Το ρολόι της γυναίκας μου

   Το ρολόι μου σταμάτησε μου είπε η γυναίκα μου ένα πρωινό κι όπως έπρεπε, το πήρα και πήγα μέχρι τον πεζόδρομο της γειτονιάς μας, προκειμένου να του αλλάξει την μπαταρία του ο ωρολογάς, με την σκέψη, ότι αυτή μάλλον ήθελε αλλαγή.

Σ’ αυτόν πηγαίνοντας λοιπόν, άκουσα να με καλεί κάποιος με το όνομά μου και ενστικτωδώς γύρισα να δω ποιος ήταν, αν κι ο ήχος της φωνής του, στον παλιό μου γνώριμο με παρέπεμπε. Στον Πασχάλη τον κουμουνιστή δηλαδή κι όπως αποδείχτηκε, αυτός ήταν που με καλούσε.

Δίπλα του δε και στο ίδιο παγκάκι του πεζόδρομου κι εκείνος ο Σταύρος καθόταν, αυτός δηλαδή που μόλις πριν λίγες μέρες γνώρισα στην καφετέρια της πλαζ, οπότε κι αυτός πλέον με καλούσε μόλις με είδε. Δεν μπορούσα να τους αποφύγω λοιπόν, γι’ αυτό και στάθηκα να τους πω μια καλημέρα.

Μέχρι να τους καλημερίσω λοιπόν και να τους πω ότι είμαι βιαστικός κι ότι στον ωρολογά πήγαινα, για να αποφύγω τις ατέρμονες κουβέντες που θα ακολουθούσαν, τουλάχιστον πέντε φορές προθυμοποιήθηκε ο Πασχάλης να μου κεράσει ένα αναψυκτικό κι άλλες τόσες φορές του το αρνήθηκα, γιατί πράγματι ήθελα να επιστρέψω γρήγορα στο σπίτι μου.

Άφησα μόνη της την γυναίκα μου εκεί τους είπα και ανησυχώ μη πέσει κάπου λόγο της αδυναμίας που της προέκυψε, μετά από τον Κορωνοϊό που πέρασε κι ακόμη δεν όριζε τις κινήσεις των ποδιών της. Αυτοί όμως επέμεναν.

Όχι, όχι τους είπα αρκετές φορές ακόμη κι αφού τα κατάφερα, όντως τους χαιρέτησα και πήγα στον ωρολογά. Βλέποντας αυτός ρολόι, αμέσως άλλαξε την μπαταρία του, αλλά κι όταν προσπάθησε να το βάλει σε λειτουργεία, αυτό αδυνατούσε να ανταποκριθεί.

Κάνε καμιά βόλτα μου είπε και πάλι έλα σε δέκα λεπτά, γιατί έτσι όπως κάθεσαι πάνω από το κεφάλι μου, αγχώνομαι και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Όπως καταλαβαίνεις, θέλει ψάξιμο το ρολόι σου και για να βρω τι έχει, θέλω λίγο χρόνο.

Αυτά είπε ο άνθρωπος κι αφού έπρεπε να σεβαστώ το αίτημά του, έκανα αυτό που μου είπε και πράγματι πήγα για μια δεκάλεπτη βόλτα όπως μου είπε, την οποία βέβαια, έκανα προς την αντίθετη πλευρά από εκεί που βρισκόταν ο Πασχάλης μαζί με τον Σταύρο, γιατί τα δέκα λεπτά θα γινόταν τουλάχιστον μισή ώρα αν τους συναντούσα.

Μετακινήθηκαν κι αυτοί όμως όπως διαπίστωσα και χωρίς να το υπολογίζω, στην πρώτη καφετέρια τους βρήκα να κάθονται παρέα με άλλους δύο συνταξιούχους και μόλις με είδαν, από το χέρι με τραβούσε ο Πασχάλης να μου τους γνωρίσει, γιατί όπως έλεγε, ήταν φύλακές του αυτοί, όταν αυτός βρέθηκε στην Γιάρο ως κουμουνιστής με δραστηριότητα, αν και ήταν νεαρός τότε.

Κι αφού με πίεζε να καθίσω μαζί τους, έλεγε χαρούμενος τα κουμουνιστικά της δικής του τοποθέτησης. Είδες, Μιχάλη; Φύλακες και φυλακισμένοι, πίνουν μαζί τον καφέ τους. Άλλωστε τί έχουμε να χωρίσουμε; Όπως έκανα εγώ την δουλειά μου ως κουμουνιστής, έτσι έκαναν κι αυτοί την δουλειά τους ως όργανα της τάξης.

Οπότε, ως φίλοι τώρα καθόμαστε μαζί. Άλλωστε κι ο Χριστός αυτό μας λέει. Να αγαπάμε τους ανθρώπους όποιοι κι αν είναι. Γι’ αυτό που λες αγαπάω κι εγώ τον Χριστό, γιατί κι αυτός κουμουνιστής είναι. Κι αφού κι εγώ είμαι κουμουνιστής, είμαι πλέον Χριστιανοδημοκράτης.  Δεν συμφωνείς κι εσύ με αυτό;

Τί να του έλεγα λοιπόν; Ωστόσο, στους υπόλοιπους έλεγα, ότι από νεαροί γνωριζόμαστε και από τότε διατηρούμε αυτήν την καλή σχέση, γιατί ο Πασχάλης είναι ψυχούλα.

Είναι κουμουνιστής βέβαια όπως αυτός το καταλαβαίνει, γι’ αυτό και μας λέει τώρα ότι είναι και Χριστιανοδημοκράτης. Δεν είναι Θεός δηλαδή ο Χριστός, αλλά κουμουνιστής. Αν και μπερδεύει ο Πασχάλης το σώβρακο με την γραβάτα, ωστόσο, παραμένει ένας πολύ καλός άνθρωπος κι αυτός είναι ο λόγος που κι εγώ τον αγαπώ, αν κι αποφεύγω να κάνω κουβέντες μαζί του, γιατί τις κάνει ατελείωτες και από την μπερδεμένη ιδεολογία που διατηρεί στο μυαλό του, τις κατευθύνει όπως κι όπου αυτός θέλει να καταλήξουν και ως συνήθως, εδώ τις καταλήγει, στο ότι ο Χριστός είναι κουμουνιστής.

Γέλασαν όλοι μ’ αυτά που τους είπα, όπως έκανε κι Πασχάλης άλλωστε, αλλά και πάλι έλεγε, ότι έπρεπε να εξηγήσω στους φίλους του, τι ακριβώς εννοούσα με αυτό που τους είπα και τούς έκανε να γελάσουν.

Αγαπητοί μου, τους είπα κι εγώ, δεν είχα σκοπό να κάνω κουβέντες σήμερα, γιατί είμαι βιαστικός, αλλά δέστε κι εσείς τώρα, ότι δεν τις ψάχνω. Από μόνες τους μου παρουσιάζονται. Το πως γίνετε όμως και με αναγκάζουν να πάρω μέρος κάθε φορά σ’ αυτές, ποτέ δεν μπόρεσα να το καταλάβω.

Ωστόσο λοιπόν, ας το ξεκαθαρίσω μια κι επιμένει ο Πασχάλης. Ο Χριστός μας, δεν είναι και ποτέ δεν ήταν κουμουνιστής. Από ανέκαθεν κι από καταβολής κόσμου και πολύ πριν αυτού την ύπαρξη, ο Χριστός μας, ήταν, είναι και παραμένει Θεός και δημιουργός των πάντων και πλάστης υμών των ανθρώπων.

Κι επειδή έπρεπε να εμφανιστεί στην γη για συγκεκριμένους λόγους, ως Θεάνθρωπος έκανε την εμφάνισή Του. Και πρέπει να πούμε τώρα, ότι έκανε την εμφάνισή Του πάρα πολλά χρόνια πριν μας παρουσιαστεί αυτή η κοροϊδία του κουμμουνισμού, την οποία βέβαια, αρνείται να ξεχάσει ο Πασχάλης.

Οπότε, λογικά πια θα πούμε καταλήγοντας, ότι ποτέ δεν ήταν, αλλά ούτε και θα ήθελε να εμπλέξει την Θεϊκή Του υπόσταση με κάτι τόσο ανόητο, όπως μας παρουσιάστηκε ο κουμμουνισμός.

Αν πράγματι ήθελαν οι εφευρέτες του κουμμουνισμού να βοηθήσουν τους ανθρώπους, θα πήγαιναν να ασπασθούν τον Χριστιανισμό, για να αποκτήσουν μέσω του Χριστού μας τις δυνατότητες που απαιτούνται, προκειμένου να κάνουν σωστά και σίγουρα, αυτά που από αγάπη για τους συνανθρώπους τους σκέφτηκαν να κάνουν.

Αυτοί όμως τί έκαναν; Εγκαταστάθηκαν στην Ορθόδοξη Ρωσία κι αφού την αιματοκύλισαν, επιβάλλοντας δια της βίας στον λαό της αυτά που αυτοί ήθελαν να υποστεί και στην συνέχεια, για πολλά χρόνια προσπαθούσαν να τον οδηγήσουν στην αθεΐα και προπαντός, να τους κάνουν όλους αντίχριστους.

Όπως αποδείχτηκε όμως, δεν τα κατάφεραν κι αφού πλήθηναν οι Ορθόδοξοι αντί να μειωθούν, σε μια νύχτα και χωρίς να χυθεί σταγόνα αίματος, κατήργησαν τον κουμμουνισμό τους ως μέγα λάθος, αν και ποτέ δεν ζήτησαν συγνώμη, για τις σφαγές που επέβαλαν σε εκατομμύρια ανθρώπους.

Μαζί με αυτούς τους σφαγείς λοιπόν κι όσοι σαν τον Πασχάλη μας ακόμη επιμένουν να υποστηρίζουν τον κακόβουλο, αλλά και ανύπαρκτο πλέον κουμμουνισμό, μόνοι τους δηλώνουν ότι είναι κι αυτοί εγκληματίες κι ας αποφεύγουν να το παραδεχθούν. Και πράγματι δεν καταλήγουν στην εκκλησία και στην αγάπη του Χριστού μας, για να μη πνιγούν από τις τύψεις που τους αναλογούν.

Προτιμούν να ονομάζουν τον Χριστό μας κουμουνιστή δηλαδή για να μην τον δουν ως Θεό και αναγκαστούν να ζητήσουν από Αυτόν τουλάχιστον συγνώμη, για όσα εγκλήματα έκανε η δήθεν ιδεολογία τους.

Αυτός λοιπόν είναι κι ο λόγος που μπερδεύει κι ο Πασχάλης μας, το σώβρακο με την γραβάτα, γιατί με το να ονομάζει τον Χριστό μας κουμουνιστή, νομίζει ότι καθιστά αθώο τον εαυτό του κατά την άποψή του.

Αυτά μόνον έχω να σας πω σήμερα για το παρόν θέμα κι όταν φύγω, καλά θα κάνετε να τα μελετήσετε με πολύ προσοχή και με την ανάλογη ευθύνη βέβαια και κοιτάξτε μη κάνετε κανένα λάθος για όσα θα κρατήσετε στο μυαλό σας, γιατί αυτά που σκεφτόμαστε, που λέμε και που κάνουμε θα είναι η αποθήκη των πεπραγμένων μας.

Αυτά δηλαδή που θέλοντας και μη θα παρουσιάσουμε εμείς την δεδομένη στιγμή να εξεταστούν από τον δίκαιο κριτή Χριστό μας, όταν οπωσδήποτε θα βρεθούμε μπροστά Του στην άλλη, την πραγματική και προπαντός αιώνια ζωή.

Και δυστυχώς για την τωρινή μας κατάσταση θα πω τώρα, όταν βρεθούμε στην θέση του κατηγορούμενου και πράγματι δούμε την αλήθεια μπροστά μας, τότε είναι που θα μας πιάσει τρόμος και φόβος από την αναμενόμενη ετυμηγορία, διαπιστώνοντας ότι τίποτε δεν θα μπορούμε να ανατρέψουμε και κανένας κουμουνιστής δεν θα είναι δίπλα μας να μας γλυτώσει από τον δίκαιο και Μέγα δικαστή Χριστό μας.

Όσο κι αν λέμε εκείνη την στιγμή λοιπόν, ώ ρε τί έκανα και δεν ήθελα να δεχθώ την αλήθεια τότε που έπρεπε, γιατί τώρα που την βλέπω έτυμη να με καταδικάζει δίκαια, τίποτε δεν μπορώ να κάνω για να αθωωθώ κι όπως βλέπω, με περιμένουν πολλές και ατελείωτες οδύνες.

Αυτά λέγοντάς τους λοιπόν, τους άφησα να με κοιτούν με ανοιχτό το στόμα κι αφού τους χαιρέτησα, έφυγα τρέχοντας θα έλεγα, γιατί ένα τέταρτο της ώρας ξόδεψα εκεί μιλώντας κι εγώ είχα να πάω στον ωρολογά και στο σπίτι μου στην συνέχεια.

Φτάνοντας στον ωρολογά όμως, πριν καν μπω στο μαγαζί του μου έλεγε, ότι δεν μπόρεσε να βάλει το ρολόι σε λειτουργεία. Θα το δω ξανά όμως είπε, αν και φοβάμαι πως δεν θα ανταποκριθεί. Κατά συνέπια, έλα αύριο κι αν τα καταφέρω, το παίρνεις πίσω, αλλιώς, πες στην γυναίκα σου να βάλει άλλο στο χέρι της αν έχει.

Μετά από αυτά που άκουσα, δεν μου έμενε να κάνω τίποτε άλλο, εκτός από το να επιστρέψω το συντομότερο στο σπίτι μου, γιατί είχα αγονία, μην έπεσε κάπου η γυναίκα μου και μόνη της καθώς ήταν, δεν θα μπορούσε να σηκωθεί.

Αυτό που φοβόμουν όμως, όντως έγινε πραγματικότητα, γιατί μόλις μπήκα στο σπίτι, βρήκα την γυναίκα μου να ξαπλώνει στο πάτωμα και να μου λέει με παράπονο, ότι στον διάδρομο σκάλωσε κι ότι αδυνατώντας να ορίσει τα πόδια της, έπεσε κάτω.

Μα κι εσύ έλεγε σαν να με μάλωνε, τί έκανες τόση ώρα στον ωρολογά; Μισή ώρα είμαι εδώ ξαπλωμένη περιμένοντας να έρθεις. Δεν ήξερες δηλαδή ότι υπήρχε κίνδυνος να πέσω; Έπιασες την κουβέντα όμως εκεί ως συνήθως και ξέχασες ότι είχες άνθρωπο με πρόβλημα στο σπίτι.

Αλήθεια είναι, ότι έκανα κι από μόνη μου και μάλιστα πολλές προσπάθειες να σηκωθώ, αλλά τίποτε δεν κατάφερα. Κι από τις πολλές φορές που έβαζα τα γόνατά μου στο πάτωμα προκειμένου να σηκωθώ μέσω αυτών τουλάχιστον, τώρα αυτά με πονούν και πολύ μάλιστα.

Αμίλητος άκουγα την αφήγησή της, αλλά κι αμέσως έτρεξα να την σηκώσω, όπως και να δω εκεί στα γρήγορα, μην έσπασε κάτι πέφτοντας και είχα να αντιμετωπίσω περισσότερα μαζί την κομμάρα των ποδιών της. Ευτυχώς όμως, δεν είχε κάποιο ορθοπεδικό πρόβλημα κι έτσι, πάλη ευχαριστούσα την Παναγία μας, που μας προφύλαξε και μας απάλλαξε από κάτι τέτοιο.

Όσο γι’ αυτά που μου είπε κι αφορούσαν την καθυστέρηση μου, ειλικρινά της είπα, ότι δεν αδιαφόρησα για την αδυναμία της, αλλά ο ωρολογάς μου ζήτησε χρόνο δέκα λεπτών μέχρι να δει τί έχει το ρολόι σου και σ’ αυτά τα δέκα λεπτά, πάλι κάτι έλεγα στον Πασχάλη τον κουμουνιστή και στην παρέα του κι αν δεν είχα τον νου μου σ’ εσένα, ακόμη εκεί θα ήμουν λόγω της κουβέντας που μου άνοιξε.

Αφού τον ξέρεις βρε Μιχάλη, έλεγε η γυναίκα μου, γιατί κάθεσαι και πιάνεις κουβέντες μαζί του; Εβδομήντα χρόνια κουμουνιστής είναι, υπάρχει λες περίπτωση να επιστρέψει τώρα στα συγκαλά του; Άφησε τον επιτέλους να κάνει ότι θέλει, γιατί τα λόγια σου χάνεις, αλλά και με τις κουβέντες που πιάνεις μαζί του, είδες τι έπαθα εγώ και μέχρι να επιστρέψεις, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πολύ ταλαιπωρήθηκα.

Έχεις δίκαιο βρε γυναίκα, της έλεγα, αλλά να ξέρεις, ότι δεν το έκανα από αδιαφορία για την περίπτωσή σου. Υποχρεώθηκα να πιάσω κουβέντα μαζί του, γιατί από το χέρι με τραβούσε ο Πασχάλης και δεν έλεγε να με αφήσει. Κι όταν πάλι μου είπε, ότι ο Χριστός μας είναι κουμουνιστής, έπρεπε να του απαντήσω.

Τί να έκανα δηλαδή; Μπορούσα να φανταστώ ότι πράγματι έπεσες και να τρέξω αμέσως; Το φοβόμουν βέβαια, γι’ αυτό κι έκανα όσο μπορούσα πιο γρήγορη την επιστροφή μου. Αφού όμως δεν έχουμε κάτι περισσότερο από το πέσιμό σου, πες ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Παναγία μας και μη διαμαρτύρεσαι για το τι κάνω εγώ, όταν βρίσκομαι έξω από το σπίτι.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *