Στις εγκαταστάσεις των Αμερικανών

Michalis Altalikis II Είχα αναλάβει πλέον υπηρεσία στους Αμερικάνους όπως είπα και όπως ήμουν υποχρεωμένος, έπρεπε να ενημερώσω τον αρχιλοχία τους για την απόφαση που πήρα, σχετικά με την εγκατάσταση μου ή όχι στον δικό τους χώρο.

 Μετά από τις οδηγίες του δικού μας αρχιλοχία, που ζητούσε να βρίσκομαι κι εγώ στην αυριανή επιθεώρηση του Στρατηγού στους θαλάμους μας, άφησα το κρεβάτι μου τακτοποιημένο και βγήκα έξω στην αυλή, όπου με περίμενε όλος αγωνία ο Λαρισαίος με τα ζούδια.

 – Τι έμαθα ρε συ; Θα πας να μείνεις εκεί με τους Αμερικάνους;

 – Όχι, του είπα, μην ανησυχείς. Το βράδυ θα κοιμάμαι δίπλα σου. Μόνο την μέρα θα λείπω από τις δικές μας εγκαταστάσεις. Κοίταξε όμως τώρα, μη τυχόν και χαλάσει κανείς το κρεβάτι μου. Θέλω να το βρει στρωμένο και καθαρό αύριο ο Στρατηγός όταν θα μπει στον θάλαμο μας, γιατί όχι μόνον δεν ξέρω αν μπορώ να βρίσκομαι κι εγώ εδώ εκείνη την ώρα, αλλά δεν είναι και στο χέρι μου να κάνω ό,τι θέλει ο λοχαγός μας, αφού υπηρεσιακά πλέον ανήκω στους Αμερικάνους.

 – Μη το σκέφτεσαι αυτό, είπε ο Λαρισαίος. Θα το φροντίζω εγώ αυτό.

 Αφού μου το υποσχέθηκε αυτός, πήγα κι εγώ να ενημερώσω τους Αμερικανούς για την απόφαση που πήρα.

 – Θα βρίσκομαι όλη την ημέρα στην διάθεση σας, είπα στον αρχιλοχία όταν μετά από λίγο τον συνάντησα στο δικό τους Κ.Ψ.Μ. Το βράδυ όμως θέλω να κοιμάμαι στο κρεβάτι μου. του πρόσθεσα, γιατί οι συνάδελφοι μου λυπήθηκαν σκεπτόμενοι ότι θα τους εγκαταλείψω κι εγώ δεν θέλω να τους στεναχωρήσω περισσότερο.

 – Δεν είσαι υποχρεωμένος ν’ ακούς τις επιθυμίες τους, είπε ο αρχιλοχίας. Σέβομαι όμως την απόφαση σου. Το κρεβάτι σου πάντως, θα είναι πάντα εκεί και ελεύθερο να το χρησιμοποιήσεις όποτε θελήσεις, στον χώρο που σου έδειξα.

 Αυτά είπαμε εκεί με τον αρχιλοχία και όταν το μεσημέρι ήρθε η ώρα για φαγητό, πήγαμε μαζί για πρώτη φορά στην τραπεζαρία τους, όπου και φάγαμε παρέα, για να μη αισθάνομαι άβολα όπως του ανέφερα.

 Μάγειρας όπως είδα, ήταν αυτός που έτυχε εκείνη την ημέρα να έχει αυτήν την υπηρεσία και τα εφτά διαφορετικά φαγητά που ετοίμασε για όλους μας, άχνιζαν ζεστά μέσα στα πυρέξ ταψάκια τους.

 Όλα αυτά πάλι, βρισκόταν μέσα σε μια γυάλινη τζαμαρία, από όπου μπορούσε όχι μόνον να διαλέξει κανείς αυτό που ήθελε για φαγητό του, αλλά και να το αυτοσερβιριστεί.

 Θέλοντας να με διευκολύνει ο αρχιλοχίας, για τον ενδοιασμό που έβλεπε να έχω, στο ποιο απ’ όλα να διαλέξω για φαγητό, μου έλεγε χαμηλόφωνα.

 – Αν δεν σου αρέσει τίποτε απ’ αυτά τα φαγητά που υπάρχουν έτοιμα όπως βλέπεις, μπορείς να ζητήσεις από τον μάγειρα μας να σου ετοιμάσει, αυτό που εσύ θα ήθελες για φαγητό σου.

 – Μα, αν ο καθένας ζητά και άλλο φαγητό, του είπα εγώ ως περίεργος τι θα γίνουν όλα αυτά που θα περισσέψουν;

 – Τίποτε, είπε αυτός. Όσα από τα φαγητά μας περισσεύουν, τα θάβουμε σε μια μικρή χωματερή που έχουμε γι’ αυτό το σκοπό, πίσω από το μαγειρείο.

 Τέτοια πράγματα, είπα μέσα μου, ούτε και να τα φανταστούμε δεν μπορούσαμε στο δικό μας στρατόπεδο. Ωστόσο, αφού βάλαμε μέσα στους δίσκους μας τα σχετικά, μαχαιροπίρουνα, ψωμί και ό, τι άλλο θα μας χρειαζόταν, από αυτά που ήταν πάνω στον διπλανό μπουφέ, μπήκαμε στην σειρά να αυτοσερβιριστούμε πίσω από τους άλλους που προηγήθηκαν για τον ίδιο σκοπό.

 Κάναμε δηλαδή πριν από σαρανταπέντε χρόνια, αυτό που τα τελευταία χρόνια βλέπουμε να γίνεται στα φαστ φουντ καταστήματα και όταν πια ήρθε η σειρά μας και φτάσαμε στα πυρέξ με τα φαγητά, σερβιριστήκαμε όπως και οι υπόλοιποι μόνοι μας.

 Ο μάγειρας τους όμως, συνεχώς ρωτούσε να του πούμε, αν θέλαμε να μας κάνει κάτι έξτρα από όσα ήταν εκεί. Ήταν πολλά τα φαγητά και όλα ήταν καλά, δεν υπήρχε κανένας λόγος που να μας αναγκάζει να φάμε κάτι άλλο, αλλά επειδή επέμενε αυτός να το ζητά, του είπε ο αρχιλοχίας να μας κάνει λίγες τηγανιτές πατάτες μόνον, τις οποίες ετοίμασε αμέσως και πριν καλά καλά καθίσουμε στο τραπέζι μας.

 Αρχίσαμε να τρώμε όμως σιγά, σιγά και εκεί βρήκε την ευκαιρία ο αρχιλοχίας μου και έκανε την πρώτη μπηχτή.

 – Έχετε εσείς αυτήν την ευχέρεια για το φαγητό σας;

 – Εσείς είστε όλοι και όλοι τριάντα άτομα, του είπα πειραγμένος, γι’ αυτό και κάνετε ό,τι θέλετε. Εμείς όμως είμαστε πεντακόσιοι τριάντα. Αν ο δικός μας μάγειρας ρωτούσε τον καθένα από μας, τι επιπλέον θα ήθελε να του ετοιμάσει όπως κάνει ο δικός σας, εμείς θα τρώγαμε μια φορά στις τρεις μέρες.

 Μετά και από την δική μου απάντηση, συνεχίσαμε το φαγητό μας αμίλητοι σχεδόν και όταν τελειώσαμε, πήγαμε και πάλι μαζί στην αίθουσα αναμονής τους, όπου και περιμέναμε εκεί μήπως και μας χρειαστούν, ακούγοντας τραγούδια από το μεγάλο και σαν έπιπλο ραδιόφωνο τους.

 Δεν έγινε και τίποτε σπουδαίο εκείνη την ημέρα όμως, γι’ αυτό και ρούπι δεν κουνηθήκαμε από την θέση μας. Βράδιασε κι εμείς ακόμη γυρίζαμε από το Κ.Ψ.Μ. στην μπιραρία και από εκεί στον κινηματογράφο τους.

 Έβλεπα μέχρι και αργά το βράδυ ταινίες εκείνη την πρώτη μέρα, αλλά και συνεχώς γύριζε το μυαλό μου, γύρω από τα περισσεύματα των φαγητών τους. Μου φαινόταν αδιανόητο το ενδεχόμενο να τα πετούν, γι’ αυτό και έβαλα στο πρόγραμμα μου, να το επαληθεύσω.

 Και βέβαια το έκανα αυτό όταν μπήκα για τα καλά στην δική τους στρατιωτική ζωή και όντως διαπίστωσα ότι πράγματι πετούσε ο εκάστοτε μάγειρας εκείνα τα επτά διαφορετικά φαγητά που τους έκανε κάθε μέρα, εφόσον δεν ήταν δυνατό να τα καταναλώσουν όλα αυθημερόν.

 Αφότου μπήκα στην ζωή τους όμως, πήγαινα όπως και αυτοί κάθε πρωί στο εστιατόριο τους, όπου και έπαιρνα ένα γερό πρωινό μαζί με όποιον απ’ αυτούς είχε υπηρεσία και αμέσως μετά πηγαίναμε μαζί στο προξενείο τους στην Θεσσαλονίκη, όπου κατέθετε αυτός την επίσημη αναφορά τους.

 Μετά από εκεί, πηγαίναμε στο Στρατιωτικό Αεροδρόμιο της Μίκρας, όπου και αντάλλασσαν το καθημερινό τους ταχυδρομείο. Όταν πια το μεσημέρι επιστρέφαμε στην έδρα μας, ήταν ώρα για φαγητό, ξεκούραση και αναμονή για την επόμενη αποστολή, πότε στο Κιλκίς και πότε στις άλλες Αμερικάνικες μονάδες που υπήρχαν τότε στα διάφορα σημεία της ευρύτερης Μακεδονίας.

 Πηγαίναμε στους παραπάνω προορισμούς, είτε για υπηρεσιακούς λόγους, είτε για λόγους διασκέδασης. Οι επισκέψεις που ήταν για την διασκέδαση τους όμως, ήταν συχνές και αμφίδρομες, στην διάρκεια των οποίων και  όπως πάντα, έπαιζαν ράγκμπι μεταξύ τους. Στο τέλος του παιχνιδιού τους όμως, έπιναν όλοι μαζί πάρα, πάρα, πάρα πολλές μπίρες, τις οποίες πλήρωνε η ομάδα που έχανε.

 Πουθενά δεν συμμετείχα εγώ όταν ήμασταν εμείς επισκέπτες, για τον λόγο ότι έπρεπε να τους επιστρέψω σώους και αβλαβείς στην έδρα μας, δεδομένου ότι γινόταν λιώμα αυτοί από το μεθύσι και δεν μπορούσαν ούτε στο αυτοκίνητο μου ν’ ανέβουν.

 Μόνον ο αρχιλοχίας τους δεν έχανε τον έλεγχο του και αυτό γιατί εκείνος είχε ρέγουλα και αυτήν δεν την χαλούσε με τίποτε και για κανένα λόγο. Έπινε και αυτός όπως είπα και έπινε πολύ και καθημερινά, αλλά πάντα με ρέγουλα.

 Τα απογεύματα στις πέντε και τέταρτο κάθε μέρα, έδινε εντολή στον εκάστοτε υπηρεσιακό καψιμιτζή προκειμένου ν’ ανοίξει το Κ.Ψ.Μ. τους. Αφού το άνοιγε εκείνος, έπαιρνε από εκεί ο αρχιλοχίας τρεις στο ένα χέρι και άλλες τρεις εξάδες μπίρες στο άλλο και μαζί μ’ όλες αυτές ερχόταν μπροστά στην πόρτα του κινηματογράφου τους, από όπου και φώναζε πολύ δυνατά. ΄΄Μούβι!΄΄

 Μετά απ’ αυτό, έμπαινε στην αίθουσα και φρόντιζε την προβολή της ταινίας που είχε στο πρόγραμμα του. Καθόταν δίπλα από την μηχανή προβολής στην συνέχεια και μόλις άρχιζε αυτή να προβάλει την ταινία που της έβαζε, άνοιγε την πρώτη μπίρα από τις τριανταέξη που κρατούσε στα χέρια του.

 Αυτές, τις έπινε όχι μόνον με τέμπο, αλλά και με χρονοδιάγραμμα, δεδομένου ότι κανόνιζε να τις πίνει έτσι, που να φτάσει μαζί τους μέχρι στις δύο τα ξημερώματα.

  Είτε είχαμε επισκέπτες, είτε κάναμε εμείς κάπου επίσκεψη, τον αρχιλοχία τους ποτέ μου δεν τον είδα μεθυσμένο και ποτέ μου δεν τον είδα να πίνει περισσότερο από το καθημερινό του πρόγραμμα.

 Οδηγούσε μια τεράστια μπιούικ, την οποία έφερε εκεί από την Αμερική και πολύ του άρεσε οδηγώντας την να κάνει κόντρες μαζί μου στον δρόμο. Τα απογεύματα δε που δεν είχε υπηρεσία, φόρτωνε την μπιούικ του με πολλές μπίρες και όσους από τους στρατιώτες τους χωρούσαν να μπουν στο αυτοκίνητο του και έτσι φορτωμένοι μ’ ακολουθούσαν, σε όποια αποστολή είχα να κάνω, γιατί όλοι τους ήθελαν να εκτονωθούν κάπως.

 Περνούσαν καλά μαζί μου όλοι τους, γι’ αυτό και μάλωναν μεταξύ τους, για το ποιος θα έρθει μαζί μου στην Καναδέζα και ποιος θα πάει στην μπιούικ παρέα με τον Αρχιλοχία. Έσκαγε από το κακό του αυτός, γιατί ποτέ δεν μπορούσε να φτάσει νωρίτερα από μένα στον εκάστοτε προορισμό μας.

 Εμένα δε, με μια πινακίδα Ξ. Α. μπροστά και μια πίσω, και με δύο μεγάλες σημαίες, την Ελληνική και την Αμερικάνικη πάνω στα φτερά της καναδέζας μου, κανείς δεν σκεπτόταν να με σταματήσει, αλλά ούτε και να με ρωτήσει μπορούσε, από που έρχομαι και που πάω και ποιους και πόσους είχα ενδεχομένως μαζί μου.

 Έμαθε ο λοχαγός τους για το πόσο διασκέδαζαν αυτοί που ερχόταν μαζί μας, γι’ αυτό και δήλωσε ότι ήθελε να πάρει μέρος και αυτός μια μέρα. Δεν του το επέτρεπε η θέση του όμως, γι’ αυτό και πολύ στεναχωρήθηκε. Τον υπολοχαγό τους όμως, εκείνον τον Γενίτσαρο, δεν τον ήθελαν μαζί τους, γιατί ήταν πολύ ψυχρός με όλους και όσες φορές πάλι τον κάλεσαν να τους κάνει παρέα, τους χάλασε την διασκέδαση.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *