Το γειτονάκι μου κι ο ανηψιός μου στα ναρκωτικά

     Αν και ήταν γειτονάκι μου το παιδί, δεν το γνώριζα, όπως δεν γνώριζα ότι ήταν ο γιός του μανάβη μας. Καθημερινά μιλούσα με τον πατέρα του για ένα σωρό θέματα και ποτέ του δεν μου ανάφερε, ότι το παιδί του είχε πέσει στα ναρκωτικά κι ότι μαζί με κάποιον άλλον ομοιοπαθή νεαρό κι επίσης γειτονάκι μας, προσπαθούσαν να απεξαρτηθούν στο μοναστήρι μας.

Εγώ όμως, κοντά τρία χρόνια έβλεπα το παιδί του στο μοναστήρι και πολλές φορές μου έκανε καφέ όταν ήταν απασχολημένος στο αρχονταρίκι. Ήταν τόσο καλό παιδί μάλιστα, που νόμιζα ότι ήταν δόκιμος κι ότι μάλλον θα τον κρατούσαν για μοναχό οι πατέρες αν το αποφάσιζε κι αυτό θέλησα να ακούσω από τον αρχοντάρη, όταν μια μέρα του έκανα σχετική ερώτηση.

Τον βλέπεις καλά εσύ, έλεγε αυτός, αλλά δεν είναι. Παραπάνω από τρία χρόνια τον έχουμε εδώ όπως ξέρεις και πολλές προσπάθειες κάνουμε ώστε να τον κρατήσουμε στην ζωή, γιατί αν βγει έξω, μάλλον θα πεθάνει από χρήση ναρκωτικών, όσο κι αν μας λέει, ότι δεν θα τα βάλει ξανά στο στόμα του.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, από τα σύννεφα έπεσα ακούγοντας την ιστορία του νεαρού, γι’ αυτό κι αυθόρμητα εξέφραζα την σκέψη μου στον αρχοντάρη. Γι’ αυτόν τον νεαρό ιδικά πάτερ, ποτέ δεν περίμενα να ακούσω κάτι τέτοιο, γιατί και συμμαζεμένος φαίνεται και εργατικός είναι.

Μπροστά στο να πάρουν την δόση τους αυτοί αδελφέ μου, έλεγε με πόνο στην φωνή του ο αρχοντάρης και το διάβολο ακόμη είναι σε θέση να ξεγελάσουν. Όχι μόνον εσένα κι εμένα δηλαδή.

Μια και μιλάμε γι’ αυτόν όμως, θέλω να σου πω ότι μέρες τώρα μας παρακαλά να του επιτρέψουμε την έξοδο στο σπίτι του και μάλιστα σήμερα κιόλας θέλει να έρθει μαζί σου, γιατί έμαθε από τους πατέρες, ότι γειτονάκι σου είναι αν και δεν το γνωρίζεις.

Απέφυγέ τον για το καλό του λοιπόν και μάλλον πρέπει να πεις στον πατέρα του να έρθει αυτός εδώ να τον δει, γιατί αν βγει έξω ο νεαρός, δεν θα ζήσει για πολύ καιρό. Αυτόν μάλιστα, προσπάθησε να τον πείσεις μιλώντας μαζί του, ότι κινδυνεύει το παιδί του αν βγει έξω, γιατί κι αυτός επιμένει να του τον στείλουμε κι από το τηλέφωνο μας υπόσχεται, ότι θα τον προσέχει και η κοπέλα που έχει ο νεαρός και αυτή είναι που τον περιμένει να επιστρέψει, γιατί πολύ καιρό τον έχει μακριά της.

Απορώ, του είπα με όσα ακούω να μου λες σήμερα, αλλά αφού θέλεις να του μιλήσω, θα το κάνω πάτερ. Θα πάω να βρω τον πατέρα του λοιπόν κι ασφαλώς θα του μιλήσω σχετικά, αν βέβαια μου δώσεις το τηλέφωνό του και την διεύθυνσή του, αφού δεν ξέρω ποιος είναι.

Πριν προλάβει να μου δώσει το τηλέφωνό του όμως, όπως και την διεύθυνση του ο μοναχός, ήρθε ο νεαρός κοντά μας και παρακαλώντας μου ζητούσε να το πάρω μαζί μου. Γείτονες είμαστε κύριε Μιχάλη, έλεγε, και σήμερα το έμαθα. Ο γιός του μανάβη είμαι κι έχουμε το μανάβικο μας έναν στενό ποιο πάνω από το δικό σας. Δεν έτυχε να γνωριστούμε εκεί βέβαια, αλλά πάρε με σε παρακαλώ μαζί σου σήμερα, γιατί αρκετό καιρό είμαι εδώ όπως ξέρεις κι αφού έγινα καλά πια, θέλω να πάω στο σπίτι μου.

Τον ακούς; Έλεγε σ’ εμένα ο μοναχός. Αν του το επιτρέψουμε, δεν θα γυρίσει ζωντανός. Πριν καλά, καλά κλείσει μήνα, μάλλον θα τον βρουν πεθαμένο κι αυτόν στην μπανιέρα από ναρκωτικά, όπως έκανε κι εκείνο το παιδί που γνώριζες και περισσότερα χρόνια το φιλάγαμε εδώ σαν τα μάτια μας. Κι εκείνος βγήκε έξω τα Χριστούγεννα όπως θυμάσαι και τώρα τον έχουν θαμμένο στα κοιμητήρια της γειτονιάς τους.

Αφού οι πατέρες σε αγαπούν βρε παιδί μου, έλεγα κι εγώ πια σον νεαρό. Κι όπως ξέρω, κάνουν πολλά για σένα, ώστε να σε κρατήσουν στην ζωή. Γιατί λοιπόν θέλεις να πεθάνεις σ’ αυτήν την ηλικία; Κάνε λίγη υπομονή ακόμη όμως κι όταν με το καλό δω τον πατέρα σου αύριο, θα στείλω αυτόν να έρθει να σε πάρει αφού το θέλεις.

Σε κάθε περίπτωση όμως, πρέπει να απαλλάξεις και το μοναστήρι από την ευθύνη που φορτώθηκε για σένα, γιατί πάντα υπάρχει κίνδυνος να μας συμβεί κάποιος πειρασμός καθοδόν. Το απεύχομαι βέβαια, γιατί κι εγώ θα τρέχω να απολογηθώ αν έρθεις μαζί μου, αλλά και το μοναστήρι θα τρέχει να απολογηθεί, που επέτρεψε σε έναν παθητικά εξαρτημένο παιδί να βγει έξω χωρίς την συνοδεία του πατέρα του τουλάχιστον.

Δυσαρεστήθηκε ο νεαρός από αυτά που άκουσε, αλλά πείστηκε τελικά, ότι μάλλον ήταν ποιο σωστό, να έρθει ο πατέρας του να τον βγάλει έξω και με δική του ευθύνη να τον μεταφέρει στο σπίτι τους.

Αυτά είπαμε εκεί οι τρείς μας λοιπόν κι όταν επέστρεψα στο σπίτι μου, βεβαίως πήγα και συνάντησα τον πατέρα του και με πολύ κόπο μάλιστα προσπάθησα να τον πείσω, ώστε να μην πάρει ακόμη το παιδί του από εκεί που με πολύ αγάπη το φρόντιζαν.

Μαζί με αυτό δε, πολλές φορές τον ρώτησα να μου πει, γιατί δεν μου ανάφερε ποτέ, ότι είχε το παιδί του στο μοναστήρι μας για απεξάρτηση, στο μοναστήρι μάλιστα, που πολλές φορές του τόνισα ότι εργαζόμουν.

Απαντώντας αυτός, έλεγε ότι δεν μου είπε τίποτε, γιατί δεν ήθελε να μαθευτεί στην γειτονία, ότι το δικό του παιδί έπεσε στα ναρκωτικά. Θα πάω όμως να τον πάρω πια, πρόσθεσε μετά από λίγο κι αφού έγινε καλά όπως μας λέει κάθε τόσο από το τηλέφωνο, θα τον κρατήσουμε κοντά μας και μαζί με την κοπέλα που τον αγαπά, θα τον βοηθήσουμε να σταθεί στα πόδια του, αλλά και θα τον προσέχουμε συγχρόνως.

Καλά θα κάνετε, του είπα, αλλά μήπως είναι επικίνδυνο αυτό που σκεφτήκατε όλοι μαζί; Θα σας ξεγελάσει αυτός και πολύ γρήγορα μάλιστα θα μετανιώσετε την ώρα και την στιγμή που αποφασίσατε να τον ελευθερώσετε όπως λέτε, από την κηδεμονία των μοναχών.

Μήπως πρέπει να ξανασκεφτείτε το πράγμα, πριν του ανάψετε την ιδέα να βγει έξω; Πρέπει να σας πω μάλιστα, ότι κι άλλοι σαν κι εσάς γονείς επέστρεψαν τα παιδιά τους στο σπίτι τους πρόωρα και τώρα κλαίνε μετανιωμένοι για όσα τους προέκυψαν.

Τέτοια τους έλεγα λοιπόν στην προσπάθειά μου να τους μεταπείσω, αλλά ότι κι αν τους έλεγα, τίποτε δεν άκουγαν. Και η μητέρα του νεαρού που πήρε μέρος στην κουβέντα μας, έλεγε ότι ήθελε το παιδί της πίσω, και χωρίς να σκέφτεται, κατηγορούσε τους μοναχούς που δεν επέτρεπαν στο παιδί της να φύγει.

Κι αφού είπαμε πολλά τέτοια χωρίς κανένα λογικό αποτέλεσμα, πήγε μετά από λίγες μέρες ο πατέρας του στο μοναστήρι κι έφερε τελικά τον νεαρό στο οικείο περιβάλλον τους. Από την ημέρα που ήρθε όμως, ανελλιπώς τον έβλεπα να εργάζεται στο μανάβικο μαζί με τους γονείς του, όπως και πολύ συχνά τον έβλεπα να φεύγει μαζί με την κοπέλα του, για μια απογευματινή βόλτα στις καφετέριες τις γειτονιάς μας.

Αυτή μάλιστα, με αυτοθυσία θα έλεγα είχε κολλήσει επάνω του και λεπτό δεν τον άφηνε μόνο του. Όπως έδειχνε το πράγμα δηλαδή, όλοι μαζί πρόσεχαν τον νεαρό, οπότε, έλεγα κι εγώ στον αρχοντάρη που στενοχωριόταν για την τύχη του, ότι καλά ήταν, ότι μάλλον του βγήκε σε καλό που εδραιώθηκε στο οικογενειακό του περιβάλλον κι ότι εργαζόταν κανονικά δίπλα στον πατέρα του.

Χαιρόταν ο αρχοντάρης από αυτά που άκουγε να του λέω κάθε τόσο για την εξέλιξή του νεαρού, αλλά κι εγώ ήμουν ευχαριστημένος μαζί του, γι’ αυτό και δεν σταματούσα να τον επαινώ για το κατόρθωμά του, όπως επαινούσα βέβαια και την κοπέλα που τον πρόσεχε.

Πέρασε όμως ένα εξάμηνο από τότε που επιμελημένα πρέπει να πω προσαρμόστηκε στην κοσμική ζωή κι αφού όλα έδειχνα ότι βάδιζε σταθερά προς το καλύτερο, μου ανακοίνωσαν μια μέρα τα παιδιά, ότι μετά από το καλοκαίρι θα αρραβωνιαζόταν.

Ήρθε το καλοκαίρι βέβαια κι όπως έπρεπε, εμείς πήγαμε διακοπές για ένα μήνα, οπότε, ξεχάσαμε τον νεαρό και την κοπέλα του, όπως και την πρόθεσή τους να αρραβωνιαστούν. Όταν επιστρέψαμε όμως, μαζί με την γυναίκα μου πήγαμε μια μέρα να πάρουμε κάτι από το μανάβικό τους, αλλά το βρήκαμε κλειστό. Θα πήγαν διακοπές είπαμε και δεν ρωτήσαμε κανέναν από τους γείτονες να μας πει κάτι για την τύχη τους.

Πέρασε όμως ο καιρός και βλέποντας το μανάβικο να γίνεται συνεργείο αυτοκινήτων μια μέρα, τότε μόνον μάθαμε ρωτώντας πια, ότι βρήκαν τον νεαρό στο σπίτι του πεθαμένο από υπερβολική δόση και με την σύριγγα μάλιστα κρεμασμένη στο μπράτσο του.

Από την στεναχώρια τους οι άνθρωποι, έκλεισαν την επιχείρησή τους και κάπου άγνωστα πήγαν να κλάψουν τον πόνο τους. Και η κοπέλα του έπαθε ζημιά όπως μας είπαν, γιατί ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει, πώς και που βρήκε χρόνο να πάρει ναρκωτικά ο νεαρός, αφού λεπτό δεν τον άφηνε μόνο του.

Όπως κι αν είχε το πράγμα όμως, έγινε τελικά το ανεπιθύμητο, έστω και μετά από ένα εξάμηνο βέβαια, αλλά και πολύ έκλαψε γι’ αυτόν ο αρχοντάρης όταν το πληροφορήθηκε.

Από τον ομοιοπαθή φίλο του και γείτονα μας το έμαθε είναι αλήθεια και το έμαθε πολύ νωρίτερα από ότι εγώ νόμιζα ότι τον ενημέρωνα. Αυτόν ιδικά όμως, τον ομοιοπαθή φίλο του δηλαδή, τον ήξερα από πριν και πολλές φορές τον πείραζα όταν τον συναντούσα στην γειτονιά μας.

Μαζί με τα πειράγματα όμως, συνεχώς τον συμβούλευα και με στόμφο μάλιστα του έλεγα πολλές φορές, ότι έπρεπε να προσέχει πολύ τις παρέες του και προπαντός, να μη βάλει ποτέ στο στόμα του ναρκωτικά, γιατί πολλά παιδιά χάσαμε, όταν από επιπολαιότητα έγιναν χρήστες.

Οι φίλοι, του έλεγα, όσο καλοί κι αν μας φαίνονται, δεν είναι σίγουρο ότι μπορούν να μας προφυλάξουν από οπουδήποτε υπάρχει κίνδυνος, αν από μόνοι μας εμείς δεν προσέχουμε τις κινήσεις μας.

Είναι αλήθεια ότι με άκουγε με προσοχή όταν του μιλούσα και λόγω των συμβουλών που του έδινα, θείο με αποκαλούσε από συμπάθεια, αν και δεν είχαμε κάποια συγγένεια. Συνομήλικος με τον μεγάλο μου γιό ήταν και πολύ κοντά μας έμενε, οπότε, συχνά τον έβλεπα και συχνά τον συμβούλευα σαν να ήταν δικό μου παιδί, αφού όλα τα παιδιά του κόσμου δικά μας είναι κι έτσι πρέπει να τα βλέπουμε.

Πρόσεχε τις παρέες σου του έλεγα κάθε τόσο λοιπόν και ποτέ δεν έβαλα με το μυαλό μου, ότι αυτό ιδικά το παιδί, θα έπεφτε ποτέ στα ναρκωτικά, αφού και στις κουβέντες που κάναμε, αντιδραστικός ήταν επί του θέματος κι όποιον από τους γνωστούς του έβλεπε να γίνετε χρήστης, με κάθε τρόπο προσπαθούσε να τον αποτρέψει από αυτά όπως έλεγε.

Ανησυχώντας γι’ αυτόν λοιπόν, ακόμη κι από την καλή του διάθεση να βοηθήσει τους φίλους του ήθελα να τον προφυλάξω όταν έφτανε η κουβέντα μας εκεί, γι’ αυτό και πολλές φορές του έλεγα ότι μάλλον κινδύνευε να πάθει τα ίδια, όσο συνέχιζε να συναναστρέφεται μαζί τους.

Μην εμπλέκεσαι μαζί τους βρε παιδί μου του τόνιζα συχνά, γιατί πολύ μεγάλος κίνδυνος υπάρχει να σου γίνει μπούμερανκ αυτό που κάνεις. Και θα σου γίνει μπούμερανκ, γιατί δεν θα έχεις την ανάλογη δύναμη να αντισταθείς, όταν θα δεις την τάση των φίλων σου να βάλουν κι εσένα στον κύκλο τους. Απέφυγε τους λοιπόν, γιατί αυτοί σίγουρα δεν θα θέλουν να κόψουν από εκεί που συνήθισαν να υπάρχουν.

Θα βάλουν κι εσένα στο λούκι δηλαδή. Αφενός μεν για να μην τους ενοχλείς κι αφετέρου, για να έχουν κι εσένα μέτοχο στο πάθος τους. Δεν θέλουν αυτά τα άτομα να είναι μόνον αυτοί οι εμπαθείς και προπαντός μόνον αυτοί οι δακτυλοδεικτούμενοι.

Μη φοβάσαι θείο έλεγε αυτός κατά την συνήθειά του και δεν κινδυνεύω να πάθω κάτι τέτοιο, γιατί προσέχω όπως σου είπα όταν είμαι μαζί τους, αλλά και φοβάμαι τα ναρκωτικά.

Αυτά έλεγε αυτός βέβαια, αλλά κατάφεραν τελικά να τον βάλουν στο λούκι οι φίλοι του και ανάμεσα στους φίλους του, ήταν και το γειτονάκι μας που βρέθηκε πεθαμένος με την σύριγγα κρεμασμένη στο μπράτσο του. Μαζί δηλαδή τα έπιναν, μαζί έκαναν απεξάρτηση στο μοναστήρι και μαζί έκαναν προσπάθειες να ζήσουν ελεύθεροι όπως αποδείχτηκε, αν κι εγώ δεν είχα ιδέα τι έκανε ο ανεψιός μου και για πόσο καιρό ήταν χρήστης.

Σ’ αυτόν αναφερόμενος λοιπόν, πρέπει να σας πω ότι για αρκετό καιρό τον έχασα από το οπτικό μου πεδίο. Από εκεί δηλαδή που τον έβλεπα κάθε μέρα μπροστά μου, σπανίως τον έβλεπα πια κι αφού εργαζόταν κάπου, υπέθεσα ότι η εργασία του τον υποχρέωνε να χάνετε, οπότε, δεν πήγε το μυαλό μου στα ναρκωτικά.

Ως χρήστης όμως αυτός, στο μοναστήρι μας βρέθηκε μαζί με το γειτονάκι μας αναζητώντας την πολυπόθητη απεξάρτηση και πολλές φορές με έβλεπε εκεί, αλλά ποτέ δεν θέλησε να εμφανίστηκε μπροστά μου.

Με έβλεπε δηλαδή και μη θέλοντας να τον δω στην κατάσταση που βρισκόταν, κρυβόταν από μένα. Ούτε να τον δω ήθελε, ούτε και να τον συναντήσω, από ντροπή για την κατάντια του όπως μου εκμυστηρεύτηκε αργότερα.

Λίγο καιρό κάθισε εκεί βέβαια και πάλι επέστρεψε, όπως και στην δουλειά του εντάχθηκε ξανά, αλλά κι εγώ, σπάνια τον έβλεπα μπροστά μου. Στις κουβέντες που κάναμε όμως κατά τις αραιές πια συναντήσεις μας, άρχισα να βλέπω κάποιες σχιζοφρενικές μάλλον τάσεις στην συμπεριφορά του, γιατί όπως έλεγε, ήθελε να τον σκοτώσει κάποιος συνάδελφός του κι ότι από τα σημάδια που εύρισκε γύρο του το συμπέρανε αυτό.

Ανησύχησα με τις αναφορές του είναι αλήθεια, αλλά και πάλι δεν έβαλα τα ναρκωτικά στο μυαλό μου, πεπεισμένος ότι τα φοβόταν. Κι αφού τα φοβόταν αυτός όπως νόμιζα, πίστευα ότι δεν θα τα δοκίμαζε. Τις αναφορές του όμως, για την διάθεση κάποιου να τον σκοτώσει, δεν μπορούσα να τις παραβλέψω, οπότε, άρχισα να συμβουλεύομαι τους μοναχούς γιατρούς της μονή μας για το πώς έπρεπε να τον βοηθήσω, αλλά και κάποιον γνωστό μου ψυχολόγο ψυχίατρο άρχισα να επισκέπτομαι συχνά, αναζητώντας τρόπο αντιμετώπισής του.

Κι ενώ εγώ έψαχνα τρόπο να τον βοηθήσω, αυτός τίποτε δεν μου ανάφερε για την σχέση του με τα ναρκωτικά, αν και οι γιατροί με ρωτούσαν να τους πω, μήπως έκανε χρήση και δεν το ήξερα. Όχι τους έλεγα κι εγώ στηριζόμενος στην δική του υπόσχεση. Όχι. Δεν κάνει, γιατί φοβάται τα ναρκωτικά. Τα φοβάται λες εσύ, απαντούσε κι ο ψυχίατρος, αλλά τα συμπτώματα που μου ανάφερες, σ’ αυτά με παραπέμπουν, οπότε, ψάξε καλύτερα το θέμα και μη τον εμπιστεύεσαι.

Αυτό λοιπόν έχοντας στο μυαλό μου να κάνω, άρχισα να ψάχνω εγώ πια τον ανεψιό, αλλά πουθενά δεν μπορούσα να τον συναντήσω, ώστε να εξακριβώσω τις υποψίες των γιατρών. Μετά από τον θάνατο του φίλου του όμως, άρχισε πλέον να φοβάται κι αυτός για την δική του ζωή, γι’ αυτό κι από μόνος του ήρθε να με βρει μια μέρα.

Στο σπίτι μου για την ακρίβεια ερχόταν και στον δρόμο τον συνάντησα. Βλέποντάς τον λοιπόν να παραπατά και να τρικλίζει στην προσπάθειά του να με πλησιάσει, κάγκελο έμεινα. Στην κατάσταση που βρισκόταν δε, δυσκολεύτηκα να τον αναγνωρίσω και δεν σας κρύβω ότι η καρδιά μου πόνεσε, γιατί από αυτόν ιδικά, δεν περίμενα κάτι τέτοιο.

Θείο. Έλεγε μασώντας την γλώσσα του. Σ’ εσένα ερχόμουν και στο δρόμο σε βρήκα. Όπως βλέπεις, δεν είμαι καλά. Παραπάνω από τρία χρόνια δεν είμαι καλά και συνεχώς από τότε και μετά σε αποφεύγω.

Κρύβομαι δηλαδή, ώστε να μην με δεις στην κατάσταση που βρέθηκα. Παράγινε όμως το πράγμα και βάζοντας στο μυαλό μου, ότι μόνον εσύ μπορείς να με βοηθήσεις, ερχόμουν να σου ζητήσω βοήθεια.

Πήγαινε στον θείο μου είπε ο λογισμός μου. Αυτός πολλούς βοηθάει, οπότε κι εμένα μπορεί να βοηθήσει. Αυτό θέλω από σένα δηλαδή. Να με βοηθήσεις, ώστε να γίνω καλά.

Όπως καταλαβαίνετε, ούτε να κλάψω μπορούσα, ούτε να θυμώσω μαζί του μπορούσα, γιατί μετά από τόσες συμβουλές, αντί να προστατευθεί όπως ήλπιζα, αυτός έγινε λιώμα και σε κακό χάλι κυλισμένος. Βλέποντας κι αυτός, τον πόνο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μου, αποφασισμένος έλεγε. Ότι μου πεις θα το κάνω θείο. Κι όσο θέλεις παίδεψέ με, αρκεί να με βοηθήσεις να γίνω καλά.

Αν ερχόσουν στην αρχή βρε παιδί μου, του έλεγα κι εγώ με σφιγμένη την καρδιά, θα ήταν κάπως εύκολο. Έτσι όπως σε βλέπω σακατεμένο τώρα, δεν ξέρω από πού να αρχίσω, αλλά και ιδικός δεν είμαι. Και μόνον που σκέφτηκες να έρθεις σ’ εμένα όμως, πολύ ταπεινώθηκες, οπότε, με την ταπείνωση για βοηθό, μπορεί και να καταφέρουμε κάτι.

Ότι μου πεις θα το κάνω θείο, έλεγε πάλι με πόνο ψυχής ο φουκαράς κι όπου μου πεις θα πάω. Βλέποντας το παιδί μου στο πρόσωπό του λοιπόν, δεν πόνεσε μόνον, αλλά και μάτωσε η καρδιά μου. Κι αφού έτσι αισθάνθηκα, εκείνη την στιγμής κιόλας αποφάσισα να ασχοληθώ μαζί του κι όπως ήθελε η Παναγία μας, ας έκανε γι’ αυτόν, αλλά και για μένα, γιατί καθόλου εύκολο δεν είναι να χειρίζεται κανείς μια ψυχή που θέλει να σωθεί, μέσα από τον λάκκο που βρέθηκε.

Πουθενά δεν θα πάμε του είπα κι εδώ θα μείνουμε, αλλά επειδή δεν έχω πολύ ελεύθερο χρόνο στην διάθεσή μου, λόγω των εργασιακών μου υποχρεώσεων, σε θέλω δίπλα μου, μέρα και νύχτα, όπου κι αν βρίσκομαι. Αν δουλεύεις ακόμη, να σταματήσεις, αλλά κι αν σε δει ο εργοδότης σου έτσι όπως είσαι, από μόνος του θα σε απολύσει.

Στο σπίτι μου να έρχεσαι από το πρωί λοιπόν και στην δουλειά μου να έρχεσαι μαζί μου. Κι όταν έρχεται η ώρα να κοιμηθείς, τότε μόνον να πηγαίνεις στο δικό σου, αν συμφωνούν βέβαια και οι δικοί σου. Πάρε λοιπόν την άδειά τους κι από τώρα και μετά, δίπλα μου σε θέλω και μάλιστα πολύ σοβαρό αν θέλεις να κάνουμε κάτι καλό.

Ξέρουν οι δικοί μου ότι έρχομαι σ’ εσένα θείο κι επειδή δεν μπορούν να κάνουν κάτι σχετικό αυτοί για την απεξάρτησή μου, μου επέτρεψαν να ζητήσω την βοήθειά σου. Από την δουλειά μου πάλι, όποτε θέλω φεύγω, γιατί κάτι πρόχειρο κάνω εκεί.

Αφού είναι έτσι λοιπόν, του είπα. Από αύριο το πρωί κιόλας, θέλω να σε βλέπω από τις έξη μπροστά στο αυτοκίνητό μου. Άλλωστε, έξω από το δικό σας σπίτι το παρκάρω. Όλα τα υπόλοιπα όμως, θέλω να τα αφήσεις σ’ εμένα και στην Παναγία μας και δεν θα κάνεις τίποτε από μόνος σου, αν βέβαια θέλεις να έχουμε καλό αποτέλεσμα.

Αυτά είπαμε εκείνη την ώρα με τον ανεψιό κι αφού συμφώνησε μαζί μου για όσα έπρεπε να κάνει, τον έστειλα να ενημερώσει τους δικούς του σχετικά. Επιστρέφοντας κι εγώ στο σπίτι μου όμως, αμέσως κάλεσα τον ψυχολόγο ψυχίατρο κι όπως έπρεπε, του ανάφερα όσα αποφασίσαμε για την περίπτωση του ανεψιού μου.

Του ζήτησα μάλιστα να τον συναντήσουμε ως φίλο μου το πρωί στην αγορά, για να μη τρομάξω τον ανεψιό, στέλνοντάς τον μόνο του στον ψυχίατρο. Και σε κάποιο καφέ θα μας εύρισκε όπως του είπα, ώστε ως ιδικός πια αυτός να δει τον ασθενή που θα του παρουσίαζα.

Από εκεί και μετά, αυτός θα συμβούλευε κι εμένα αργότερα, για το πώς έπρεπε να χειριστώ το θέμα, αφού βεβαίως και ήθελα να έχω σίγουρο αποτέλεσμα στην προσπάθεια που υποχρεώθηκα να πάρω ενεργά μέρος.

Βρεθήκαμε λοιπόν με τον γιατρό το πρωί όπως το συμφωνήσαμε και πίνοντας τον καφέ μας φιλικά εκεί, μελετούσε αυτός την συμπεριφορά του ανεψιού μου. Με δυσκολία βέβαια έγινε κι αυτό, γιατί δεν ερχόταν εύκολα σε κουβέντες ο νεαρός, λόγω και μιας επιφυλακτικότητας που του παρουσιάστηκε.

Έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες, έβγαλε τελικά τα συμπεράσματά του ο γιατρός κι αφού διέγνωσε και κάποια δυσκολία στον νεαρό να αντιμετωπίσει τον εαυτό του πρώτα, μου ζήτησε να τον επισκεφτώ το απόγευμα αν μπορούσα, γιατί μπροστά στον νεαρό, δεν ήθελε να πούμε πολλά για την κατάστασή του.

Άφησα λοιπόν τον νεαρό να με περιμένει στο σπίτι μου το απόγευμα κι όπως του το υποσχέθηκα, επισκέφτηκα τον ψυχίατρο. Είναι δύσκολη η περίπτωση του είπε κι αυτός όταν ήρθαμε στο θέμα, γιατί έχει σακατευθεί και ψυχολογικά ο νεαρός.

Επειδή ήρθε από μόνος του να σε βρει όμως, ευελπιστώ κι εγώ ότι κάτι καλό θα του κάνουμε. Θα του δώσουμε όμως και φαρμακευτική αγωγή, γιατί όπως τον είδα, εκτός από πολύ κουβέντα που εσύ θα αναλάβεις να κάνεις μαζί του, χρειάζεται κι ένα χαπάκι για να του τονώσουμε το ηθικό πρώτα.

Έχοντας πεσμένο το ηθικό του, τίποτε δεν θα έχει διάθεση να προσπαθήσει. Γρήγορα θα κουραστεί κι ας σου λέει τώρα ότι θα κάνει ότι του ζητήσεις. Μαζί με αυτό όμως, θα του δώσουμε κι ένα δεύτερο να του ενισχύσει την αυτοπεποίθηση, γιατί έτσι όπως είναι αυτήν την στιγμή, γρήγορα θα απογοητευτεί κι όλος ο κόπος σου θα πάει στον βρόντο.

Αυτά τα άτομα είναι εκ φύσεως αδύναμα. Είναι όμως και πολύ έξυπνα συγχρόνως. Εξ αυτού λοιπόν, γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα την αδυναμία τους. Δεν μπορούν να την ανεχθούν όμως κι αυτό επί της ουσίας είναι το πρόβλημά τους.

Βλέποντας να υστερούν δηλαδή κάπου, συγκρίνοντας τις δυνατότητές τους με αυτές των συνομηλίκων τους, αισθάνονται μειονεκτικά. Αυτό θέλοντας να καλύψουν από μόνοι τους, δεν μπορείς να φανταστείς τι είναι σε θέση να κάνουν και σε ποια λούκια να βρεθούν με τις ανάλογες επιπτώσεις, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν, ότι κι αυτοί κάτι είναι και κάτι αξίζουν.

Αν εντόπιζαν το πρόβλημα οι γονείς του πρώτα και πήγαιναν έγκαιρα το παιδί τους στον ψυχίατρο, θα ήταν ευκολότερα τα πράγματα. Μετά από τα είκοσι του όμως, όπως είναι ο ανεψιός σου, από μόνο του το θέμα έγινε δύσκολο.

Μην απογοητεύεσαι όμως, γιατί έχουμε να ελπίζουμε στην δική του βοήθεια, αφού από μόνος του θέλησε να βοηθηθεί. Πάρε τα χάπια όμως κι όταν τελειώσουν αυτά, έλα να σου δώσω άλλα. Θέλω όμως να με ενημερώνεις για την πορεία του κι ότι παρατηρήσεις σ’ αυτήν, αμέσως να μου το λες. Πήγαινε τώρα κι ότι δεις στην συμπεριφορά του να μου το πεις όπως σου είπα, είτε καλό σου φανεί, είτε κακό.

Αυτά μου είπε ο γιατρός και πριν φύγω από κοντά του, ένα ερώτημα βγήκε αυθόρμητα από μέσα μου. Μα τόσο έξυπνο παιδί και να πέσει στα ναρκωτικά; Απαντώντας αυτός, μου έλεγε κάτι πολύ αποστομωτικό, που ποτέ μου δεν σκέφτηκα.

Είδες κανέναν χαζό, ή κανέναν καθυστερημένο, έλεγε, να πέφτει στα ναρκωτικά; Όλα οι έξυπνοι τα κάνουν και τα κάνουν από εγωισμό. Δεν τους αρέσει δηλαδή η ύπαρξή τους, έτσι όπως αυτή τους παρουσιάζετε κι αυτό είναι που τους εμποδίζει στην συνέχεια να συμβιβαστούν μαζί της.

Αυτός ακριβός είναι κι ο λόγος άλλωστε, που μαθηματικά οδηγούνται στα ναρκωτικά κι όχι μόνον. Ο χαζός για παράδειγμα, δεν ξέρει ότι υστερεί κάπου, ή σε κάτι, οπότε, κανένας λόγος δεν τον υποχρεώνει να αισθάνεται αδύναμος, σε σχέση με αυτούς που βρίσκονται γύρο  του. Κι αφού δεν τον εμποδίζει κάτι, ζει φυσιολογικά την ζωή του, με ότι έχει, όπως κι αν το έχει. Κι αφού δεν του λείπει τίποτε. Γιατί να ψάχνει υποκατάστατα στα ναρκωτικά, ή οπουδήποτε αλλού; Κατάλαβες;

Ο έξυπνος όμως, ξέρει την αδυναμία του. Και αντί να την αποδεχθεί, όπως κάνουν όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι, που έχουν φανερά σοβαρά, κινητικά, ή κι εμφανισιακά ακόμη προβλήματα και με αυτά αντιμετωπίζουν την ζωή τους ήρεμοι, αυτός προτιμάει να αναστατώνετε ψυχολογικά, αρνούμενος εγωιστικά την πραγματικότητά του, γι’ αυτό και τρέχει προς τα υποκατάστατα.

Όπως καταλαβαίνετε, πολλά μου είπε ο γιατρός εκείνη την ώρα, αλλά κι εγώ, δεν είχα χρόνο να ακούσω περισσότερα. Τον χαιρέτησα κι έφυγα γρήγορα από κοντά του, γιατί πολύ δουλειά με περίμενε στο σπίτι όπως έβλεπα, όπου με αγονία με περίμενε ο ανεψιός μου.

Αφού τον ενημέρωσα σχετικά με την αγωγή που μου έδωσε ο γιατρός, του είπα να πάρει το ένα μετά το άλλο τα χάπια κι όπως έπρεπε πια, τον έβαλα στο πρόγραμμα απελευθέρωσης του εαυτού του από τον ίδιο του τον εαυτό πρώτα, υποχρεώνοντάς τον να μου αναφέρει λεπτό προς λεπτό την ζωή του και να μου την αναφέρει μάλιστα, από την ώρα που γεννήθηκε και μετά.

Μέχρι τις τρείς το πρωί τον κράτησα κοντά μου εκείνη την ημέρα και τον έστειλα στο σπίτι του να κοιμηθεί για λίγο, γιατί στις έξη όπως πάντα, έπρεπε να βρισκόμαστε μαζί στην αγορά. Τον στρίμωξα για τα καλά θα έλεγε κάποιος, αλλά κι ο ανεψιός μου, φαινόταν αποφασισμένος να δεχθεί την θεραπεία του, όπως κι αν την επεδίωκα με την βοήθεια της Παναγίας μας.

Έκτοτε λοιπόν, όλη την ημέρα κι όλη την νύχτα μαζί μου ήταν αυτός και συνεχώς τον υποχρέωνα να μου αναφέρει στιγμές από την ζωή του, μέχρι που φτάσαμε τελικά στα είκοσι πέντε του χρόνια. Κι επανειλημμένως τον έβαζα να μου λέει τα ίδια και τα ίδια σαν να τα ξεχνούσα, για να διαπιστώσω αν μου έλεγε αλήθεια, ή όχι.

Όσα παρατηρούσα σ’ αυτόν όμως, όλα τα ανάφερα στον ψυχίατρο κι αφού ο γιατρός μου είπε να συνεχίσω με τον ίδιο τρόπο ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα, μετά από έξη μήνες μας έκοψε το ένα χάπι.

Κι επειδή θέλησε να τον δει από κοντά κάποια στιγμή, όπως και να τον ακούσει να εκφράζεται, ή να συμπεριφέρεται, πάλι επιχειρήσαμε μια τυχαία δήθεν συνάντηση στο ίδιο καφέ οι τρείς μας. Βλέποντας αισθητή διαφορά ο γιατρός στο παρουσιαστικό του ανεψιού, ευχαριστημένος με παρότρυνε να συνεχίσουμε, αφού και κουβέντα έπιασε μαζί του ο ασθενής και πολλά είπαν μεταξύ τους για διάφορα θέματα.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, ένα χρόνο έκλεισα μαζί του απασχολημένος με τον ίδιο ρυθμό κι επειδή στον δεύτερο χρόνο μπαίνοντας θέλησε να ελέγξει την γενική του συμπεριφορά ο γιατρός, μου πρότεινε να τον βάλω κάπου ώστε να εργασθεί ξανά.

Δεν ήμουν βέβαιος αν μπορούσε να ανταποκριθεί επαρκώς, ή όχι ακόμη, αλλά αφού ο γιατρός το ζήτησε, πράγματι έψαχνα να βρω, που θα τον έβαζα να εργασθεί. Άλλωστε κι από μένα έπρεπε να απεξαρτηθεί πια, όπως και στα πόδια του έπρεπε να μάθει να στηρίζεται στο εξής.

Ήθελα να τον βάλω κάπου όμως, που να τύχει της ανοχής του εργοδότη, μέχρι να ορθοποδήσει τουλάχιστον, όπως και να είναι σε θέσει να αποδώσει φυσιολογικά τις υποχρεώσεις του ως εργαζόμενος.

Κι ενώ έψαχνα ευνοϊκή λύση στο πρόβλημά του, στιγμή δεν τον άφηνα μόνο του και ήσυχο όπως καταλαβαίνετε κι επειδή δεν ήταν εύκολο αυτό που έψαχνα, μπαίνοντας στον τρίτο χρόνο πια δέχτηκε κάποιος φίλος εργοδότης να μας βοηθήσει, οπότε, αυτός τον προσέλαβε στην επιχείρησή του και με πολύ καλή διάθεση μάλιστα του εμπιστεύτηκε μια υπεύθυνη εργασία, όπου κι απέδιδε τα μέγιστα πλέον ο ανεψιός.

Ευχαριστημένοι λοιπόν από το αποτέλεσμα οι γιατροί της μονής μας, ο φίλος μου ψυχίατρος, αλλά και ο ανεψιός μου από την επαναφορά του στα φυσιολογικά, με θέρμη το προσπαθούσαμε ακόμη και λεπτό δεν σκεφτήκαμε να σταματήσαμε την συνεργασία μας, εις όφελος του νεαρού που όντως έγινε καλά.

Κι έγινε τόσο καλά μάλιστα, που μετά από λίγα χρόνια έκανε και οικογένεια με την αμέριστη βοήθεια όλων μας. Εγώ βέβαια, πάντα είμαι επιφυλακτικός μαζί του και πάντα του θυμίζω, ότι δεν πρέπει να ξεθαρρεύει, γιατί στην πρώτη δυσκολία της ζωής του, πάλι εκεί υπάρχει πιθανότητα να τρέξει.

Κι επειδή πράγματι φοβάμαι μη του προκύψει κάτι τέτοιο, δεν σταματώ να του λέω ακόμη και τώρα που σας αναφέρω την ζωή του, ότι είμαι κατά είκοσι χρόνια μεγαλύτερος από τότε που τον βρήκα πεσμένο στα ναρκωτικά και δεν έχω πλέον τις απαιτούμενες δυνάμεις, ώστε να τον συμπαρασταθώ για δεύτερη φορά.

Και δεν σταματώ να του το θυμίζω αυτό, γιατί όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, πράγματι δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα ο ανεψιός. Αυτά που μπορεί όμως τα κάνει με ζήλο και με πολύ καλή διάθεση θα λέγαμε.

Αν δεχθεί την αδυναμία του φυσιολογικά, όπως κάνουν όλοι οι άνθρωποι, σίγουρα δεν θα υπάρξει πρόβλημα στην ζωή του. Αν τον πλακώσει ξανά ο εγωισμός όμως, όλα είναι πιθανά.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *