Όταν ήρθε τελικά η ευλογημένη μέρα της Πρωτοχρονιάς και βρεθήκαμε στο σπίτι μας μετά από την εκκλησία, πάλι έλεγα στον Κωνσταντίνο, ότι έπρεπε να μας επαναλάβουν την ώρα που θα τους επισκεπτόμασταν, μη τυχών και κάτι δεν πήγε καλά στο πρόγραμμά τους, αλλά και καθόλου σίγουρος δεν ήμουν, αν μπορούσαν να κάνουν τα συμπεθέρια μας αυτό που μας υποσχέθηκαν.
Εμείς μπορούμε έλεγε πειραγμένος ο Κωνσταντίνος, αυτοί λοιπόν, γιατί να μην μπορούν; Δεν τους κατηγορώ βρε παιδί μου, του έλεγα, αλλά καλό είναι να τους ρωτήσουμε τους ανθρώπους, αν όντως μπορούν να μας δεχθούν στις μία όπως μας είπαν. Αν όχι, να πάμε λίγο αργότερα, γιατί πολύ φοβάμαι, ότι εσύ θα βρεθείς εκτεθειμένος.
Δυσκολεύτηκε να το κάνει είναι αλήθεια, αλλά στο τέλος έκανε αυτό που έπρεπε. Κι αφού ξύπνησε την αρραβωνιαστικιά του κατά τις δώδεκα και μισή, τις ζητούσε να μας πει, αν ίσχυε το ραντεβού για τις μία όπως μας είπαν οι γονείς της. Αν μας το βεβαιώσει αυτό ο πατέρας σου της έλεγε, σε μισή ώρα θα ήμαστε εκεί εμείς.
Πήγε να ενημερώσει τον πατέρα της η νύφη μας και στις μία, έλεγε στον Κωνσταντίνο μας από τηλεφώνου, ότι ήταν καλύτερα να πηγαίναμε κατά τις δύο, γιατί δεν θα προλάβαινε η μητέρα της να κάνει αυτά που είχε στο πρόγραμμά της. Ελάτε στις δύο του είπε στο τέλος, αλλά όχι αργότερα.
Κι αφού αυτό μας είπαν, στις δύο και δέκα, πράγματι σταθμεύσαμε το αυτοκίνητό μας έξω από το σπίτι τους και όσοι από τους γείτονές τους μας έβλεπαν στολισμένους, σενιαρισμένους, με γλυκά και λουλούδια στα χέρια, να κατευθυνόμαστε προς την πόρτα τους, απορούσαν μαζί μας, αλλά και τίποτε δεν μας έλεγαν.
Εμείς πάλι, οικογενειακώς όπως έπρεπε πήγαμε να τους επισπευτούμε. Εγώ με την γυναίκα μου δηλαδή και τα τρία μας παιδιά, αλλά και με την μητέρα μου να μας συνοδεύει. Κατευθυνόμενοι προς την είσοδό του ισόγειου σπιτιού τους όμως, παρατηρούσα ότι τα παντζούρια τους ήταν εντελώς κλειστά κι όπως έδειχνε το πράγμα, ψυχή δεν υπήρχε μέσα.
Απορώντας για την συμπεριφορά των συμπεθέρων μας, αστειευόμενος έλεγα πια προς στην μητέρα μου που κρατούσα μη μας πέσει, ότι μάλλον κάναμε λάθος στην ημερομηνία. Κι αυτήν ρωτούσα να μου πει στην συνέχεια, αν όντως ήταν Πρωτοχρονιά σήμερα ή όχι κι αν όντως είμαστε ακριβείς στην ώρα της επίσκεψής μας.
Ασφαλώς και είναι Πρωτοχρονιά σήμερα, έλεγε χαμογελώντας η μητέρα μου για όσα μας συνέβαιναν, αλλά και βλέποντας το ρολόι μου, δύο και δέκα είναι αυτήν την στιγμή. Βάση αυτού λοιπόν, στην πόρτα τους έπρεπε να βρίσκονται τώρα και να μας υποδέχονται αφού μας κάλεσαν.
Αρκετά στενοχωρημένος κι ο Κωνσταντίνος από την ανάρμοστη κατά τα άλλα συμπεριφορά των συγγενών του, όπως κι αυτός το έβλεπε, μας προσπέρασε και πήγε να χτυπήσει το κουδούνι της πόρτας τους.
Ότι κι αν έκανε εκεί όμως, κανείς δεν μας άνοιγε. Αυτό βλέποντας και η μητέρα μου, έλεγε και με το δίκαιό της. Μα αφού μας κάλεσαν και μας είπαν μάλιστα να είμαστε εδώ στις δύο, γιατί δεν μας ανοίγουν; Τώρα μάλιστα, δυόμιση είναι όπως βλέπω κι αυτοί μάλλον δεν είναι εδώ όπως θα έπρεπε. Μήπως πήγαν κάπου και θα έρθουν μετά;
Ακούγοντας ο Κωνσταντίνος τα σχόλια της γιαγιάς του, μάλλον θύμωσε μαζί μας, οπότε, άρχισε να χτυπά και την πόρτα τους μαζί με το κουδούνι. Μην παίρνοντας καμιά απάντηση όμως, πάλι του έλεγε η μητέρα μου. Καλύτερα να φύγουμε Κώστα. Τέτοια ντροπή, από κανέναν δεν περίμενα να δεχθώ.
Μαζί με την μητέρα μου όμως και η γυναίκα μου έλεγε κάτι ανάλογο χωρίς να τους κατηγορεί. Μα, αφού μας είπαν να έρθουμε στις δύο, γιατί δεν μας ανοίγουν; Πολύ στενοχωρημένος βέβαια κι ο Κωνσταντίνος από το αναπάντεχο, με περισσότερη δύναμη χτυπούσε την πόρτα τους, ενώ είχε κολλημένο θα έλεγα το δάχτυλό του στο εντειχισμένο κουδούνι.
Μετά από αρκετή φασαρία ομολογουμένως, άνοιξε τελικά η πόρτα τους και στο άνοιγμά της, το μικρό τους κοριτσάκι εμφανίστηκε. Βλέποντας εμάς μπροστά της, έλεγε με απορία. Ήρθατε συμπέθερε Μιχάλη; Ήρθαμε της έλεγα κι εγώ αφού μας καλέσατε, αλλά πού είναι η μαμά σου; Και πού είναι ο πατέρας σου, όπως και η νύφη μας;
Κοιμούνται συμπέθερε Μιχάλη, έλεγε αυτό κατά την συνήθειά του κι ενώ μας έλεγε αυτά, άνοιξε διάπλατα την πόρτα τους και μας έβαλε να σταθούμε όρθιοι στο χολ, μέχρι να πάρουμε κάποια απόφαση κι εμείς, για το τι έπρεπε να κάνουμε στην συνέχεια.
Μέχρι να γίνει αυτό όμως, πήγε στο δωμάτιο της αρραβωνιαστικιάς του ο Κωνσταντίνος κι από εκεί τον ακούγαμε να πιέζει την νύφη μας προς το να σηκωθεί. Εκείνη βέβαια, πεισματικά του απαντούσε, ότι δεν ήθελε να το κάνει. Δεν σηκώνομαι του έλεγε. Κι εγώ που την σκουντούσα να σηκωθεί πριν από λίγο, έλεγε το κοριτσάκι, το ίδιο μου έλεγε.
Αρκετά συγχυσμένος όπως καταλαβαίνετε από την συμπεριφορά τους, γύρισα προς στην ολομέλεια της οικογένειας εκείνη την στιγμή και τους έλεγα με κάποιο θυμό, ότι μάλλον έπρεπε να φύγουμε. Ακούγοντας την απόφασή μου ο δεύτερος στην σειρά γιός μας, έλεγε με πολύ κατανόηση κάτι, για την δύσκολη θέση του αδελφού του.
Κι αυτό που μας έλεγε, ήταν ότι πολύ θα πληγωνόταν ο Κωνσταντίνος μας αν φεύγαμε, όσο δίκαιο αν κάλυπτε την απόφασή μας. Για να μην πληγωθεί αυτός λοιπόν, έλεγε, καλύτερα θα ήταν να κάνουμε λίγη υπομονή σήμερα και μετά από όσα θα βλέπαμε να μεσολαβούν, τότε να αποφασίζαμε για το πως θα αντιμετωπίζαμε την νύφη μας, όπως και τους γονείς της.
Ευχαριστημένος κατά κάποιον τρόπο, από την στάση που ο Αλέξανδρος πρότεινε να κρατήσουμε για τον αδελφό του, σκεπτόμενος την ψυχολογική πίεση δηλαδή που θα δεχόταν εκείνος αν δεν μας εύρισκε εκεί, αποφάσισα να μείνουμε στο σπίτι τους και να περιμένομε με υπομονή να δούμε, τι θα έκαναν επιτέλους όλοι αυτοί οι οικογενειακώς «τίποτα».
Κι αφού αυτό συμφωνήσαμε όλοι μαζί, ακούσαμε το κοριτσάκι να μας λέει, ότι ήταν καλύτερα να μας περάσει στο σαλόνι τους μέχρι να ξυπνήσουν οι γονείς του και για να μη στεναχωρηθούμε όπως είπε, άνοιξε την τηλεόραση να μας απασχολήσει.
Όση ώρα όμως χαζεύαμε εμείς το Πρωτοχρονιάτικο πρόγραμμα στην τηλεόραση, λεπτό δεν σταμάτησε να μαλώνει την αρραβωνιαστικιά του ο Κωνσταντίνος, στην προσπάθειά του να την σηκώσει από το κρεβάτι της, αλλά και κάθε τόσο έλεγε το κοριτσάκι σ’ εμένα, ότι δεν ήταν σωστό αυτό που έκανε η αδελφή της.
Με το δίκαιό της βέβαια και η μητέρα μου έλεγε συνεχώς το ίδιο, ακούγοντας τις φωνές του Κωνσταντίνου. Τόσο χρονών έγινα και κάτι τέτοιο, πουθενά δεν το συνάντησα. Και καλά, αυτή δεν ξυπνάει. Η μάνα της όμως πού είναι; Κι ο πατέρας της, τί κάνει; Κανείς δηλαδή δεν είναι σ’ αυτό το σπίτι σήμερα;
Έγινε τρείς πια ή ώρα και τίποτε δεν άλλαξε από το χαζό οικογενειακό τους σκηνικό. Μετά από λίγο όμως, μας άφησε μόνους και το κοριτσάκι και μαζί με τον Κωνσταντίνο μας, ακούγαμε κι αυτό να πίεζε την αδελφή της να σηκωθεί, αν και χωρίς αποτέλεσμα.
Εμείς δε, πάψαμε πλέον να στενοχωριόμαστε και μάλλον διασκεδάζαμε με όσα βλέπαμε να συμβαίνουν στο σπίτι των συμπεθέρων μας χρονιάρα μέρα, γι’ αυτό και γελούσαμε στο τέλος, ακούγοντας τον Κωνσταντίνο μας να μαλώνει την αγαπημένη του, όσο αυτή επέμενε να κάνει τα δικά της.
Κι ενώ γελούσαμε, ακούσαμε κάποια φασαρία εκείνη την ώρα, η οποία όπως αποδείχτηκε από την κουζίνα τους προερχόταν κι όταν ήρθε το κοριτσάκι κοντά μας κι άναψε επιτέλους τα φώτα τους, είδαμε την συμπεθέρα να πλένει τα πιάτα, αυτά δηλαδή που άφησε άπλυτα από βραδύς, αλλά και κουβέντα δεν μας είπε. Ούτε και να μας καλωσορίσει δηλαδή δεν ήρθε.
Το δεκάχρονο κοριτσάκι όμως δεν αισθανόταν καλά, γι’ αυτό και πήγε να ξυπνήσει τον πατέρα στην συνέχεια. Επιστρέφοντας από εκεί, μας έλεγε με ανακούφιση πια κι αυτό, ότι ξύπνησε επιτέλους, ότι ξυριζόταν κι όπως τις είπε, σε λίγο θα ερχόταν να μας υποδεχθεί.
Το ευαίσθητο κοριτσάκι σκεπτόμενος λοιπόν, με τρόπο του έλεγα στο αυτή, ότι ήταν καλύτερα να αφήναμε τον πατέρα της ήσυχο και να έκανε αυτός ότι ήθελε κι ότι ήξερε. Αφού δεν φύγαμε αμέσως από το σπίτι σας, του έλεγα, καθόλου μη στενοχωριέσαι, γιατί θα μείνουμε τώρα και θα περιμένουμε να δούμε πως θα εξελιχθούν τα πράγματα, όταν έρθει κι ο πατέρας σου εδώ.
Ησυχάζαμε για χάρη του Κωνσταντίνου μας όπως καταλαβαίνετε, αλλά και σχολιάζαμε την συμπεριφορά όλων τους συγχρόνως, αφού ούτε και το σπίτι μύριζε από κάποιο φαγητό, γι’ αυτό κι άκουσα την μητέρα μου να λέει κάποια στιγμή το αυτονόητο. Μα, αν δεν μαγείρεψε μέχρι τώρα κάτι αυτή η γυναίκα, πότε θα το κάνει από εδώ και μετά;
Ήθελα να της πω κάτι για την παρατήρησή της, αλλά δεν πρόλαβα, γιατί μας έκοψε η εμφάνιση της συμπεθέρας, η οποία μας έλεγε την ώρα που σήκωνε επιτέλους τα παντζούρια τους, ώστε να μπει λίγο ηλιακό φως στο σπίτι τους, ότι μάλλον ξύπνησε ο συμπέθερος κι ότι από στιγμή σε στιγμή θα ερχόταν να μας υποδεχθεί.
Ήρθε τελικά αυτός κι αφού μας καλωσόρισε, άρχισε να μας λέει κάποιες ιστορίες από την ζωή του και για την περίοδο μάλιστα που βρισκόταν μαζί με την γυναίκα του στην Γερμανία ως εργαζόμενοι, αλλά για φαγητό κανένα λόγο δεν έκανε. Ούτε και η συμπεθέρα όμως είχε ετοιμάσει κάπου το τραπέζι που θα καθόμασταν, όταν βέβαια θα ερχόταν η ώρα.
Κατά τις τρείς και μισή όμως, έκαναν την εμφάνισή τους εκεί οι γονείς του συμπέθερου κι αφού ήρθαν κι αυτοί, τότε έστρωσε η συμπεθέρα ένα μικρό τραπεζάκι, όπου και μας συνέστησε να καθίσουμε. Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, όλοι απορούσαμε εκείνη την στιγμή, για του που θα μας έβαζαν να καθίσουμε, αφού έξη ήμασταν εμείς και οκτώ αυτοί μαζί με τους γονείς του και τα τέσσερα παιδιά τους.
Αυτό θέλοντας να δικαιολογήσει και η συμπεθέρα, έλεγε ότι τα παιδιά τους κοιμόταν ακόμη, οπότε, δεν θα καθόταν στο τραπέζι μαζί μας. Μόνον η νύφη μας θα έρθει έλεγε, αλλά κι αυτή, ακόμη κοιμάται. Τίποτε δεν της είπα βέβαια, αλλά και περίμενα να δω τι θα έβαζε στο τραπέζι, γιατί ο πεθερός της είχε αρπάξει ένα πιρούνι και το χτυπούσε ρυθμικά στο τραπέζι.
Άνοιξε κάποια στιγμή τον φούρνο μικροκυμάτων της όμως κι όπως το είχε στο μυαλό της, έριξε μέσα δυό συσκευασίες από κάτι καταψυγμένα σουτζουκάκια και κεφτεδάκια όπως είδαμε. Βλέποντας ο πεθερός της τα σουτζουκάκια, αυθόρμητα του έφυγε ένα εύλογο ερώτημα. Αυτά θα μας δώσεις να φάμε σήμερα; Δεν έχεις τίποτε άλλο;
Βεβαίως κι έχω του απαντούσε αυτή. Θα βάλω λίγο τυρί και κάτι σαλάμια που έχουμε, αλλά και λίγο μαγειρεμένο κοτόπουλο που έχω από εχθές θα βάλω να ζεσταθεί σε λίγο. Μη ανησυχείς λοιπό του έλεγε κι όλα θα γίνουν όπως πρέπει.
Κι αφού αυτά είχε η γυναίκα για το Πρωτοχρονιάτικο τραπέζι τους, αμέσως σχεδόν αρχίσαμε να τρώμε σιγά, σιγά μέχρι να ξυπνήσει η νύφη μας, η οποία, ήρθε στην παρέα μας με το νυχτικό της βέβαια κι αφού μας καλημέρισε στις τέσσερεις παρά τέταρτο νυσταγμένη, καλούσε και τον Κωνσταντίνο μας να καθίσει δίπλα της. Αντί για φαγητό όμως αυτός, έτρωγε τα σωθικά του μεν, αλλά και λόγο δεν έβγαζε από το στόμα του.
Αν μας έλεγε πάμε να φύγουμε, αμέσως θα σηκωνόμασταν. Άλλωστε και η μητέρα μου είχε κουραστεί κι από ώρα με σκουντούσε προκειμένου να διακόψουμε την επίσκεψή μας. Επειδή δεν έλεγε τίποτε όμως ο Κωνσταντίνος μας, καθίσαμε λίγο ακόμη και κατά τις τέσσερεις και μισή σηκώθηκα όρθιος κι όπως όφειλα, τους ευχαρίστησα για το τραπέζι, όπως και τους ανακοίνωσα ότι έπρεπε να φύγουμε, γιατί η ηλικιωμένη μητέρα μου κουράστηκε και δεν μπορούσε να συνεχίσει περισσότερο.
Μας το επέτρεψαν βέβαια οι άνθρωποι, αλλά κι εμείς, τρέχοντας φύγαμε από το σπίτι τους. Και φτάσαμε προβληματισμένοι στο δικό μας χωρίς τον Κωνσταντίνο μας, αφού όπως κι εκεί το είδαμε, δεν μπορούσε να αντιδράσει φυσιολογικά, τυφλωμένος καθώς ήταν από έρωτα. Παρ’ όλα αυτά όμως, κουβέντα δεν κάναμε για όσα μας προέκυψαν εκείνη την ημέρα, για να μην στεναχωρηθούμε περισσότερο.
Όχι γιατί δεν μας είχαν ετοιμάσει το ανάλογο τραπέζι, όχι γιατί δεν είχαν τους ανάλογους συγγενείς να μας πλαισιώσουν, αλλά γιατί όλοι μαζί ήταν ακοινώνητοι και ποιο πολύ η μέλλουσα νύφη μας. Εκτός βέβαια από το μικρό τους κοριτσάκι, το οποίο με θλίψη στα μάτια μας ξεπροβόδισε μέχρι να μπούμε στο αυτοκίνητό μας.
Κάτι σκεπτόταν να μου πει εκεί, αλλά μη μπορώντας να το εκφράσει, με κοιτούσε απλώς παρατεταμένα στα μάτια. Χαϊδεύοντάς του τα μαλλιά όμως, του έλεγα χαμηλόφωνα για να μη το ακούσουν οι υπόλοιποι, ότι δεν έπρεπε να στενοχωριέται κι ότι πάλι θα τους επισκεπτόμασταν.
Χάρηκε βέβαια αυτό και χαρούμενο μπήκε στο σπίτι τους, έξω από το οποίο στεκόταν όλοι τους και μας χαιρετούσαν χαμογελαστοί, εκτός από τον Κωνσταντίνο μας βέβαια, ο οποίος και δεν ήξερε τι να κάνει από την εν γένει συμπεριφορά της αρραβωνιαστικιάς του και των πεθερικών του.
Ωστόσο όμως, τίποτε δεν του είπαμε τότε, αλλά ούτε και μετέπειτα του είπαμε κάτι, για να μην τον στενοχωρήσουμε περισσότερο. Περιμέναμε να αποφασίσει μόνος του δηλαδή για το τι έπρεπε να κάνει. Και περιμέναμε την απόφαση του, μέχρι και τον Ιούνιο μήνα της ίδια χρονιάς για την ακρίβεια, στο τέλος του οποίου μας ανακοίνωσε κάτι που μας ανάγκασε να του απαντήσουμε αναλόγως.
Κι αυτό που μας ανακοίνωσε χωρίς να το σκεφτεί, ήταν ότι αποφάσισαν μαζί με την αρραβωνιαστικιά του να παντρευτούν και μάλιστα κατά τα μέσα του Σεπτέμβριου. Μετά από την ανακοίνωσή του δε, έμεινε εντελώς σιωπηλός και περίμενε να του δώσω την απάντησή μου.
Τον κοιτούσα κι εγώ όμως από πάνω μέχρι κάτω κι αμέσως μετά του έπα πολύ απλά. Κώστα? Με το καλό και καλά στέφανα. Ευχαριστούμε για την πρόσκληση, αν αυτό ήρθες να μας πεις, αλλά επειδή τώρα τον Ιούλιο κανονίσαμε να πάμε διακοπές, θα επιστρέψουμε τέλη Αυγούστου.
Μετά από αυτό, έχουμε κλείσει θέσεις για μια πολυήμερη εκδρομή στο Παρίσι κι όπως καταλαβαίνεις, θα λείπουμε για αρκετό καιρό. Αν όμως γίνει κάτι και προλάβουμε τους γάμους σας, σου υπόσχομαι ότι ευχαρίστως θα παραβρεθούμε. Αν πάλι κάτι γίνει και δεν προλάβουμε, τότε, από τώρα σας ευχόμαστε βίον ανθόσπαρτον κι ευλογημένον.
Ακούγοντας ο Κωνσταντίνος την απάντησή μου, έλεγε και με το δίκαιό του. Μα πως θα πάμε να παντρευτούμε, αν δεν είστε κι εσείς εδώ; Τί να του έλεγα λοιπόν; Άκουσε να σου πω Κώστα. Όταν καλούν τους γείτονές τους οι άνθρωποι στους γάμους τους, με κανένα τρόπο δεν μπορούν να τους υποχρεώσουν να είναι συνεπείς, στην ώρα και στην ημέρα του γάμου που τους καλούν. Αν μπορούν δηλαδή έρχονται κι αν τους βολεύει ο χρόνος. Κατάλαβες;
Τους γονείς τους όμως, δεν τους καλούν. Τους συμβουλεύονται πρώτα, ώστε να προετοιμαστούν έγκαιρα και ικανά να καλύψουν ένα γάμο, ο οποίος προϋποθέτει και απαιτεί πολλά, μέσα στα οποία συγκαταλέγονται και τα ανάλογα οικονομικά έξοδα βέβαια.
Δεν τους λέμε δηλαδή να έρθουν εκεί που πρόκειται να παντρευτούμε, χωρίς να τους δώσουμε τον ανάλογο χρόνο να προετοιμαστούν, ώστε να ανταποκριθούν με αξιοπρέπεια και αυτοί στις ανάγκες του γάμου μας. Αφού λοιπόν ως γείτονες μας καλείτε, απλά κι εμείς σας λέμε, ότι αν επιστρέψουμε από το Παρίσι έγκαιρα, βεβαίως και θα έρθουμε στους γάμους σας.
Σάλταρε ο Κωνσταντίνος ακούγοντας για δεύτερη φορά τον παράγοντα Παρίσι και μη μπορώντας να ξεφύγει από τον εγκλωβισμό που βρισκόταν, έλεγε με σθένος, ότι όλα τα είχαν τακτοποιημένα αυτοί κι ότι τίποτε δεν θα χρειαζόταν να κάνουμε εμείς, οπότε, δεν είχα κανένα λόγο να του θυμίζω συνεχώς το Παρίσι.
Αυτά μου είπε και πάλι περίμενε απάντηση, οπότε, έπρεπε κι εγώ να του βάλω τα ανάλογα ερωτήματα στην κουβέντα μας, μήπως και μπορούσε να μου απαντήσει, έστω και σε ένα από αυτά. Πες μου λοιπόν Κώστα. Ποιός θα αναλάβει τα έξοδα του γάμου σας; Ποιός θα αναλάβει τα έξοδα της εκδηλώσεις που μάλλον θα θελήσετε να κάνετε; Ποιός θα πληρώσει το σπίτι που πρέπει να στεγαστείτε, ή να νοικιάσετε; Και προπαντός, ποιός θα πληρώσει την επίπλωση που πρέπει να κάνετε σ’ αυτό;
Αν μου τα απαντήσεις όλα αυτά και δεν θα χρειαστεί να συμμετέχω πουθενά εγώ, τότε θα είμαι συνεπείς στην ώρα και στην ημέρα του γάμου σας. Αν όμως πρέπει να συμμετέχω σ’ αυτά, έστω και με κάποια αναλογία ενδεχομένως, τότε, βεβαίως και πρέπει να μου δώσετε χρόνο ώστε να μπορέσω να ανταποκριθώ με αξιοπρέπεια. Διαφορετικά και θα σου το πω για τρίτη φορά αυτό, στο Παρίσι θα βρίσκομαι όταν εσείς θα παντρεύεστε. Εξηγημένοι;
Όλα αυτά όμως, δεν έπρεπε να τα κουβεντιάσουμε από κοινού και με τον συμπέθερο στην παρέα μας; Αυτός δηλαδή είναι έτοιμος να κάνει ένα γάμο με τις υποχρεώσεις των γονιών που άκουσες να σου παραθέτω κι εγώ δηλαδή είμαι αυτός που δυσκολεύεται να ανταποκριθεί ανάλογα και μάλιστα μέσα σε τρείς μήνες που μου δίνετε χρόνο;
Για να μην ακούσεις όμως για τέταρτη φορά το Παρίσι, μετέφερε αυτά που κουβεντιάσαμε και στον πεθερό σου όταν μπορέσεις. Αν συμφωνεί κι αυτός, ότι κάτω από τις προϋποθέσεις που σου ανάφερα θέλει να γίνει ο γάμος σας και μπορεί να ανταποκριθεί στο μέτρο της αναλογίας του, από τώρα σου λέω κι εγώ, ότι θα κάνω τα πάντα για σένα, ώστε να μην σε αφήσω πουθενά εκτεθειμένο.
Μιχάλης Αλταλίκης