Ο υπερβολικός κι αχόρταγος βιοτέχνης

  Πέρασαν αρκετές εβδομάδες από τότε που συνάντησα τον παππού που σας ανάφερα κι αφού βαδίζαμε προς το τέλος του Φεβρουάριου πια, τον ξέχασα. Ήρθε στον νου μου όμως, όταν έβλεπα για τρίτη φορά μπροστά μου έναν γνωστό προς τους μοναχούς βιοτέχνη, ο οποίος τους προμήθευε απορρυπαντικά για τον καθαρισμό των κοινόχρηστων χώρων τους, τα οποία παρέδιδε σ’ εμένα προκειμένου να τα μεταφέρω στην Μονή μας.

Πολλές φορές είναι αλήθεια προσπάθησα να τους πω, ότι ο εν λόγο βιοτέχνης, δεν τους συμπεριφέρεται και τόσο τίμια. Αυτοί όμως, δεν ήθελαν να δεχθούν κανένα κακό λόγο για τον συνεργάτη τους όπως μου τον παρουσίαζαν. Από την συμπεριφορά του βρε πατέρες τον κατέταξα ανάμεσα στους ανέντιμους τους έλεγα, αλλά αυτοί, επέμεναν στην άποψή τους κι όλο την ίδια απάντηση μου έδιναν.

Χωρίς δόντια είναι ο άνθρωπος κι όπως μας λέει, πέντε μικρά παιδιά μεγαλώνει. Να μη τον βοηθήσουμε; Να τον βοηθήσετε βρε πατέρες τους έλεγα, αλλά αυτός βοηθάει από μόνος τουν τον εαυτό του και τον βοηθάει πολύ καλά όπως υπολογίζω. Δεν χιάζεται λοιπόν την δική σας βοήθεια, αφού πολύ ποιο εύκολα, μπορεί και σας κοροϊδεύει ασύστολα.

Αν δείτε τα τιμολόγια του, θα πειστείτε κι εσείς για όσα σας αναφέρω, αφού σας χρεώνει τα απορρυπαντικά του, κοντά χίλιες δραχμές το λίτρο. Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε, που του έκανα παρατήρηση πια όταν προ καιρού είδα το τιμολόγιό του.

Πώς λοιπό τον αφήνετε να σας εξαπατά, αφού σε καμιά περίπτωση, όσο καλό κι είναι ένα απορρυπαντικό, δεν επιτρέπεται να σας το διαθέτει με αυτήν την τιμή; Γιατί λοιπόν όπως άκουσα, του κάνατε ξανά παραγγελία απορρυπαντικών;

Άκουγαν οι μοναχοί την παρατήρησή μου, αλλά κι απαντούσαν πολύ απλά. Ξέρεις πόσα χρόνια τον έχουμε συνεργάτη; Καλός και φτωχός άνθρωπος είναι όπως σου είπαμε κι εμείς θέλουμε να τον βοηθήσουμε. Πού βρίσκεται λοιπόν το κακό που εσύ βλέπεις;

Αυτά μου έλεγαν οι μοναχοί κάθε τόσο, τα ίδια τους έλεγα κι εγώ εν τω μεταξύ, αλλά όπως καταλαβαίνετε, μια χαρά τους εκμεταλλευόταν ο αχάριστος βιοτέχνης. Όταν όμως μου έφερε μετά από λίγες μέρες να του πληρώσω το νέο του τιμολόγιο, βρήκα ευκαιρεί επιτέλους και του είπα πολλά περισσότερα.

Τριακόσια ογδόντα πέντε χιλιάρικα λες εδώ ότι χρεώνεις τα απορρυπαντικά σου κι όπως το γράφεις ολογράφως αυτό προκειμένου να το προσέξουν οι μοναχοί, τους κάνεις κι έκπτωση τα σαράντα πέντε από αυτά. Ναι. Έλεγε ευθαρσώς αυτός. Θέλω να τους το πεις και προφορικά, ότι αυτά τα σαράντα πέντε χιλιάρικα, τα κάνω ευλογία στους γέροντες.

Όπως καταλαβαίνετε, δεν μπορούσα να τον αφήσω αναπάντητο. Εσύ βρε βιοτέχνη της κακιάς ώρας, δεν έχεις δόντια κι όπως έμαθα από τους μοναχούς, λες ότι έχεις και πέντε παιδιά να μεγαλώσεις. Είναι δυνατόν λοιπόν, να σου περισσεύουν τόσα πολλά, ώστε να κάνεις κι ευλογίες στους μοναχούς;

Ναι. Έλεγε και πάλι αυτός. Εσένα τι σε νοιάζει; Εμένα βεβαίως και δεν με νοιάζει του έλεγα, αλλά με πειράζει που χρεώνεις πάνω από δέκα φορές τα προϊόντα σου, ακόμη κι από αυτά που είναι από τα πλέον ακριβά της αγοράς.

Θα ζητήσω λοιπόν από τους μοναχούς να σε διακόψουν και να πάρουν από αλλού αυτά που τους χρειάζονται, για να μη ζήσεις εσύ εις βάρος τους και μάλιστα τόσο αχάριστα, κλέβοντας ασύστολα από τον ίδιο σου τον εαυτό και δεν θέλεις να καταλάβεις το κλέψιμο που κάνεις, γιατί σου έγινε συνήθεια η κλεψιά.

Αναστατωμένος αυτός από αυτά που του έλεγα, πάλι αντιδρούσε με τον δικό του τρόπο. Άκου να σου πω. Δεν έχεις το δικαίωμα να μου μιλάς έτσι και προπαντός, δεν έχεις το δικαίωμα να ανακατεύεσαι στις δουλειές μου και να χαλάς μάλιστα μια πολύ καλή σχέση που για χρόνια τώρα διατηρώ εγώ με τους μοναχούς αυτής της Μονής.

Θα δεις του είπα, ότι έχω το δικαίωμα κι ότι θα κάνω αυτό που σου λέω. Αν όμως οι μοναχοί δεν θέλουν να το προχωρήσω, θα τους αφήσω ελεύθερους να κάνουν ότι θέλουν. Σ’ αυτήν την περίπτωση όμως, καθόλου δεν θα με νοιάζει, έστω κι αν σε πληρώνουν είκοσι φορές παραπάνω τα απορρυπαντικά σου.

Τον πλήρωσα ωστόσο αφού τέτοια εντολή είχα, αλλά όταν βρέθηκα στο μοναστήρι μετά από λίγες μέρες, έκανα ξανά την σχετική παρατήρηση στους μοναχούς. Μα πως μπορείτε κι ανέχεστε αυτόν τον απατεώνα, αφού από μακριά φαίνεται ότι σας εξαπατά;

Μη λες τέτοια λόγια μου έλεγαν αυτοί. Ξέρεις πόσα χρόνια μας εξυπηρετεί αυτός ο άνθρωπος; Πρέπει να ξέρεις δε, ότι πολλές φορές ακόμη και με δικά του έξοδα μας φέρνει τα απορρυπαντικά του εδώ, αν κι χει πέντε παιδιά να μεγαλώσει όπως σου είπαμε. Είναι δυνατόν να τον αποκαλείς εσύ απατεώνα;

Βεβαίως και μπορώ να τον αποκαλώ όπως θέλω τους έλεγα, γιατί αν πάτε κι εσείς να επισπευτείτε ένα οποιοδήποτε κατάστημα όπως κάνω εγώ, θα δείτε ότι διαθέτουν ένα από τα ποιο επώνυμα και ποιο ακριβά απορρυπαντικά της αγοράς, προς χίλιες δραχμές τα τέσσερα λίτρα και για δώρο, σου δίνουν μια μεγάλη γυάλινη κανάτα.

Αυτός ο απατεώνας όμως, σας χρεώνει εννιακόσιες δραχμές το λίτρο, για ένα απορρυπαντικό που ανήκει στην ποιο φτηνή κατηγορία, την στιγμή που το λάδι φαγητού όπως πολύ καλά ξέρετε, πωλείτε προς επτακόσιες πενήντα δραχμές ανά λίτρο. Θα μου πείτε τώρα ότι αυτός δεν είναι απατεώνας;

Άκουγε κι ο έχων αυξημένες αρμοδιότητες τις παρατηρήσεις μου, ο οποίος έλεγε κάτι τότε, που μου φάνηκε όντως πολύ περίεργο. Δεν είναι έτσι όπως μας το λες, αλλά καλό είναι να το εξετάσουμε κατέληξε να πει και στους υπόλοιπους που άκουγαν την κουβέντα μας.

Απορώντας λοιπόν με την στάση του, ευθέως του απαντούσα. Τι θα πει αυτό, ότι δεν είναι έτσι όπως σας το λέω; Θέλετε να δω το θέμα, ή όχι; Αφού τους έκανα το ερώτημά μου κάμποσες φορές, πήρα τελικά την εντολή από τον έχοντα αυξημένες αρμοδιότητες, να τους φέρω γραπτές προσφορές από όπου κι αν εύρισκα, ώστε να διαλέξουν από μόνοι τους προμηθευτή αν τους προέκυπτε κάποιος πραγματικός λόγος.

Μετά από μια εβδομάδα κι αφού επισκέφτηκα πολλές βιοτεχνίες στην πόλη μας, τους έδωσα όλες τις γραπτές προσφορές που πήρα κι από όσα διαπίστωσαν μελετώντας τες, βεβαίως κι έπεσαν από τα σύννεφα, με όσα τους χρέωνε ο ξεδοντιάρης βιοτέχνης τόσα χρόνια.

Μα είναι δυνατόν; Έλεγε μονολογώντας μαζί με τους υπόλοιπους κι ο έχων αυξημένες αρμοδιότητες, παρατηρώντας την οικονομική διαφορά που τους προέκυπτε, από την συμπεριφορά του προστατευομένου τους.

Τίποτε βέβαια δεν του είπα εγώ, αλλά και τους άφησα να αποφασίσουν μόνοι τους, για το τι έπρεπε να κάνουν με το συγκεκριμένο θέμα. Αφού όντως και το σκέφτηκαν πολύ είναι αλήθεια, μου έδωσαν στο τέλος το δικαίωμα να κάνω στο εξής την αγορά των απορρυπαντικών τους, από εκείνον που όντως βρέθηκε φτηνότερος, γι’ αυτό και τον επισκέφτηκα μετά από λίγο χρονικό διάστημα.

Μοναστήρι είμαστε του έλεγα κατά την επίσκεψή μου. Μήπως μπορείς να μας κάνεις κάτι ακόμη ώστε να μας χαμηλώσεις το κόστος; Έχετε λεφτά εσείς απαντούσε αυτός και μη μου κλαίγεστε. Άλλωστε, εσείς τα βρίσκετε εύκολα αυτά, γι’ αυτό και δεν τα εκτιμάτε.

Από ότι είμαι σε θέση να ξέρω, αγοράζετε τα δικά μου απορρυπαντικά, όχι από εμένα, αλλά από κάποιον πελάτη μου, ο οποίος σας το πουλάει στην δεκαπλάσια τιμή κι αυτό όπως φαίνετε καθόλου δεν σας νοιάζει.

Και τώρα; Ήρθες εσύ εδώ και μου ζητάς να σου κάνω καλύτερη τιμή από αυτήν που ήδη σου δώσαμε γραπτός; Δεν ξέρω τι λες του απαντούσα, αλλά αν δεν κάνεις κάτι ακόμη στην τιμή, θα με αναγκάσεις να ψάξω αλλού την απάντηση που χρειάζομαι κι αυτό δεν νομίζω ότι θα σε συνέφερε.

Θέλω να σου αναφέρω όμως, ότι λόγω της απονήρευτης συμπεριφοράς τους οι μοναχοί, γίνονται κατ’ ανάγκη θύματα, αδυνατώντας να αποφύγουν τους απατεώνες, όταν αυτοί τους παρουσιάζονται φουκαράδες και πολύτεκνοι.

Κι επειδή αυτά τα ενδεχόμενα είναι σημαντικά γι’ αυτούς, δεν μπορούν να αποφύγουν και τους λάκκους που τους βάζουν οι επιτήδειοι σαν κι αυτόν που μου ανάφερες. Ανέχονται βέβαια μια μικρή επιβάρυνση στο κόστος των όσων αγοράζουν υπέρ των αναξιοπαθούντων, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν ανέχονται την ασυδοσία.

Αυτός είναι δηλαδή κι ο λόγος που εγώ βρίσκομαι σήμερα εδώ, γιατί ήρθα να κάνω αυτά που αδυνατούν να κάνουν οι μοναχοί λόγω θέσεως και σχέσεως με τους ανθρώπους. Καταλαβαίνεις τι θέλω να σου πω;

Ικανοποιημένος ο άνθρωπος από την εξήγηση που του έδωσα, έλεγε μετά από λίγο. Αφού είναι έτσι όπως μου το αναφέρεις εσύ όμως κι αφού αυτός είναι ο λόγος της αδιαφορίας που φάνηκε σ’ εμένα να δείχνουν οι μοναχοί για τα οικονομικά τους, βεβαίως και καταλαβαίνω, οπότε, θα δεχθώ το αίτημά σου και θα σου κάνω μια μικρή έκπτωση.

Χωρείς να τον πιέσω περισσότερο λοιπόν, από μόνος του μου κατέβασε τελικά την τιμή της προγενέστερης προσφοράς του, κατά σαράντα δραχμές το λίτρο. Μετά από αυτό, του έδωσα κι εγώ την εντολή να μου ετοιμάσει την παραγγελία που του έφερα και μάλιστα, γραπτή από την Μονή μας και ήταν η ίδια ακριβώς με αυτήν του ξεδοντιάρη.

Μέχρι να ετοιμαστεί όμως αυτή από το προσωπικό του, είπαμε πολλά ακόμη οι δυό μας γύρο από τους μοναχούς και τα μοναχικά δρώμενα, μια και ήθελε να ενημερωθεί κάπως κι όταν πια ήρθε η ώρα να πληρώσω τα απορρυπαντικά που πήρα, έδωσα μόνον τριάντα τέσσερα χιλιάρικα σε δραχμές, αντί των τριακοσίων σαράντα που θα έδινα για την ίδια ποσότητα στον ξεδοντιάρη απατεώνα, ο οποίος όπως εξηγούσα και στον συνομιλητή μου, μας παρουσιαζόταν ως μεγάλος ευεργέτης, με τα χρήματα που μας έκλεβε.

Σ’ αυτόν αναφερόμενος κι αυτός, επαναλάμβανε για δεύτερη φορά, ότι πράγματι έπαιρνε κάποιος τα δικά του απορρυπαντικά και πράγματι τα πουλούσε αυτά δέκα φορές παραπάνω στους μοναχούς του Αγίου Όρους και πολύ υπερηφανευόταν μάλιστα, για όσα τους έκλεβε χωρείς να ντρέπεται.

Απορώ όμως, έλεγε, πως και δεν το κατάλαβαν αυτό οι μοναχοί, για τους οποίους όπως ακούω, μορφωμένα παιδιά είναι κι ως εκ τούτου, έπρεπε να ψάχνουν πολύ ποιο προσεκτικά αυτά που τους παρουσιάζονται.

Τα ψάχνουν όπως βλέπεις του απαντούσα, γι’ αυτό και ήρθα εγώ σήμερα να διευθετήσω αυτήν την υπόθεση. Αυτόν που αναφέρεις όμως, τον ξέρω. Και είναι αυτός που σου είπα νωρίτερα, ότι δεν έχει σωστά δόντια στο στόμα του.

Αυτός είναι με διέκοψε ο βιοτέχνης, ενώ έβγαινε μαζί μου έξω από το γραφείο του. Την στιγμή που βάζαμε όμως τα μπιτόνια με τα απορρυπαντικά του στο αυτοκίνητό μου, ήρθε από σύμπτωση εκεί ο γιος εκείνου που δεν είχε δόντια κι επειδή με γνώριζε, αλλά και είδε την αγορά που έκανα, μου έλεγε κάτι πολύ λογικό. Αυτά τα μπιτόνια κύριε Μιχάλη είναι δικά μας.

Όχι φίλε μου του έλεγα. Δεν είναι δικά σας. Δικά μας είναι και χρυσά τα πληρώσαμε στον πατέρα σου. Αν έχει όμως αντίρρηση αυτός, πες του να με καλέσει αν θέλει στο τηλέφωνο, ώστε να τα πούμε καλύτερα.

Πού να με καλέσει όμως αυτός. Ωστόσο, πέρασαν δύο χρόνια από τότε και δέχτηκα επιτέλους μια μέρα το τηλεφώνημά του. Ξέρεις; Έλεγε με συγκρατημένη φωνή. Το απορρυπαντικό μας ακρίβαινε κι από το νέο έτος το προσφέρω πλέον προς χίλιες εκατό δραχμές το λίτρο. Έχω βελτιώσει και την ποιότητα του όμως, γι’ αυτό και θέλω να το μεταβιβάσεις αυτό που σου λέω στους μοναχούς, ώστε να κάνουν τις παραγγελίες τους εγκαίρως.

Τι να του έλεγα λοιπόν; Άκου φίλε μου. Δεν έχω να μεταβιβάσω τίποτε και σε κανέναν. Από καιρό τώρα κι εμείς, έχουμε αλλάξει τον τρόπο που πλένουμε τα πιάτα μας. Έχουμε εφαρμόσει την ομοιοπαθητική λύση σ’ αυτά, γιατί τα πλένουμε με λάδι πλέον, αφού αυτό δεν ξεπερνά τις εννιακόσιες δραχμές ανά λίτρο.

Μ’ αυτόν τον απλό τρόπο λοιπόν και τα πιάτα μας διατηρούμε καθαρά, αλλά και τα χέρια όσων τα πλένουν μαλακά παραμένουν. Μετά από όσα άκουσε αυτός, έλεγε με απορία. Με δουλεύεις ρε; Όχι ρε συ. Του έλεγα κι εγώ με την σειρά μου. Γιατί να σε δουλέψω; Δοκίμασε το και θα δεις ότι έχω απόλυτο δίκαιο.

Κουβέντα δεν είπε αυτός γι’ αυτά που άκουγε, αλλά εγώ πρόλαβα να του πω, ότι εκατόν ογδόντα δραχμές μόνον έδινα πλέον ανά λίτρο για την ίδια ποσότητα απορρυπαντικών, αλά δεν το άκουσε, δεδομένου ότι μου έκλεισε την γραμμή. Έκτοτε όμως, άκρα του τάφου σιωπή από αυτόν.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *