Κτύπησε το τηλέφωνο του γραφείο μου ένα πρωινό και όταν το σήκωσα, άκουσα από μέσα την φωνή ενός γνωστού μου εργοστασιάρχη, ο οποίος μου ζητούσε να του φέρω από την Ελβετία τα νέα και πιο εξελιγμένα μηχανήματα που παρήγγειλε να του ετοιμάσουν, για το εργοστάσιό του.
Για την νέα του μονάδα δηλαδή τα ήθελε αυτά και γι’ αυτήν που μαζί της ξεκινούσε τότε να αντιμετωπίσει, την ραγδαία εισροή των εισαγόμενων κουρτινών στην χώρα μας.
Ήταν πολύ καλύτερες ποιοτικά οι εισαγόμενες κουρτίνες από τις δικές του κι όπως πολύ καλά έκανε και το είδε έγκαιρα, θέλησε να εξοπλίσει κατάλληλα στην συνέχεια και με νέας τεχνολογίας μηχανήματα τις εγκαταστάσεις του, ώστε να αντιμετωπίσει την αγορά με ίσους όρους.
Αν δεν φρόντιζε να κάνει κάτι τέτοιο και γρήγορα μάλιστα, θα έβαζε σε κίνδυνο τις μέχρι τότε προσπάθειές του. Κι όχι μόνον αυτό θα πάθαινε, αλλά θα ξυπνούσε ένα πρωί και τίποτε δεν θα είχε.
Θα του κόστιζε πολλά βέβαια αυτή η εξοπλιστική του προσπάθεια, αλλά και χωρίς αυτήν, βήμα, βήμα και μέρα με την μέρα, θα κατέληγε στον κατ’ ανάγκην πια επαγγελματικό του μαρασμό και πάει λέγοντας.
Τις πρώτες ύλες που χρειαζόταν για το εργοστάσιό του, τις έφερνε από την Ευρώπη και με πολλές νταλίκες μάλιστα τον χρόνο, αλλά σ’ εμένα δεν έδινε καμιά από αυτές τις μεταφορές.
Του το ζητούσα επανειλημμένα βέβαια, αλλά για τους δικούς του λόγους δεν ήθελε να το κάνει και η απάντηση που μου έδινε ήταν πάντα ίδια και στερεότυπη, αλλά και λογική ήταν και συμφέρουσα γι’ αυτόν ήταν.
– Βρίσκω από μόνος μου αυτό που θέλω και μάλιστα με καλύτερες τιμές από αυτές που εσύ μπορείς να μου προσφέρεις. Τι να κάνω λοιπόν; Να αδιαφορήσω; Να ξέρεις όμως, ότι πολύ σε εκτιμώ.
Όσο δεν είχε προβλήματα κι όσο αυτά που μετέφερε ήταν πρώτες ύλες κι εκ της φύσεώς τους ανθεκτικές, τίποτε δεν διακινδύνευε, οπότε έκανε με την άνεσή του τον μεταφορέα και καλό του φαινόταν.
Κι εγώ; Τι μπορούσα να του πω, αφού εν μέρει είχε δίκαιο; Ωστόσο όμως, του έλεγα και κάτι, έτσι για να του θυμίσω ότι κι εμείς ήμαστε στην ίδια αλυσίδα κι ότι αν από έλλειψη δουλειάς, αναγκαζόμασταν να φύγουμε από την αγορά, υπήρχε κίνδυνος να χάσει κι αυτός κάτι, όσο κι αν του φαινόταν αυτό απίθανο.
– Πρέπει να σου πω, ότι δεν τρώγεται η εκτίμηση που μου έχεις. Την δουλειά σου θέλω, αφού από αυτήν θα ζήσω εγώ, αλλά και η εταιρεία που εργάζομαι. Το ότι με εκτιμάς καλό είναι βέβαια, αλλά τίποτε δεν μας αποδίδει, ώστε να κρατηθούμε κι εμείς με την βοήθειά σου στην αγορά.
Αυτά του έλεγα κάθε φορά, αλλά κι άπρακτος έφευγα από το εργοστάσιό του, όσες φορές κι αν του έκανα επίσκεψη για τους παραπάνω λόγους.
Με ξάφνιασε όμως εκείνο το πρωινό του τηλεφώνημα, γι’ αυτό και περίμενα να ακούσω το σκεπτικό του.
– Άκου φίλε μου. Δεν με ενδιαφέρει αυτή την φορά, το πόσο θα μου κοστίσει η μεταφορά των μηχανημάτων μου. Εκείνο όμως που με ενδιαφέρει, είναι να έρθουν αυτά με προσοχή, γιατί τα μηχανήματά μου είναι πανάκριβα, είναι ευαίσθητα, είναι πολύ μεγάλα για να συσκευαστούν και αν ζητήσω την συσκευασία τους, θα την πληρώσω χρυσή.
Τα έχω δε ανασφάλιστα όλα αυτά, γιατί και αυτό το κόστος είναι ανυπολόγιστο, λόγω της μεγάλης τους αξίας, της ιδιοτροπίας τους και της πολύ μεγάλης ευαισθησίας τους.
Όπως και πολύ καλά το ξέρεις αυτό βέβαια, μπορώ κι από μόνος μου να βρω και μάλιστα καλύτερη τιμή από αυτήν που εσύ θα μου δώσεις γι’ αυτήν την μεταφορά.
Εκείνο που θέλω από σένα λοιπόν, δεν είναι να μου προσφέρεις οικονομικότερη λύση, αλλά απλά και μόνον να την αναλάβεις εσύ. Κι ο λόγος που με υποχρεώνει να σου ζητώ να κάνεις κάτι τέτοιο, είναι ότι και καλά σε ξέρω και στην υπευθυνότητα σου βασίζομαι.
Χρέωσε μου λοιπόν γι’ αυτόν τον σκοπό, όσα θέλεις. Θέλω να θυμάσαι όμως αυτό που σου είπα. Ότι θέλω να αναλάβεις εσύ αυτήν την μεταφορά, γιατί μόνο σε σένα έχω εμπιστοσύνη.
Όταν δεις την αξία των μηχανημάτων μου, τότε θα καταλάβεις γιατί σου τα λέω όλα αυτά και γιατί κατέληξα, όχι αβασάνιστα στην δική σου συμμετοχή.
Αν αποφασίσεις όμως να αναλάβεις τελικά αυτήν την μεταφορά, τότε θέλω να ενημερώσεις σχετικά με όσα τώρα λέμε οι δύο μας και τους δικούς σου στην Ελβετία.
Να ζητήσεις μάλιστα κι από αυτούς να δείξουν την ανάλογη με μας υπευθυνότητα, γιατί αν πάθουν κάποια ζημιά τα μηχανήματά μου κατά την μεταφορά τους, γνωστοποίησέ τους ότι δεν με καλύπτει καμιά ασφάλεια κι ως εκ τούτου, κινδυνεύω από ανεπανόρθωτη ζημιά.
Αυτά εν ολίγοις μου έλεγε εκείνη την στιγμή κι εναγωνίως μάλιστα από τηλεφώνου ο εν λόγω εργοστασιάρχης, ενώ εγώ είχα κάθε λόγο να σκέφτομαι την προγενέστερη συμπεριφορά του.
Οι μεταφορές που μέχρι τότε είχε, ήταν όλες τους ακίνδυνες όπως σας είπα, αφού αυτά που μετέφερε ήταν πρώτες ύλες. Κι επειδή από τίποτε δεν κινδύνευαν, εύκολα αυτός παρίστανε τον μεταφορέα.
Για οικονομικούς λόγους βέβαια το έκανε αυτό και με την δικαιολογία ότι κερδίζει δέκα χιλιάρικα ανά νταλίκα, δεν μου έδινε τις μεταφορές του, ποσό δηλαδή που θα τον επιβαρύναμε εμείς αν μας τις παραχωρούσε.
Την συγκεκριμένη μεταφορά του όμως, δεν μπορούσε να την εμπιστευτεί ούτε σε αγνώστους, αλλά ούτε και σε απλούς νταλικέρηδες, γιατί θα διακινδύνευε πάρα πολλά.
Καταλάβαινα την αγωνία που είχε για την μεταφορά που ήθελε να αναθέσει σ’ εμένα και κατά συνέπεια στην εταιρεία που εγώ εργαζόμουν, όπως καταλάβαινα και τον λόγο που αυτός εμπιστευόταν μόνον εμένα, αφού ήξερε ότι πίσω μου υπήρχε ένα έμπειρο επιτελείο με πολλές προεκτάσεις και μια εταιρεία με πολλές δυνατότητες.
Επειδή δεν είχα κανένα προσωπικό λόγο, που να με αναγκάζει να αρνηθώ την συμμετοχή που μου ζητούσε, δέχτηκα πρόθυμα να αναλάβω εκείνη την δύσκολη μεταφορά, γι’ αυτό κι αμέσως αυτός μου έστειλε τις σχετικές με την υπόθεσή του πληροφορίες που του ζήτησα.
Ενημέρωσα στην συνέχεια και τους Ελβετούς συναδέλφους μου και μάλιστα γραπτώς τους πληροφόρησα αυτούς, για όλα όσα ο πελάτης μας ήθελε να μας εμπιστευθεί.
Κι όπως ήταν λογικό πια αυτό, τούς ζήτησα να είναι προσεκτικοί και να μη κάνουν τίποτε που να αφορά το δικό του θέμα, προτού ενημερώσουν πρωτίστως εμένα και προπαντός, να μην κάνουν τίποτε γι’ αυτή την υπόθεση, αν δεν έχουμε πρώτα την έγκριση του πελάτη μας.
Μέχρι να ολοκληρωθούν όμως οι διαδικασίες παραγωγής κι εξαγωγής των μηχανημάτων του από την Ελβετία, εγώ έκανα πολλές γραπτές συνομιλίες με τους συναδέλφους μου και για όλες αυτές, του έστελνα συνεχώς στα χέρια του κι αμέσως μάλιστα τα σχετικά αντίγραφα.
Ήθελα μέσα από αυτήν την ενημέρωση, να βλέπει αυτός, όπως και να ελέγχει όλες τις δικές μου ενέργειες, προκειμένου να αισθάνεται ασφαλής μαζί μας, αφού όπως το έλεγε, τόσα πολλά μας εμπιστευόταν.
Χαιρόταν δε όταν έβλεπε πάνω στα αντίγραφα που του έστελνα, υπογραμμισμένη την παρατήρηση που συνεχώς έκανα και μάλιστα με κεφαλαία γράμματα προς τους συναδέλφους μου, η οποία και τους έλεγε εν ολίγοις πλην σαφώς.
– Δεν ενδιαφέρει τον πελάτη μας, πόσο θα του χρεώσουμε εμείς γι’ αυτήν την μεταφορά. Εκείνο που θέλει όμως, είναι να μη βάλετε μέσα στο αυτοκίνητό του, τίποτε που να είναι ξένο προς τα μηχανήματά του, πάνω από αυτά, ή ανάμεσα από αυτά.
Είναι δε τόσο κατηγορηματικός αυτός για το συγκεκριμένο θέμα, που μονίμως μου ζητά να σας το υπενθυμίζω, ότι ούτε αέρα δεν θα δεχθεί να βάλετε εσείς ανάμεσα στα μηχανήματά του, δεδομένου ότι αυτά είναι γυμνά κι έχουν πολλές μικρές και μεγάλες όπως και λεπτές προεξοχές.
Ο λόγος που τον κάνει να μας ζητάει όλα αυτά τα αυτονόητα, είναι ότι ανησυχεί για την τύχη αυτών των λεπτών προεξοχών που έχουν τα γυμνά μηχανήματά του.
Αν για κάποιο λόγο στραβώσουν αυτά από κάποια δική μας επιπολαιότητα, τότε δεν θα είναι σε θέση να παράγουν τα μηχανήματά του, αυτά για τα οποία ο πελάτης μας τα πλήρωσε τόσο ακριβά κι εξαιτίας αυτού υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να καταστρέψουμε εμείς τις δικές του προσδοκίες.
Επίτηδες έκανα εγώ όλες αυτές τις παρατηρήσεις προς τους συναδέλφους μου, όχι γιατί δεν ήξεραν αυτοί τι έπρεπε να κάνουν, αλλά για να μην ξεχαστεί κανείς από αυτούς κι από υπέρμετρο ενδιαφέρον για τα οικονομικά οφέλη της εταιρίας μας, αποφασίσει από μόνος του να βάλει κι άλλα πράγματα μέσα σε κείνο το φορτηγό, δεδομένου ότι θα υπήρχε αρκετός εντός αυτού ανεκμετάλλευτος χώρος.
Παρά τις προσπάθειές μου όμως, τίποτε δεν κατάφερα, αφού όπως θα δείτε παρακάτω, έγινε αυτό που δεν ήθελα, δεν έπρεπε να γίνει και για κανένα λόγο δεν ήταν χρήσιμο να το δει ο συγκεκριμένος πελάτης μας.
Και δεν έγινε ανώδυνα αυτό, αφού μεγάλη ζημιά προκλήθηκε και αυτή δεν ήταν οικονομική με την στερημένη της έννοια, αλλά όντως καταστροφική με την ευρύτερη έννοια της οικονομίας, αφού χάσαμε όχι μηχάνημα, όχι χρήματα, αλλά άνθρωπο εξαιτίας της εγωιστικής μας διάθεσης να κερδίσουμε περισσότερα αφού το μπορούσαμε.
Δεν έγινε βέβαια με αυτόν το σκεπτικό, αλλά έγινε. Κι αυτό που έγινε, το πλήρωσε με την ζωή του ένας άνθρωπος, έστω κι αν δεν ήταν μέσα στα σχέδια αυτού που τόσο πρόχειρα, θέλησε να κερδίσει περισσότερα.
Βλέπετε τώρα, πόσο απαραίτητη είναι η ύπαρξη της υγειούς οικονομίας; Τι λέτε λοιπόν; Επιθυμεί την ύπαρξη της ο Διάβολος; Την αποφεύγουν τα διαβολοπαίδια όταν τους δίνεται η ευκαιρία; Δεν νομίζω.
Μιχάλη Αλταλίκης