Η κατάσταση της υγείας του πατέρα μου έδειχνε ότι παρέμενε στάσιμη κι αυτό μας έκανε να ανησυχούμε κάπως, αφού δεν ξέραμε αν θα υποχωρούσε προς τα πίσω και θα μας έκανε να χαρούμε, αν θα έκανε κάτι προς το χειρότερο στα ξαφνικά και θα μας στεναχωρούσε.
Σ’ αυτήν την αναμονή λοιπόν ευρισκόμενοι, πλησιάσαμε στις μέρες του Πάσχα εκείνης της χρονιάς και σύμφωνα με τις παραδόσεις μας, σκεπτόμασταν μαζί με τα δυσάρεστα και πού θα περνούσαμε εκείνες τις Άγιες μέρες ευχάριστα, πράγμα βέβαια που κι ο πατέρας μου μας παρότρυνε να κάνουμε.
Η θεία της γυναίκας μου όμως, ήταν παντρεμένη με έναν στρατιωτικό όπως σας ανέφερα στα προηγούμενα κι επειδή αυτός είχε μετατεθεί στην Κύπρο το προηγούμενο διάστημα, εκεί πια και ζούσαν οικογενειακά. Από ότι μας έλεγαν όμως στις συχνές άλλωστε τηλεφωνικές μας επικοινωνίες, πολύ τους άρεσε ο τρόπος ζωής της Κύπρου, γι’ αυτό και μόλις έμαθαν από τον πεθερό μου, ότι σχεδιάζαμε να πάμε και πάλι στο Βελβεντό για τις ημέρες του Πάσχα, με πολύ χαρά επέμεναν να τους επισκεφτούμε εκεί εμείς οι δύο, η γυναίκα μου κι εγώ δηλαδή, προκειμένου να περάσουμε μαζί τους τις Άγιες ημέρες.
Είναι μεγάλη ευκαιρία αυτό για σας μας έλεγαν οι συγγενείς μας, γι’ αυτό και χωρίς δεύτερη σκέψη, όντως αποφασίσαμε να πάμε. Βγάλαμε λοιπόν τα διαβατήριά μας στα γρήγορα, πήρα κι εγώ άδεια για δεκαπέντε μέρες από την δουλειά μου κι αφού υποσχέθηκα στον πατέρα μου να επιστρέψω αμέσως αν αυτός το χρειαζόταν, τους χαιρετίσαμε όλους και μπήκαμε στο αεροπλάνο.
Από την Θεσσαλονίκη φύγαμε βέβαια, αλλά μέσω Αθηνών φτάσαμε μετά από δύο ώρες στην Λεμεσό, όπου και οικογενειακώς μας υποδέχτηκαν στο αεροδρόμιο της πόλης οι συγγενείς μας. Χάρηκαν αυτοί όταν μας είδαν δίπλα τους, χαρήκαμε κι εμείς που τους συναντήσαμε κι έτσι, όλοι μαζί πια πήγαμε στο σπίτι τους, σ’ αυτό δηλαδή, που διατηρούσαν στο κέντρο της Λευκωσίας.
Αφού τακτοποιηθήκαμε εκεί και μετά, από την επομένη μέρα κιόλας εμείς κάναμε τις δέουσες προσπάθειες, ώστε να μπούμε με τάξη στον ρυθμό της δικής τους ζωής, δεδομένου ότι στρατιωτικά την αντιμετώπιζαν αυτοί. Κι επειδή ο θείος μας έκανε χρέη διοικητού σε κάποιο από τα στρατόπεδα της πόλης, ευχαρίστως τον ακολούθησα όταν μου ζήτησε να τον συνοδεύσω στον χώρο της εκτέλεσης των στρατιωτικών υποχρεώσεων, όπου βέβαια, θυμήθηκα κι εγώ την δική μου στρατιωτική θητεία.
Κι αυτό που μου έκανε να αναπολώ αυτήν και τα περασμένα, ήταν ο οργασμός που έβλεπα να υπάρχει στο στρατόπεδο εκείνη την ημέρα. Αλλά και τις επόμενες μέρες το ίδιο γινόταν εκεί, αφού όλοι τους έτρεχαν μέσα στο στρατόπεδο, αξιωματικοί και στρατιώτες, προκειμένου να ετοιμάσουν κατάλληλα τους χώρους τους, ώστε να υποδεχθούν επάξια τους οικείους, φίλους και γνωστούς τους, δεδομένου ότι στο στρατόπεδο θα γιορτάζαμε όλοι μαζί αυτοί κι εμείς το Άγιο Πάσχα.
Όπως κάναμε κι εμείς λοιπόν τότε που κι εγώ υπηρετούσα, έτσι έκανε κι θείος μας μαζί με τους στρατιώτες του. Έκαναν δηλαδή τα πάντα εκεί στην προσπάθειά τους να ευχαριστήσουν τους καλεσμένους τους, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν τελικά στο κάλεσμα που τους έγινε, γι’ αυτό κι από το πρωί της Κυριακής του Πάσχα άρχισαν να γεμίζουν το στρατόπεδο με την παρουσία τους κι όταν πια ήρθε η ώρα να το διασκεδάσουν μαζί με τα στρατευμένα τους παιδιά, διασκέδασαν με την καρδιά τους θα λέγαμε κι αυτό πάλι, το έκαναν έως κι αργά το απόγευμα εκείνης της ημέρας.
Το ίδιο κάναμε κι εμείς άλλωστε, γι’ αυτό και κουρασμένοι επιστρέψαμε όλοι μαζί στην έδρα μας. Ναι, αλλά είμασταν εκδρομείς εμείς στην Κύπρο και δέκα μέρες ακόμη είχαμε στην διάθεσή μας. Μπορούσε λοιπόν να μας στερήσει η κούραση, την διάθεση που είχαμε εμείς να δούμε τα κάλλη της Κύπρου;
Λεπτό όπως καταλαβαίνετε δεν μας άφησαν μόνους και ήσυχους εκεί οι συγγενείς μας, όπως και οι φίλοι τους βέβαια, οι οποίοι με στρατιωτικό τρόπο οργάνωσαν τις υπόλοιπες ημέρες της παραμονής μας στην Κύπρο. Κι αφού γέμισαν το πρόγραμμά μας με επισκέψεις σε σημεία και θέσεις που αυτοί ήθελαν να μας δείξουν, εμείς δεν είχαμε να κάνουμε τίποτε άλλο, εκτός από το να το ακολουθούμε κατά γράμμα και μάλιστα ευχαρίστως.
Κι αφού όλοι τους ήταν Κύπριοι, ήξεραν πολύ καλά και πού να μας οδηγήσουν εντός αυτής, γι’ αυτό και σημείο της δεν αφήσαμε που να μη το επισκεφτούμε. Κι από τον τάφο του Μακαρίου μας πέρασαν λοιπόν, όπως κι από τους τάφους των επαναστατών κατά τις Αγγλικής κατοχής.
Μας πήγαν όμως και στο σημείο που κατέρριψαν το δικό μας στρατιωτικό αεροπλάνο, τα πυρά των παντοτινών κι αγαπητών μας συμμάχων, τότε που μετέφερε τους Έλληνες κομάντος, προκειμένου να συμπαρασταθούν τους Κυπρίους, κατά την σικέ και προδομένη εισβολή των Τούρκων. Ακόμη κι εκεί που μας επέτρεπαν οι ειρηνευτικές στρατιωτικές δυνάμεις να πλησιάσουμε πήγαμε, αφού αυτοί πλέον επέβλεπαν την τάξη στην Κύπρο, μετά την διχοτόμησή της.
Δεν αφήσαμε μέρος λοιπόν απάτητο στην Κύπρο και δεν υπολογίσαμε κανένα κόπο, μπροστά στο να δούμε όλες τις ομορφιές της. Θέλαμε να χαρούμε την επίσκεψη μας στους χώρους της, γιατί αυτή ήταν μια εκδρομή από τα ανέλπιστα γι’ εμάς και μάλλον δεν θα μπορούσαμε να την επαναλάβουμε.
Ακόμη και κουμπάρος έγινα στην Κύπρο και το έκανα αυτό σύμφωνα με το δικό τους τυπικό. Περνώντας δηλαδή τυχαία ένα απόγευμα έξω από μια εκκλησία, παρέα με κάποιον από τους οικογενειακούς μας πλέον φίλους, μπήκαμε κι εμείς μαζί με τους καλεσμένους στο εσωτερικό της, όπου και γνώρισα εγώ, τον τρόπο που γίνεται κανείς κουμπάρος στην Κύπρο.
Παρακολουθώντας λοιπόν το τελετουργικό τους εκεί, είδα κάποια στιγμή την νύφη να κατευθύνεται μαζί με τον γαμπρό προς την ωραία πύλη και μαζί με αυτήν, είδα και μια μεγάλη κορδέλα να την ακολουθεί, η οποία μάλιστα κρεμόταν από το πέπλο της. Μου έκανε εντύπωση η ύπαρξη της, γι’ αυτό και ρώτησα τον συνοδό μου να μου πει τον λόγο που την διέθετε η νύφη, δεδομένου ότι ήταν πολύ μεγάλη αυτή και τόσο μεγάλη μάλιστα που σερνόταν στο πάτωμα ακολουθώντας τις κινήσεις της νύφης.
Από ότι πρόσεξα όμως, ήταν και γεμάτη με ονόματα εκείνη η κορδέλα, πράγμα που με υποχρέωσε να ζητήσω και πάλι τις εξηγήσεις του συνοδού μου, ο οποίος με πληροφόρησε βέβαια, ότι όλοι αυτοί οι εγγεγραμμένοι στην κορδέλα, ήταν κουμπάροι. Κι επειδή αυτός είναι ο τρόπος που γίνονται κουμπάροι μεταξύ τους οι Κύπριοι, κατά την προτροπή του φίλου μας, κάναμε κι εμείς το ίδιο μετά από λίγο.
Αφήσαμε δηλαδή κάτι σαν δώρο προς την νύφη, όταν τους χαιρετούσαμε και μετά από αυτό, γράψαμε τα ονόματά μας πάνω σ’ εκείνη την μεγάλη κορδέλα κι εφόσον το όνομά μου είναι γραμμένο στην κορδέλα της, βεβαίως κι είμαι κουμπάρος της, έστω κι αν της είμαι εντελώς άγνωστος.
Το Σάββατο που μας ακολούθησε όμως κι από το πρωί εκείνης της ημέρας, έβλεπα τον μανάβη της γειτονιάς μας, να στοιβάζει έξω από το μανάβικό του ένα σωρό τσουβαλάκια των δέκα κιλών με φρέσκα κουκιά.
Ήταν πολλά αυτά και η επαγγελματική μου συνήθεια με έβαζε να ψάχνω από μόνος μου να βρω, τον λόγο που αυτός έκανε εκείνη την συσσώρευση, αλλά όσο κι αν το προσπαθούσα, δεν μπόρεσα να βγάλω άκρη.
Έμεινα λοιπόν εκεί, μέχρι να δω τι επιτέλους θα έκαναν με εκείνα τα κουκιά, γι’ αυτό και πολύ παραξενεύτηκα όταν έβλεπα τους ανθρώπους να σταματούν μπροστά στο μανάβικο και να φορτώνουν τα αυτοκίνητά τους, άλλος με πέντε κι άλλος με δέκα τσουβαλάκια φρέσκα κουκιά κι αυτό με μπέρδευε ακόμη περισσότερο.
Μπερδεμένος λοιπόν, ένα ερώτημα κυριαρχούσε μέσα μου. Μα τί θα τα κάνουν τόσα πολλά κουκιά; Ρωτούσα τον εαυτό μου όπως καταλαβαίνετε, αλλά απάντηση δεν μπορούσα να πάρω. Μετά από λίγο όμως, είδα και κάποιον από τους γνωστούς μας να σταματά στο ίδιο μανάβικο, γι’ αυτό και με πολλή περιέργεια τον πλησίαζα, προκειμένου να μάθω από αυτόν τουλάχιστον, τον λόγο που ήρθε να πάρει κουκιά.
Μέχρι να φτάσω κοντά του όμως, αυτός κατάφερε να ρίξει στα πίσω καθίσματα του αυτοκίνητου του, όχι ένα, αλλά δέκα τέτοια τσουβαλάκια. Μη μπορώντας να κατανοήσω αυτό που έβλεπα, πριν καν τον χαιρετίσω του έκανα την ερώτησή μου.
– Μα τι θα τα κάνεις τόσα πολλά κουκιά;
Αφού με χαιρέτησε αυτός, μου έλεγε χαρούμενος.
– Τι μέρα είναι σήμερα;
– Σάββατο. Του απήντησα.
– Αφού είναι Σάββατο σήμερα, ξέχασες ότι σας έχω καλεσμένους το βράδυ στο σπίτι μου;
Απάντησε αυτός στο ερώτημα μου, αλλά εγώ τον κοιτούσα σαν να έπεσε από το φεγγάρι, αφού και πάλι δεν έβγαζα άκρη. Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, τα υπόλοιπα που του είπα, βγήκαν αυθόρμητα από μέσα μου.
– Δεν ξέρω τι λες, αλλά απορώ. Τι φαγητό θα μπορέσει να γίνει με τόσα πολλά κουκιά; Εκατό κιλά είναι αυτά που πήρες. Δεν είναι όντως πολλά για να τα φάνε δέκα άνθρωποι στο φαγητό τους;
– Όχι ρε κουμπάρε. Είπε αυτός γελώντας. Το φαγητό μας θα είναι ψητά στην σχάρα. Τα κουκιά τα πήρα για ύστερα κι όταν πια θα καθίσουμε μπροστά από την τηλεόραση, προκειμένου να δούμε την ταινία που πήρα.
Θα πάρει δηλαδή ο καθένας από εμάς ένα τέτοιο σακούλι μπροστά του και θα τρώει ωμά κουκιά όσο θα βλέπει την ταινία, έτσι, για να περνά η ώρα μας ευχάριστα. Τρώγοντας εμείς τα ωμά κουκιά, κάνουμε το ίδιο με σας, όταν μασουλάτε σπόρια την ώρα που βλέπετε στον κινηματογράφο κάποιο έργο. Αυτό που πρέπει να ξέρεις λοιπόν είναι, ότι σ’ εμάς αρέσουν περισσότερο τα κουκιά από τα σπόρια.
Το άκουσα αυτό που είπε, αλλά και πολύ παραξενεύτηκα μ’ αυτήν την ιδιαιτερότητα. Ότι κι αν μελετούσα εγώ όμως, αυτός πράγματι κι έκανε αυτό που μου είπε, όταν τους επισκεφτήκαμε το βράδυ στο σπίτι τους. Μετά από το κυρίως φαγητό δηλαδή κι αφού καθίσαμε στο σαλόνι τους για τους παραπάνω λόγους, όντως έβαλε δίπλα από τον καθένα μας ένα τσουβαλάκι κουκιά από εκείνα τα δεκάκιλα και μαζί με αυτά, μας έβαλε κι από ένα μπουκάλι ουίσκι δίπλα από τον καθένα, με την ανάλογη παρατήρηση βέβαια να συνοδεύει την προσφορά του.
– Μπορείτε να φάτε και να πιείτε όσο θέλετε από αυτά που έβαλα δίπλα σας κι όχι μόνον. Όποιος θελήσει κάτι παραπάνω από αυτά, ευχαρίστως να σας το προσφέρω.
Ακολουθήσαμε βέβαια εμείς το τυπικό τους όπως ήταν κι αναμενόμενο, αλλά και με κανένα τρόπο, δεν μπορέσαμε να τους συναγωνιστούμε. Εμείς φάγαμε από λίγα κουκιά ο καθένας κι αυτό πάλι, από απλή περιέργεια για την συνήθειά τους. Αυτοί όμως, καθάρισαν όλα τα τσουβαλάκια τους.
Βλέποντας την περιορισμένη μας επέμβαση στα κουκιά, μας έλεγε κάθε τόσο ο συμπαθητικός κατά τα άλλα σπιτονοικοκύρης. Φάτε τα κουκιά βρε παιδιά και μη τα φοβάστε. Είναι φρέσκα και νόστιμα. Τους κάναμε για λίγο ακόμη παρέα βέβαια, αλλά και σταματήσαμε να τους ακολουθούμε όπως καταλαβαίνετε.
Όπου κι αν πήγαμε όμως την επομένη, όπως και τις άλλες μέρες της παραμονής μας στην Κύπρο, ότι κι αν είδαμε εκεί, ήταν όντως ωραία και οι άνθρωποι δεν διέφεραν σε τίποτε από εμάς. Φιλόξενοι και ευδιάθετοι οι Κύπριοι σαν γνήσιοι Έλληνες, μας δέχτηκαν στα σπίτια τους και για δεκαπέντε μέρες τουλάχιστον, μας επέτρεψαν να τους δούμε έτσι όπως είναι και καθόλου δεν δίστασαν να μας δείξουν και τις αδυναμίες τους ακόμη, αφού κι αυτές σε τίποτε δεν διέφεραν από τις δικές μας.
Οι μισοί από αυτούς δηλαδή, ζούσαν διαφωνώντας έντονα με τους άλλους μισούς για τα πολιτικά και μπροστά στο να στηρίξουν αυτήν την εγωιστική όσο και καταστροφική για όλους μας διαφωνία, δεν δίσταζαν να εναντιωθούν κι αυτοί κατά του αδελφού τους, ακόμη και κατά της ίδιας τους της μάνας.
Με την ίδια ένταση λοιπόν και με τον ίδιο φανατισμό, οι μισοί από αυτούς διαφωνούσαν και με μας τους καλαμαράδες όπως μας αποκαλούν κι όποτε τους δόθηκε η ευκαιρία, δεν δίστασαν να μας δείξουν κατά κάποιον τρόπο και την αντιπάθεια που τρέφουν για εμάς.
Κατά τα άλλα, Έλληνες είναι κι αυτοί και σαν Έλληνες συμπεριφέρονται. Αφού έχουν άποψη την κρατούν κι αφού την καρτούν, υποχρεώνονται μετά και να την υποστηρίξουν. Η δικαιολογία και γι’ αυτούς βέβαια, ίδια με την δική μας είναι. Αφού δεν είναι κακό να έχει κανείς άποψη, γιατί να μην την δείξει; Αλλά και γιατί να μην την υποστηρίξει στην συνέχεια, αφού του φαίνεται ότι καλή είναι και χρήσιμη είναι;
Αυτό ακριβώς το θέμα σχολίαζαν μια μέρα οι Κύπριοι στο καφενείο της γειτονιάς που μέναμε κι επειδή σύμφωνους τους βρήκα με τα παραπάνω, σκέφτηκα να τους πω κι εγώ κάτι πάνω σ’ αυτά κι όντως το έκανα αν και ήμουν φιλοξενούμενος.
– Ναι ρε κουμπάροι. Καλό είναι να βάζουμε το μυαλό μας να δουλεύει, όπως και να ψάχνει αυτό μέσα στην απεραντοσύνη του χώρου του, ποιες απόψεις μπορεί να μας παρουσιάσει, για το κάθε τι που επηρεάζει την ζωή μας. Αλλά δεν συμφωνείτε κι εσείς, ότι μαζί με αυτό επιβάλεται να του ζητούμε και τον προσδιορισμό της όντως ορθής τοποθέτησης, για όσα αργότερα θα υποχρεωθούμε να υποστηρίξουμε κατά την άποψη της επιλογής μας;
Κι αφού πολύ καλά ξέρουμε όλοι, ότι η όποια δική μας επιλογή άποψης, μπορεί να επηρεάσει εφαρμοσμένη και άσχημα ενδεχομένως την ζωή μας, όπως και τις ζωές των ανθρώπων που ζουν ανάμεσά μας, δεν θα έπρεπε με πολύ προσοχή και καθόλου φανατισμό να υποστηρίζουμε πρόχειρα ή και απαίδευτα ακόμη απόψεις, μόνο και μόνο επειδή ξέρουμε ότι έχουμε το δικαίωμα;
Και μήπως είναι σοφό τάχα αυτό, το να διατηρεί δηλαδή ο καθένας από εμάς προσωπικές απόψεις, χωρίς να τον ενδιαφέρει, αν αυτό που υποστηρίζει είναι όντως ωφέλιμο για όλους ανεξερέτως; Έναν απλό καφέ πίνουμε εδώ τώρα κι ο καθένας από εμάς, τον πίνει κατά την επιθυμία του.
Αυτό βέβαια όλοι μας το ξέρουμε και όλοι μας το δεχόμαστε ως λογική επιλογή και κανένας από εμάς δεν προσπαθεί να πείσει ή και να επιβάλει στον διπλανό του να πιεί τον καφέ του όπως σ’ αυτόν είναι αρεστός και προπαντός, κανένας δεν σκέφτεται να τον σκοτώσει για τους ίδιους λόγους.
Πως λοιπόν εμείς επιλέγουμε να σταθούμε με φανατισμό και με εχθρική μάλιστα διάθεση απέναντι σε όποιους από τους διπλανούς μας διατηρούν διαφορετική άποψη από την δική μας, αν και ξέρουμε ότι δεν ζούμε μόνον για μας σ’ αυτήν την ζωή και πολύ μεγάλος κίνδυνος υπάρχει να τους βλάψουμε και μάλιστα ανεπανόρθωτα;
Αυτό δηλαδή είναι το ζητούμενο της ζωή μας; Να ζούμε εμείς σύμφωνα με τις προσωπικές μας απόψεις και με φανατισμό μετά να τις επιβάλουμε στους υπολοίπους, όσο πρόχειρα κι αν κυκλοφορούν αυτές στο μυαλό μας, όσο κι αν ξέρουμε ότι πράγματι και δεν μεριμνούμε για την αξιοπιστία τους και για την προς όλους χρησιμότητά τους;
Μα, τέτοιου είδους πρόχειρες απόψεις και οι κότες βρίσκουν μέσα τους βρε κουμπάροι και τις επιβάλουν μάλιστα στις διπλανές τους. Εμείς όμως δεν είμαστε κότες, αλλά άνθρωποι και σαν άνθρωποι επιβάλεται να βρούμε σκεπτόμενοι, αυτές που πράγματι είναι όντως χρήσιμες ανάμεσα σε τόσες και τόσες που μπορούν να μας παρουσιαστούν ή να μας τις παρουσιάσουν άλλοι αντί για εμάς.
Ενδόμυχα βέβαια, όλοι ξέρουμε ότι αυτό είναι το σωστό, αλλά να που μας νικάει ο εγωισμός και τεμπέλικα ή και καθόλου σκεπτόμενοι μετά, καταλήγουμε στο τέλος να υποστηρίζουμε και με την θέληση μας μάλιστα, αυτά που πολύ εύκολα, πολύ επιτηδευμένα κι από πολύ πριν μας ετοιμάζουν να δεχθούμε ως δική μας επιλογή δήθεν, αυτοί που ξέρουν τι κάνουν και πολύ καλά είναι κρυμμένοι πίσω από όλους κι από όλα.
Δυστυχώς για εμάς, όλοι αυτοί υπάρχουν και πράγματι μαγειρεύουν στα κρυφά και πίσω από την πλάτη μας πολλά εις βάρος μας και τόσα που αυτοί θέλουν να υποστηρίζουμε, αφού έτσι μας γαλούχησαν, να τρώμε δηλαδή το κουτόχορτο που χρόνια τώρα μας ταΐζουν, καταντώντας μας κότες, αφού αυτό είναι το δικό τους ζητούμενο, να κάνουν άβουλους δηλαδή ανθρώπους και σαν κότες να ζουν την ζωή τους, αφού μόνον έτσι θα μπορέσουν να μας οδηγήσουν όλους, εκεί που αυτοί θέλουν να μας εγκλωβίσουν.
Αυτή λοιπόν είναι η πρώτη και σωστή άποψη που πρέπει να διατηρούμε όλοι μέσα μας για τα κοινά, πριν αναζητήσουμε την επόμενη και πολύ πριν από όλους, εμείς οι Έλληνες επιβάλλεται να το κάνουμε αυτό, αφού εμείς έχουμε υποχρέωση να θυμίσουμε και στους άλλους λαούς της γης, ότι δεν πρέπει να δέχονται τις πρόχειρες κι εύκολες απόψεις από αυτούς που ξέρουν πώς να μας τις σερβίρουν και καθόλου δεν τους ενδιαφέρει αν είναι σωστό αυτό ή όχι, αφού έχουν διαφορετικό από το δικό μας ζητούμενο.
Αν το καταλάβατε αυτό κουμπάροι, μάλλον πρέπει να ελευθερωθούμε πια από αυτήν την καταδίκη, του να είμαστε έρμαια των απόψεων που άλλοι μας σπρώχνουν να δεχθούμε ως δικές μας. Και για να το επιτύχουμε αυτό εις όφελος όλων μας, καθόλου δεν πρέπει να ξεχνάμε τον Θεό. Όχι οποιονδήποτε Θεό, αλλά αυτόν που πράγματι Είναι και ποτέ Του δεν μας Κρύφτηκε.
Οι επιτήδειοι βέβαια, έχουν κάθε λόγο να μας παρουσιάσουν για θεό μας όποιον αυτοί θέλουν και καθημερινά το κάνουν αυτό και προς αυτήν την κατεύθυνση μας οδηγούν όλους κι ότι επιτύχουν. Τι θα κάνουμε λοιπόν εμείς; Θα υποστηρίζουμε συνεχώς και με άκρατο φανατισμό απόψεις που μας επιβάλουν άλλοι και μάλιστα, χωρίς να ξέρουμε πού και σε τι αποσκοπούν και ύπουλα και κάτω από το χαλί μας τις σερβίρουν;
Αν λοιπόν εμείς οι Έλληνες, που όντως μπορούμε να δούμε, τι είναι αυτό που πραγματικά είναι χρήσιμο για όλους τους ανθρώπους ανεξερέτως, οικειοθελώς τυφλώνουμε τους εαυτούς μας, όπως και τους διπλανούς μας από εγωιστικές κι άχρηστες απόψεις, τότε ποιός θα βλέπει γι’ αυτούς που από την φύση τους δεν μπορούν να δουν και τους οδηγούν στο πουθενά οι επιτήδειοι;
Αυτά έλεγα στους Κύπριους τότε κι όπως μου φάνηκε αυτό από τον τρόπο που είδα να κουνούν τα κεφάλια τους, μάλλον συμφωνούσαν μαζί μου, αλλά δεν ξέρω για πόσο καιρό και με πιά διάθεση θα θυμούνται ακόμη αυτά που άκουσαν. Μακάρι όμως να μη τα ξέχασαν, γιατί σαν Έλληνες κι αυτοί, έχουν υποχρέωση να σκέφτονται, πώς και με ποιόν τρόπο θα μπορούσαμε να προστατευθούμε εμείς πρωτίστως από τους επιτήδειους και μαζί μ’ εμάς να προστατευτούν και οι υπόλοιποι λαοί, αφού όλοι στην ίδια γη ζούμε και από τους ίδιους επιτήδειους κινδυνεύουν οι ζωές όλων μας.
Μιχάλης Αλταλίκης