Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, πλησιάσαμε στα Χριστούγεννα πια και στην πρωτοχρονιά του 1978. Κι όπως σας το ανέφερα αυτό στα προηγούμενα, μεταφέραμε και ζώντα ζώα στην εταιρεία που δούλευα.
Τον προηγούμενο Απρίλιο λοιπόν κι ανάμεσα στα πρόβατα που τότε μεταφέραμε και είχαν για προορισμό τους την Βηρυτό, βρέθηκε μία προβατίνα έγκυος.
Μια εβδομάδα μετά αφότου μπήκε κι αυτή μαζί με τα υπόλοιπα πρόβατα στους στάβλους του τελωνίου και εν αναμονή ευρισκόμενη για την αναχώρησή της προς την Βηρυτό, γέννησε αυτή ένα αρσενικό πρόβατο.
Όταν ήρθε λοιπόν η ώρα να φύγουν πια αυτά, ανακάλυψαν οι εργάτες των στάβλων ανάμεσα στα άλλα κι αυτό το νεογέννητο. Ήταν υπεράριθμο όμως, γι’ αυτό και σύμφωνα με τα δεδομένα του τελωνείου, όχι μόνο δεν μπορούσε να ακολουθήσει την μητέρα του, αλλά ούτε και να εξαχθεί μπορούσε.
Αφού δεν μπορούσαμε να το περάσουμε από το τελωνείο λοιπόν, σκεφθήκαμε να το αφήσουμε στους στάβλους μέχρι και τα Χριστούγεννα, έχοντας κατά νου μας να το βάλουμε σε μεταξύ μας κλήρωση.
Κάναμε αυτό που είπαμε και την ημέρα της παραμονής της πρωτοχρονιάς που σας ανέφερα παραπάνω, όντως το βάλαμε σε κλήρο. Όποιος το τύχει είπαν οι συνάδελφοι μου, ας το πάρει στο σπίτι του και ας το κάνει ότι θέλει.
Έλειπα εγώ από το γραφείο μου την ώρα της κλήρωσης, δεδομένου ότι πήγα να παρευρεθώ ως επίσημος καλεσμένος, στην πρωτοχρονιάτικη γιορτή που έκανε ένας πελάτης μας στο εργοστάσιό του.
Όταν επέστρεψα όμως, βρήκα να με περιμένει εκεί ένα ζωντανό κριάρι κι όπως μου εξηγούσαν οι συνάδελφοί μου, σ’ εμένα έπεσε το λαχείο. Εν μέρει χάρηκα θα έλεγα, αλλά βλέποντας εκείνο το κριάρι των οκτώ μηνών να με περιμένει, άρχισα να σκέφτομαι, τι να το κάνω.
Πρωτοχρονιά βέβαια θα είχαμε την επομένη και σύμφωνα με το πρόγραμμά μας, καλεσμένους θα είχα στο σπίτι μας κι αυτοί δεν θα ήταν λιγότεροι από δεκαπέντε εκ των πολύ κοντινών μας συγγενών.
Όσοι κι αν είμασταν στο τραπέζι όμως, δεν θα μπορούσαμε να το φάμε όλο με την μία, γιατί και μεγάλο ήταν εκείνο το κριάρι κι όπως το υπολόγιζα, θα ξεπερνούσε τα δεκαπέντε κιλά σε καθαρό κρέας.
Αν αποφάσιζα να κάνω κάτι τέτοιο λοιπόν, θα έπρεπε να το σφάξουμε πρώτα. Ναι. Αλλά τα σφαγεία ήταν κλειστά εκείνη την ώρα και την επομένη ήταν αργία λόγω της ημέρας.
Αυτά με απασχολούσαν λοιπόν και μη μπορώντας να σκεφτώ τι να κάνω με το κριάρι, έλεγα στους συναδέλφους μου.
– Δεν έχω αυλή στο σπίτι μου ρε παιδιά. Που να το βάλω αυτό το κριάρι μέχρι να δω τι θα το κάνω;
– Έχεις τόσο μεγάλο μπαλκόνι και ρωτάς που θα το βάλεις; Εκεί να το βάλεις λοιπόν, στο μπαλκόνι σου. Βάλτου λίγο νερό, πάρε και λίγα χόρτα που σου φέραμε και πήγαινε το στο σπίτι σου.
Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα και μη βρίσκοντας λύση, πήρα τα χόρτα που μου έδωσαν, έβαλα και το κριάρι να καθίσει κάπως δύσκολα ομολογώ στα πίσω καθίσματα του μικρού μου αυτοκινήτου και το πήγα στο σπίτι.
Όταν έφτασα εκεί, σας πληροφορώ ότι μου βγήκε η ψυχή έως ότου το βγάλω από το αυτοκίνητο κι άλλο τόσο ταλαιπωρήθηκα, έως ότου το ανεβάσω τρεις ορόφους κι από τις σκάλες στο σπίτι μας έχοντάς το στην αγκαλιά μου.
Πάτησα με το κεφάλι μου τον διακόπτη του κουδουνιού της πόρτας μας όταν έφτασα εκεί, προκειμένου να με ανοίξει η γυναίκα μου κι όταν μου άνοιξε αυτή και είδε να είμαι φορτωμένος εκείνο το κριάρι, φώναζε.
– Τι είναι αυτό το πρόβατο; Και γιατί το έφερες εδώ; Πού θα το βάλουμε; Καλά έκανε αυτή και με το δίκαιο της ρωτούσε, αλλά κι εγώ, τι να της απαντούσα;
Τίποτε δεν της έλεγα λοιπόν και μην αντέχοντας περισσότερο το βάρος του, πήγαινα και βιαστικά μάλιστα προς το μπαλκόνι και το μόνο που της έλεγα ήταν, άνοιξε, άνοιξε την μπαλκονόπορτα, γιατί θα μου πέσει.
Κι εκεί έξω μου έκανε τις ίδιες ερωτήσεις η γυναίκα μου και πώς να μην τις έκανε άλλωστε, αλλά κι εγώ δεν είχα άλλη λύση, γι’ αυτό και της έλεγα λαχανιασμένος όταν άφησα το κριάρι στο πάτωμα.
– Για δύο τρεις μέρες μόνο θα το αφήσω εδώ κι αυτό πάλι μέχρι να δω τι θα το κάνω.
Θυμωμένη αυτή από αυτό που της προέκυψε χρονιάρα μέρα, έλεγε.
– Να το πας πίσω κι από εκεί που το πήρες. Είδες εσύ κανέναν άνθρωπο να βάζει στο σπίτι του πρόβατα;
– Δεν είδα, αλλά αφού το κληρώθηκα τι να το κάνω, να το πετάξω;
– Δεν ξέρω τι θα το κάνεις. Άμα θέλεις κάθισε εσύ εδώ να το φυλάς. Εγώ πάντως, δεν θα βγαίνω στο μπαλκόνι, όσο αυτό το πρόβατο θα βρίσκεται εδώ.
Δεν βγάζω άκρη μαζί σου της είπα και κατέβηκα πάλι κάτω στο δρόμο προκειμένου να πάρω και τα χόρτα που είχα στο αυτοκίνητο. Θα το τρώγαμε βέβαια κάποια στιγμή, αλλά μέχρι τότε, έπρεπε να φροντίσω την τροφή του, αλλά και το νερό που έπρεπε να πίνει, υπακούοντας στις οδηγίες των συναδέλφων μου.
Όταν λοιπόν είδε η γυναίκα μου να μπαίνω στο σπίτι, έχοντας και τα χόρτα στην αγκαλιά μου, τότε ήταν που φρίκαρε και σαστισμένη πια με όσα έβλεπε να κάνω, φώναζε κι ένα σωρό μου έλεγε.
– Τι είναι αυτά; Αχούρι θα το κάνουμε το σπίτι;
Είπε, είπε και είπε πολλά τέτοια θυμωμένη μαζί μου κι ακόμη πιο χειρότερα από αυτά μάλιστα κι όταν πια κουράστηκε να λέει, κλείστηκε στο πρόχειρο δωμάτιό μας και περίμενε να δει από την μπαλκονόπορτά του, τι θα έκανα εγώ με κείνο το πρόβατο.
Ο Κωστάκης μας, ήταν δύο χρονών τότε και δύο μηνών. Βλέποντας το κριάρι στο μπαλκόνι μας, ενθουσιάστηκε μαζί του, γι’ αυτό και βγήκε πίσω από μένα εκεί έξω, όπου κι έπαιζε με το κριάρι, ευχαριστημένος με την παρουσία του.
Έπαιζε κι αυτό με τον Κωστάκη μας όμως, αλλά παίζοντας εκεί, γύρισε κάποια στιγμή προς τις μπαλκονόπορτες με τα μεγάλα τζάμια κι όταν είδε μέσα σ’ αυτά τον εαυτό του, νόμισε προφανώς ότι κάποιος αντίζηλός του βρισκόταν εκεί, γι’ αυτό κι έκανε πράγματα που δεν μου άρεσαν, αλλά και δεν υπολόγιζα.
Πήρε δηλαδή φόρα και πριν προλάβω να κάνω κάτι εγώ, σηκώθηκε αυτό στα δυο πισινά του πόδια και χτύπησε δυνατά με τα κέρατα του τον αντίζηλο που έβλεπε στο τζάμι.
Ανησύχησα από αυτό που έβλεπα όπως καταλαβαίνετε και βάζοντας στο μυαλό μου το ενδεχόμενο να χτυπά και το παιδί μας με τον ίδιο τρόπο, πήρα τον Κωστάκη από το χέρι και τον πέρασα στο εσωτερικό του σπιτιού.
Μέχρι να ασφαλίσω αυτόν εκεί και μέχρι να επιστρέψω πάλι έξω στο μπαλκόνι, το κριάρι χτύπησε πολλές φορές με τον ίδιο τρόπο τα τζάμια όπως το άκουγα και ήταν ευτύχημα το πώς και δεν μπόρεσε να τα σπάσει.
Θυμήθηκα το επεισόδιο που έζησα με τον ταύρο, ο οποίος αναστάτωσε τότε τους πάντες όσο έβλεπε και σταμάτησε όταν του σκέπασαν τα μάτια, γι’ αυτό, έκανα κι εγώ το ίδιο.
Πήρα δηλαδή ένα σκέπασμα που είχε αφήσει πρόχειρα η γυναίκα μου στο καθιστικό μας και με αυτό στα χέρια, σκέπασα το κριάρι, εμποδίζοντας το να βλέπει αντίζηλους.
Το έδεσα μετά από τα κέρατα του και στα κάγκελα του μπαλκονιού μας κι αμέσως μετά τρέχοντας από τις σκάλες κατέβηκα κάτω, έχοντας για προορισμό τον χασάπη της γειτονιάς μας, στον οποίο εξέθεσα συνοπτικά το πρόβλημα μου.
– Γούλη; Βοήθησε με. Κέρδισα ένα κριαράκι στο λαχείο κι αυτό το έχω ανεβάσει στο μπαλκόνι μας. Χτυπάει τα τζάμια με τα κέρατά του όμως κι αν δεν το σφάξεις σήμερα εσύ, τζάμι δεν θα μας αφήσει.
Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, δεν είναι δυνατόν να το κρατώ ζωντανό εκεί και δεμένο στα κάγκελα για πολλές μέρες ακόμη.
Άκουσε αυτός τον πόνο μου, αλλά κι αντιρρήσεις μου έφερνε, λέγοντάς μου ότι δεν ήξερε να σφάζει ζωντανά κι ότι είχε πολλά χρόνια να κάνει κάτι παρόμοιο, αλλά μπροστά στην επιμονή μου ενέδωσε τελικά.
– Καλά. Κατέβασε το πρόβατο κάτω και θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε.
Το κατέβασα λοιπόν κι έτσι ανακουφίστηκε η γυναίκα μου από την λύση που βρέθηκε. Κλείδωσε όμως την εξώπορτα μας, αποφασισμένη να μην την ανοίξει ξανά, αν με δει να επιστρέφω και πάλι με το πρόβατο στην αγκαλιά.
Όταν πήγα το πρόβατο στον χασάπη μας για τα περαιτέρω όπως μου το υποσχέθηκε, με πλησίασε ένας κτηνοτρόφος εκεί, ο οποίος ήταν παρών όταν ανέφερα εγώ τα περί του κριαριού κι άκουσε την κουβέντα μας, αλλά και λέξη δεν είπε.
Μόλις όμως είδε το κριάρι που τραβούσα με το σχοινί, ζήτησε να του το δώσω για νταμάρι όπως το αποκάλεσε.
– Δώσε μου αυτό το κριάρι για νταμάρι κι εγώ θα σου δώσω δύο πρόβατα το ερχόμενο Πάσχα.
Δεν περίμενα να ακούσω μια τέτοια εκδοχή κι επειδή ήδη σκεφτόμουν πώς να μοιράσω το σφαγμένο πρόβατο, από το υπόλοιπο που θα τρώγαμε την πρωτοχρονιά, δεν συναίνεσα στο αίτημα του.
Αν μου έλεγε πάρε δύο έτοιμα και σφαγμένα ή έστω ένα μόνον από αυτά που έφερα σήμερα στον χασάπη, δεν θα είχα καμιά αντίρρηση να το κάνω. Το ότι με έστελνε όμως στην αναμονή του επόμενου Πάσχα, αυτό με έκανε να του το αρνηθώ κατηγορηματικά πια.
Καλύτερα να του το έδινα όμως κι ας μην έπαιρνα ούτε κιλό κρέας από την ανταλλαγή του, γιατί αυτό που έζησα στην συνέχεια, δεν θα ήθελα να το ζήσω. Ακόμη και τώρα, σκέφτομαι αν πρέπει να σας το περιγράψω ή όχι.
Το έδωσα ωστόσο στον χασάπη μας κι αφού μου είπε αυτός ότι ήταν πολύ μεγάλο για τις δικές του γνώσεις, το πήγε στην αυλή του, σ’ αυτήν δηλαδή που είχε στο πίσω μέρος του χασάπικου και κλείνοντας την πόρτα πίσω του, έμεινα εγώ εκεί να περιμένω την γρήγορη επιστροφή του.
Κακώς περίμενα και κακώς του έδωσα εκείνο το κριάρι για σφάξιμο, αφού όπως μου είπε δεν ήξερε ή πράγματι και δεν μπορούσε να κάνει αυτό που για άλλους είναι κάτι σαν ρουτίνα.
Αργούσε λοιπόν να βγει αυτός έξω και για να δω τι κάνει τόση ώρα εκεί πίσω στην αυλή του, τράβηξα την κουρτίνα που είχε στο μικρό παράθυρο της εξώπορτάς του κι έφριξα με όσα έβλεπα.
Έκοψε μεν αυτός το δέρμα του ζώου, αλλά όχι και την καρωτίδα του. Λόγου του πάχους που συνάντησε εκεί, νόμισε ότι τελείωσε την υποχρέωση του, γι’ αυτό και σηκώθηκε από πάνω του.
Μαζί με αυτόν όμως, σηκώθηκε και το κριάρι και αιμόφυρτο έτρεχε στην μικρή αυλή πίσω από το οποίο έτρεχε κι ο δύστυχος κι ανίδεος χασάπης, στην προσπάθειά του να το πιάσει.
Το τι έβλεπα εκεί, όντως και δεν θέλω να σας περιγράψω λεπτομερώς. Με είδε όμως για κακή μου τύχη αυτός, γι’ αυτό και με καλούσε να βγω έξω προς βοήθειά του και κακώς τον υπάκουσα.
Βγήκα λοιπόν κι εγώ στην αυλή του κι εκεί κυνηγούσαμε να πιάσουμε μαζί το αιμόφυρτο ζώο. Το τι συνέβαινε, όντως και δεν λέγεται. Το πιάσαμε ωστόσο κάποια στιγμή κι αφού αποτελείωσε ο χασάπης το έργο του, μεταφέραμε το ζώο στο εσωτερικό του χασάπικου, όπου κι έκανε αυτός τα υπόλοιπα.
Όσο έκανε όμως αυτός τα δικά του, εγώ προσπαθούσα να απαλλαγώ από τα αίματα που φορτώθηκα κι όταν τελικά το τεμάχισε, το πήγα στο σπίτι μας κι όπως το είχαμε προγραμματίσει αυτό, φάγαμε ένα μέρος του την πρωτοχρονιά και το υπόλοιπο πράγματι το μοίρασα στους συγγενείς μας.
Εγώ όμως, μπουκιά δεν μπόρεσα βάλω στο στόμα μου. Μου πίκριζε τόσο πολύ το κρέας του, που αναγκαζόμουν να το φτύνω. Τόσο η γυναίκα μου όσο και οι υπόλοιποι που έφαγαν από εκείνο το πρόβατο, κανείς τους δεν είπε κάτι παρόμοιο. Το γιατί σε μένα πίκριζε, δεν το ξέρω.
Ακόμη το σκέφτομαι πάντως. Καλύτερα να το έδινα σ’ εκείνον τον κτηνοτρόφο κι ας μη μου έδινε τίποτε.
Μιχάλης Αλταλίκης