφωνο μου κι όπως αποδείχτηκε αυτό από την συμμετοχή του, τέσσερα τηλέφωνα την ημέρα μόνον έγραφε.
Από μόνο του αυτό δήλωνε δηλαδή, ότι δεν έπρεπε να με χρεώνουν παραπάνω από διακόσιες αστικές μονάδες το δίμηνο, ήτοι διακόσιες δραχμές. Πώς λοιπόν μπορούσαν να δικαιολογηθούν οι τρεις χιλιάδες αστικές μονάδες που μου χρέωναν;
Αυτό του έλεγα ως κατάληξη εκείνη την ημέρα κι όπως ήταν λογικό, περίμενα να ακούσω την απάντησή του. Αυτή όμως δεν ήρθε ποτέ. Θεωρώντας μάλλον ότι έκλεισε η γραμμή από μόνη της, κάλεσα πάλι εκείνον τον αρμόδιο, αλλά και πάλι με άφησε αυτός να μιλάω μόνος μου.
Έκανα υπομονή έλεγα εκείνη την στιγμή μέσα μου, αλλά όποιος κι αν είσαι του έλεγα αρκετά θυμωμένος πια μαζί του, θα έρθω εκεί και θα σε κάνω να ξεχάσεις την μέρα που γεννήθηκες.
Με τέτοιον θυμό λοιπόν έφυγα από το γραφείο μου και πήγα από το κέντρο της πόλης μας να βρω αυτόν που με άφησε δυό φορές να μιλάω μόνος μου. Βλέποντας τον θυμό μου οι συνάδελφοί του όμως, δεν μου έλεγαν ποιός ήταν αυτός που με έφερε σ’ αυτό το σημείο.
Για να καλμάρουν δε τον θυμό μου, μου έλεγε κάποιος από αυτούς. Μη κάνεις έτσι, θα πάθεις τίποτε. Καλύτερα από όλα όμως είναι, να σκεφτείς, ποιος μπορεί να κάνει τζάμπα τηλέφωνα από το δική σου γραμμή.
Κανείς δεν μπορεί να το κάνει αυτό ρε κύριε, του έλεγα, εκτός από εσάς τους κλέφτες, που για να δικαιολογήσετε τους υψηλούς μισθούς που παίρνετε, ρίχνετε τα έξοδα σας όπου βρείτε και δυστυχώς δεν είμαι ο μόνος που διαμαρτύρομαι για τον ίδιο λόγο. Είναι κι άλλοι εδώ που κάθε τόσο τους ακούω να διαμαρτύρονται κι αυτοί δεν είναι λίγοι. Εσείς όμως κάνετε το κορόιδο και ζείτε εις βάρος των οικογενειών τους απαντώντας τους ανυπόστατες δικαιολογίες.
Όχι έλεγε αυτός. Εμείς δεν κάνουμε τέτοια πράγματα, αλλά και με ρωτούσε χωρίς να ντρέπεται. Έχεις πεθερά; Έχω του απαντούσα. Έχει αυτή κλειδί από το σπίτι σου; Έχει του έλεγα. Ε, να λοιπόν. Αυτή κάνει τα τηλέφωνα, όταν δεν είναι κανείς από εσάς στο σπίτι σας.
Τι λες ρε; Είσαι τρελός; Θα έρθει δηλαδή η πεθερά μου από την Κοζάνη, για να κάνει τζάμπα τηλέφωνα από το δικό μου σπίτι στην Θεσσαλονίκη; Κι αφού είδε ότι δεν έπιασε αυτό, έλεγε ύστερα. Τότε, ο γείτονας σου μπαίνει στο σπίτι σου κι αυτός κάνει τα τηλέφωνα.
Ο γείτονας μου είναι αξιοπρεπής ρε συ και δεν μπορεί να καβαλήσει τα κάγκελα, προκειμένου να κάνει τα τηλέφωνα που εσείς κλέβετε από μένα όπως κι από όλους τους άλλους, για να μου λες τώρα τέτοιες βλακείες.
Μετά από αυτές τις βλακώδεις απαντήσεις του ΟΤΕ, ήταν ποτέ δυνατόν να βρω εγώ λύση στο δικό μου πρόβλημα; Για να με καλμάρουν όμως αυτοί από τις φωνές που τους έβαλα στην συνέχεια κι όλους μαζί μάλιστα, μου ζήτησαν χρόνο μιας ημέρας, προκειμένου να εξετάσουν διεξοδικά το θέμα, γιατί δεν ήταν σωστό για τον ΟΤΕ, να ακούγονται δημόσια τέτοιες κατηγορίες εναντίον του.
Δέχτηκα το αίτημά τους λοιπόν κι όπως συμφωνήσαμε, πήγα ήρεμος την επόμενη ημέρα στον ΟΤΕ της Καλαμαριάς, προκειμένου να μάθω από αυτούς τα αποτελέσματα της διεξοδικής εξέτασης που υποσχέθηκαν να κάνουν στο λογαριασμό του δικού μου τηλεφώνου.
Στην είσοδο του καταστήματος όμως, συναντήθηκα με κάποιον από τους πολλούς σαν κι εμένα διαμαρτυρόμενους πελάτες τους, από τον οποίο δέχτηκα ένα απρόσεκτο, όσο και δυνατό σπρώξιμο. Εξαιτίας αυτού λοιπόν, εύκολα κατάλαβα, ότι κι αυτόν τον τρέλαναν.
Μπήκα ωστόσο στα γραφεία τους κι όπως ήμουν υποχρεωμένος να κάνω, αναζητούσα τον υπεύθυνο, με τον οποίο συμφωνήσαμε εχθές να εξετάσει διεξοδικά τον λογαριασμό μου, αλλά δεν τον έβρισκα πουθενά κι επειδή είδα όλα τα γραφεία τους να είναι αναποδογυρισμένα, ρώτησα έναν άλλον από αυτούς που συχνά τους συναντούσα εκεί, προκειμένου να διαμαρτυρηθεί κι αυτός για παρόμοιες υπερχρεώσεις.
Τι γίνεται ρε; Σήμερα βρήκαν να μετακομίσουν αυτοί; Όχι έλεγε αυτός, δεν μετακομίζουν, αλλά εκείνος που πριν από λίγο σε έσπρωξε στην πόρτα όταν έμπαινες, εκείνος τους τα αναποδογύρισε όλα εδώ μέσα και μερικούς από αυτούς μάλιστα τους περιποιήθηκε για τα καλά.
Ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα, συνέχισα να τον ρωτώ. Γιατί; Τί του έκαναν και τους περιποιήθηκε; Χα, έκανε αυτός και συνέχισε την αφήγηση του. Ήρθε κι αυτός εδώ σαν κι εμάς μια μέρα να ρωτήσει, γιατί του χρέωσαν εξήντα χιλιάρικα για τηλέφωνα του σπιτιού του και ζητούσε να του τα δικαιολογήσουν.
Δικαιολογούμενοι λοιπόν αυτοί, του έλεγα τότε, ότι οι περισσότερες γυναίκες όπως και η δική σου, μάλλον σηκώνονται την νύχτα και μιλάει από το τηλέφωνο σας με τους αστρολόγους κι επειδή αυτά ιδικά τα τηλεφωνήματα είναι πολύ ακριβά, ανάλογα ανεβαίνει κι ο λογαριασμός του τηλεφώνου σου όπως καταλαβαίνεις.
Θυμωμένος αυτός από την βλακεία της γυναίκας του, αφού δεν εκτιμούσε τον κόπο της δουλειάς του, πήγε στο σπίτι του και την έδειρε. Από τον θυμό του δε, τράβηξε από τον τοίχο την συσκευή του τηλεφώνου του και μαζί με το καλώδιο του, την πέταξε στον κάδο με τα σκουπίδια.
Άδικα δέρνεις εμένα του έλεγε η γυναίκα του. Αυτούς πρέπει να δείρεις, γιατί σου είπαν ψέματα κι εσύ τα έχαψες επειδή σου φάνηκαν πιστευτά. Όπως σε βλέπω και με βλέπεις όμως, θα δεις ότι από τώρα και μετά, θα μας κλέβουν όχι μόνον περισσότερα, αλλά κι ανενόχλητοι.
Πεπεισμένος όμως αυτός, ότι η γυναίκα του όντως έκανε νυκτερινά τηλέφωνα σε αστρολόγους, δεν την άκουγε, παρά μόνο της έλεγε. Να πας τώρα και μιλάς με τα σκουπίδια, για να μάθεις να σέβεσαι τον κόπο μου. Θυμωμένος όμως όπως ήταν, έφυγε ταξίδι το ίδιο κιόλας βράδυ για την Γερμανία, αφού όπως τον γνωρίζω, νταλικέρης είναι ο άνθρωπος.
Πέρασαν όμως δύο μήνες από τότε κι όταν επέστρεψε τελικά από κάποιο παρόμοιο ταξίδι του, βρήκε να τον περιμένει ογκωδέστερος λογαριασμός από τα προηγούμενα εξήντα.
Ογδόντα χιλιάρικα δηλαδή του ζητούσαν, αν και δεν είχε καμιά συσκευή στο σπίτι του. Δεν σου είπα εγώ του έλεγε η γυναίκα του, ότι αυτοί είναι αλήτες; Εσύ όμως, χτυπούσες εμένα αντί να δείρεις αυτούς. Τρέχα τώρα να δώσεις ογδόντα χιλιάρικα και μάλιστα χωρείς να έχεις τηλέφωνο στο σπίτι σου.
Ήρθε εδώ ο άνθρωπος όπως καταλαβαίνεις και τους ρωτούσε να του πουν, πως βγήκε αυτός ο λογαριασμός, αφού ούτε συσκευή είχε στο σπίτι του. Ξέρεις τι του απάντησαν αυτοί λίγο πριν έρθεις εσύ; Και ποιος μας λέει εμάς, ότι, όταν έφυγες εσύ για το ταξίδι σου όπως μας λες, δεν τα έφτιαξε η γυναίκα σου με κάποιον από τους δικούς μας και της έβαλε πάλι την συσκευή στην θέση της και μόλις έμαθε αυτή ότι έρχεσαι, τότε πέταξαν ξανά την συσκευή στα σκουπίδια;
Τρελάθηκε ο άνθρωπος από αυτά που άκουσε να του λένε, οπότε, δεν τους άφησε τίποτε όρθιο εδώ μέσα και όσους από αυτούς βρήκε μπροστά τους έδειρε και καλά τους έκανε. Έφυγε όμως βιαστικός όπως είδες, γιατί ήθελε να αποφύγει το αυτόφωρο, αφού οι υπόλοιποι από αυτούς καλούσαν την αστυνομία.
Αυτός λοιπόν ήταν κι ο λόγος που δεν εύρισκα εγώ εκείνη την ώρα τον υπεύθυνο που ήρθα να συναντήσω. Δεν ξέρω όμως να σας πω τώρα, αν το ξύλο που έφαγαν εκείνοι οι υπάλληλοι από τον νταλικέρη ήταν η αιτία, αλλά μετά από αυτόν τον ξυλοδαρμό, όλα έστρωσαν τελικά στο ΟΤΕ της Καλαμαριάς. Ποτέ δηλαδή ξανά δεν βρήκα υπερβολικά φουσκωμένο τον λογαριασμό του τηλεφώνου μου.
Μιχάλης Αλταλίκης