Περάσαμε όσο γινόταν πιο ευχάριστα για μας κι εκείνο το καλοκαίρι και όταν πια τελείωσε ο χρόνος των διακοπών μας, επιστρέψαμε στην έδρα μας όπως ήταν επόμενο, αλλά και στην καθημερινότητά μας.
Όταν επιστρέψαμε όμως, μας περίμεναν εκεί μερικά σοβαρά προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπίσουμε κι αυτά, καθόλου ευχάριστα για μας δεν ήταν, αλλά κι εξελίξεις μας έφεραν στην συνέχεια.
Το πρώτο από αυτά, μας το παρουσίασε στα ξαφνικά ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που νοικιάζαμε και ως κεραυνό εν αιθρία, μας το έριξε στο κεφάλι κι αυτό ειδικά, καθόλου μα καθόλου αναμενόμενο δεν ήταν.
Ήρθε λοιπόν αυτός στο σπίτι μας ένα απόγευμα και ούτε λίγο, ούτε πολύ, μας έλεγε ότι πούλησε το σπίτι του. Αυτό δηλαδή, που νοίκιαζε σε μας και για εκμετάλλευση το είχε όπως μας είπε όταν μας το παραχώρησε.
Μαζί με αυτό όμως, μας είπε ότι μάλλον δεν μπορούσαμε να μένουμε περισσότερο σ’ αυτό και μάλιστα τόσα χρόνια, όσα από την αρχή του το θέσαμε αυτό ως όρο.
Του το θύμισα βέβαια αυτό, αλλά εκείνος έκανε τον κουφό για όσα του έλεγα και χωρίς κανένα ενδοιασμό για όσα μας προκαλούσε, συνέχισε να μου λέει τα δικά του.
– Ο νέος ιδιοκτήτης, θέλει να του παραδώσετε το σπίτι του ελεύθερο, το συντομότερο. Σε δύο μήνες παντρεύει την κόρη του κι όπως πρέπει να το καταλάβεις αυτό, θέλει να της το ετοιμάσει.
Ήταν πολύ βαρύ για μας εκείνο το τελεσίγραφο που δεχτήκαμε από τον σπιτονοικοκύρη μας, αφού από το συντομότερο που μας έλεγε, έλειπε εντελώς η λέξη δυνατόν που το συμπληρώνει στις περισσότερες των περιπτώσεων.
Μας πέταξε το πρόβλημα στα μούτρα εν ολίγοις και μόνον ένα ξερό συγνώμη μας είπε πριν φύγει. Εμείς όμως; Έπρεπε να βρούμε πάραυτα σπίτι αλλού και να κάνουμε μια μετακόμιση που καθόλου μα καθόλου δεν την υπολογίζαμε.
Και πριν καλά, καλά χωνέψουμε αυτό που ξαφνικά μας προέκυψε, ήρθε και δεύτερο πρόβλημα να μας ταράξει. Αυτό πάλι, από τον πεθερό μου προερχόταν κι όντως σοβαρό ήταν, δεδομένου ότι η υγεία του τον υποχρέωνε να μας το παρουσιάσει.
Είχε προβλήματα με την καρδιά του αυτός και συχνά πυκνά επισκεπτόταν έναν γνωστό του σχετικά με την πάθησή του γιατρό, αν και δεν έδινε πολύ σημασία στις συμβουλές του. Εκείνος βέβαια μονίμως επέμενε να του λέει το ίδιο, ότι η κατάσταση της καρδιάς του έχριζε επέμβασης και μάλιστα το συντομότερο δυνατόν.
Αφού δεν έδινε όμως ο πεθερός μου την δέουσα σημασία στις υποδείξεις του γιατρού του, συνέχιζε να καπνίζει, να πίνει, αλλά και να εργάζεται πολλές ώρες την ημέρα, προκειμένου να βρει πελάτες και δουλειά για το μηχανουργείο που διέθεταν με τον συνεταίρο του.
Πιεζόταν πολύ δηλαδή ψάχνοντας για δουλειές, τριγυρνώντας με το φορτηγάκι τους σε όλα τα χωριά και τις πόλεις της Μακεδονίας αλλά και του Έβρου, στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει εισόδημα για τους δύο συνεταίρους όπως και για τους τέσσερις υπαλλήλους που διέθετε η επιχείρησή τους.
Προφανώς υπερέβη τις δυνάμεις του, αλλά και τις αντοχές της καρδιάς του, γι’ αυτό κι έπεσε κάτω μια μέρα, από πολλή υψηλή πίεση. Έπεσε δηλαδή, την στιγμή που πήγε να ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου του, προκειμένου να κάνει κάποιο προγραμματισμένο ταξίδι.
Ευτυχώς γι’ αυτόν όμως, άνοιξε η μύτη του εκείνη την στιγμή κι εξαιτίας αυτού, του έφυγε πολύ αίμα. Έτρεξαν αμέσως βέβαια οι τεχνίτες δίπλα του όπως κι ο συνεταίρος του άλλωστε κι όπως ήταν λογικό πια αυτό τον περιποιήθηκαν.
Φοβήθηκαν όμως όταν τον είδαν να είναι αιμόφυρτος, γι’ αυτό και τον έβαλαν στο αυτοκίνητο του συνεταίρου του, ο οποίος και σκόπευε να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο, ή στο σπίτι του αν ήθελε.
Για τους δικούς του λόγους, προτίμησε να έρθει σε μένα ο πεθερός μου και στο δικό μας σπίτι, γι’ αυτό κι ο συνεταίρος του υπάκουσε στην επιθυμία του.
Έτυχε να βρίσκομαι εκεί όταν τον έφερε, γι’ αυτό και θέλησα να τον μεταφέρω εγώ σε κάποιο νοσοκομείο της πόλης μας στην κατάσταση που τον έβλεπα.
Επέμενε όμως αυτός να λέει ότι ήταν καλά κι ότι το μόνο που ήθελε, ήταν να τον βάλουμε κάπου να ξαπλώσει, γιατί όπως έλεγε, αισθανόταν πολύ εξαντλημένος.
Πράγματι και ήταν εξαντλημένος, αφού αμέσως σχεδόν κοιμήθηκε εκεί που τον έβαλε να ξαπλώσει η γυναίκα μου, έστω κι αν ανησυχούσα εγώ, μη τυχόν και ποτέ δεν θα μπορούσε να ξυπνήσει.
Δύο ώρες περίπου κοιμήθηκε στον καναπέ μας κι όταν πια ξύπνησε με το καλό, καλμάροντας την δική μου αγωνία, του μετρήσαμε από περιέργεια την πίεση κι αυτό μάλιστα το κάναμε, έτσι, για να δούμε τι γίνεται.
Όταν είδαμε όμως την μεγάλη του να βρίσκεται πάνω από το είκοσι πέντε και την μικρή του να είναι σχεδόν στο δεκαπέντε, βεβαίως και τρομάξαμε κι αυτά του έλεγα με απορία.
– Αν μετά από τόσες ώρες έχεις τόσο μεγάλη πίεση, εκείνη την στιγμή που έπεσες κάτω, άραγε πόση πίεση να είχες; Όπως το βλέπεις κι εσύ τώρα μάλλον πρέπει να δεχθείς την πρόταση μας να σε πάμε στο νοσοκομείο.
Επέμενα εγώ να του επαναλαμβάνω τα ίδια, αλλά εκείνος τίποτε δεν άκουγε. Με κανένα τρόπο δεν πειθόταν, ώστε να βρεθεί οικειοθελώς σε κάποιο νοσοκομείο, γιατί όπως το υποψιαζόμουν αυτό, φοβόταν το ενδεχόμενο να υποστεί καρδιοχειρουργική επέμβαση.
Τον πείσαμε στο τέλος όμως, ώστε να δεχτεί μια επίσκεψη στον γιατρό του τουλάχιστον, σ’ αυτόν δηλαδή που όπως σας είπα, από παλιότερα τον παρακολουθούσε.
Αφού δέχτηκε την πρόταση μας, όντως τον μετέφερα εκεί και μάλιστα με την συνοδεία του συνεταίρου του. Εξετάζοντάς τον στην συνέχεια ο καρδιολόγος, του επανέλαβε τα ίδια κι αυτά που από καιρό πριν του έλεγε.
– Έχεις τέσσερις αρτηρίες βουλωμένες σε μεγάλο βαθμό και κινδυνεύεις εξαιτίας της κατάστασής τους να βρεθείς ξανά κάτω και μάλιστα με πολύ σοβαρές επιπτώσεις για σένα.
Πρέπει λοιπόν να δεχθείς επιτέλους, ότι επιβάλεται να εγχειριστείς κι ότι μέχρι να πάρεις αυτή την απόφαση, πρέπει να κόψεις το τσιγάρο με το μαχαίρι, αν βέβαια θέλεις να ζήσεις για λίγο ακόμη.
Τρόμαξε ο πεθερός μου από όσα του είπε και πάλι ο γιατρός του, αλλά όταν τον επέστρεψα στο σπίτι του, όλα τα ξέχασε κι εξακολουθούσε να κάνει τα ίδια όπως και πριν.
Έπινε δηλαδή και κάπνιζε συνεχώς, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο που διέτρεχε, αλλά και για την δική μας αγωνία, η οποία καθημερινά πια μεγάλωνε.
Δεν μας έφταναν αυτά όμως, γιατί και τρίτο πρόβλημα μας προέκυψε στην συνέχεια, το οποίο επίσης έπρεπε να αντιμετωπιστεί στο επόμενο χρονικό διάστημα και είχε για αφετηρία του την επιθυμία του πεθερού μου αλλά και του συνεταίρου του, να σηκώσουν μόνοι τους την οικοδομή που άρχισαν να κτίζουν.
Αυτήν δηλαδή, που αρχικά συμφώνησαν οι δύο συνεταίροι να την δώσουν σε εργολάβο και με αντιπαροχή μάλιστα, αλλά, αλλάζοντας την αρχική τους γνώμη, φόρτωναν χωρίς να το μπορούν, επιπλέον προβλήματα στον εαυτό τους.
Σκεπτόμενος λοιπόν το καρδιακό πρόβλημα του πεθερού μου, όπως και την δυσκολία που είχε να αντιμετωπίσει ως εργολάβος μαζί με τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του, του έλεγα ένα βραδάκι πίνοντας μπύρες σε μια ταβέρνα.
– Μάλλον είναι καλύτερα για την καρδιά σου να ξεκουράζεσαι που και που, αν βέβαια δεν θέλεις να βρεθείς διά παντός ξαπλωμένος, όπως σου είπε κι ο γιατρός.
Όσο για μας, δεν πρέπει να ανησυχείς, για όσα μας προέκυψαν. Αυτά είναι θέματα που απασχολούν εμένα κι εγώ βεβαίως μπορώ να τα αντιμετωπίσω και μάλιστα μόνος μου.
Άκουγε αυτός τι του έλεγα, αλλά κι απαντούσε σκεπτόμενος τις δικές του υποχρεώσεις.
– Δεν μπορώ να σας βλέπω να μένετε στα ενοίκια κι όπως το ξέρεις αυτό, αργεί πολύ ακόμη να αποπερατωθεί η οικοδομή μας.
Εκτός αυτού, έχουμε να αντιμετωπίσουμε τώρα κι αυτόν που σας βγάζει έξω από το σπίτι σας και πρέπει να ψάχνεις από την αρχή πια το που θα βρεις άλλο, αλλά και πώς θα κάνεις την μετακόμιση σας.
– Μη νοιάζεσαι για μας. Ούτως ή άλλως τα βγάζουμε πέρα κι εγώ δεν αντιμετωπίζω οικονομικό αδιέξοδο, ώστε να πιέζεσαι εσύ τόσο πολύ, για το πού θα βρούμε εμείς σπίτι. Ησύχασε λοιπόν και μη φορτώνεις περισσότερο την ήδη ταλαιπωρημένη καρδιά σου.
Αφού βρέθηκε οικόπεδο, θα βρεθεί κι ο τρόπος να χτιστεί η οικοδομή σας, αυτή που με τα λόγια θέλει ο συνεταίρος σου να την δει τελειωμένη και μάλιστα τόσο σύντομα, όσο αυτός θεωρεί ότι είναι πολύ εύκολο.
Όσο για το νέο σπίτι που πρέπει να βρούμε, θα πρέπει να σου πω ότι ψάχνουν όλη την Καλαμαριά μάνα και κόρη και που θα πάει, θα βρουν αυτές το σπίτι της αρεσκείας τους. Εσύ πάντως μη στεναχωριέσαι και μη πιέζεσαι από τίποτε κι από κανέναν.
– Πιέζομαι. Απαντούσε αυτός. Και μάλιστα πολύ κι ας λες εσύ να μην το κάνω, γιατί δεν είναι εύκολο να βρεις δουλειά για τόσα άτομα στο μαγαζί και άλλη τόση για να σηκώσουμε μια ολόκληρη και μάλιστα τετραώροφη οικοδομή.
Καθόλου εύκολο δεν είναι έτσι όπως το βλέπει ο συνεταίρος μου, έστω κι αν έχει δίκαιο όταν λέει, ότι με λίγα χρήματα παραπάνω, θα έχουμε από τέσσερα διαμερίσματα ο καθένας.
Αυτά λοιπόν λέγαμε με τον πεθερό μου εκείνο το βράδυ και πριν ακόμη δούμε την αρχή τουλάχιστον της εξέλιξης των όσων μας προέκυψαν και τέταρτο πρόβλημα ήρθε πίσω από τα υπόλοιπα να μας στεναχωρήσει μετά από λίγες μέρες κι αυτό, μας το προκάλεσε ο πατέρας μου.
Στα καλά του καθουμένου και χωρίς να το επιβάλει κάποιος σοβαρός λόγος αυτό, βάλθηκε ο πατέρας μου να κλείσει μια παλιά του πληγή, αυτήν δηλαδή που είχε σε ένα από τα δάκτυλα του αριστερού του χεριού.
Πριν από δεκαεπτά χρόνια την απέκτησε αυτήν και τότε που είχε βγάλει στο δάκτυλο του ένα πράγμα σαν κάλο. Εφαρμόζοντας πρακτικές τεχνικές τότε πάνω στο δάχτυλο του, έκοψε εκείνον τον κάλο με το ξυράφι κι αμέσως μετά τον έκαψε με την καύτρα του τσιγάρο του, γιατί έτσι μόνον θα γλίτωνε από αυτόν, όπως του είπε να κάνει ένας κομπογιαννίτης εκείνης της εποχής.
Από κουτουράδα δηλαδή το έκανε αυτό ο πατέρας μου τότε, αλλά από εκεί και μετά, έγινε ο κάλος του πληγή που άνοιξε και δεν έκλεισε ποτέ. Αν κι ελάχιστα βέβαια, αλλά έτρεχε συνεχώς από εκείνη την πληγή ένα υγρό που έμοιαζε με πολύ αραιό αίμα.
Ήταν μπακάλης όμως αυτός όπως σας ανέφερα κι όταν αυτή η πληγή ερχόταν σε επαφή με την άρμη που έχει το τυρί στον τενεκέ, τον έτσουζε. Πέραν αυτού, βεβαίως και δεν είχε κάτι άλλο.
Η υγειονομική υπηρεσία που πήγαινε κατά διαστήματα στο μαγαζί του να του κάνει έλεγχο, του έλεγε πάντα ότι η πληγή του δεν ήταν μολυσματική κι ότι αυτή δεν ήταν επικίνδυνη για την δική του, όπως και για την υγεία των πελατών του.
Τον συμβούλευαν όμως να φοράει ένα πλαστικό γάντι στο δάκτυλό του, έτσι ώστε να προστατεύεται αυτό από την άρμη, όταν και για κάποιο λόγο υποχρεωνόταν να την πιάσει.
Εφάρμοζε βέβαια ο πατέρας μου αυτά που του έλεγαν οι γιατροί, γι’ αυτό και ποτέ μέχρι τότε που αναφέρομαι δεν είχε κάποιο επιπλέον πρόβλημα με την πληγή του.
Επισκεπτόταν κι έναν γιατρό του ΤΕΒΕ όμως εκείνο το διάστημα, για τον λόγο ότι του πονούσαν οι γάμπες του από την ορθοστασία όπως νόμιζε κι όπως ήταν λογικό πια αυτό, του ζητούσε συμπαράσταση στο πρόβλημά του, δεδομένου ότι δεν τον απασχολούσε άλλο πρόβλημα υγείας.
Ο εν λόγω γιατρός όμως, αντί να περιοριστεί στην ειδικότητά του, έφυγε από αυτήν κι άρχισε να ασχολείται με την πληγή που είχε ο πατέρας μου στο δάχτυλό του κι επειδή ήταν συμβεβλημένος με μια κλινική όπως του έλεγε, τον έπεισε να δεχτεί τον καυτηριασμό της, φοβερίζοντάς τον ότι αν δεν το έκανε, θα εξελισσόταν αυτή σε καρκίνο αργότερα.
Πες, πες λοιπόν, πείστηκε τελικά ο πατέρας μου ότι μάλλον έπρεπε να κάνει τον καυτηριασμό της, γι’ αυτό και δέχτηκε τελικά να επισκεφτεί εκείνη την κλινική, έστω κι αν δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν ο καυτηριασμός που του συνιστούσε.
Με το παραπεμπτικό που του συνέταξε όμως, όντως και πήγε σ’ αυτήν ένα απόγευμα και σύμφωνα με τις εντολές που τους έδινε εγγράφως ως συνεργάτη τους ο γιατρός, προχώρησαν αμέσως αυτοί στην εφαρμογή κάποιων ακτινοβολιών στην πληγή του, αλλά χωρίς να του κάνουν βιοψία.
Όπως έκανε δηλαδή εκείνος ο κομπογιαννίτης του πενήντα, που έπεισε τον πατέρα μου να κάψει κάτι στο δάχτυλο του, αν και δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν, έτσι ενεργώντας κι αυτοί, γιατρός και κλινική, του έκλεισαν με κάποιες ακτινοβολίες την πληγή του, αλλά όχι και τελείως.
Αγνοούσα εγώ τις ενέργειες του πατέρα μου, γι’ αυτό κι απόρησα όταν τον άκουσα κάποια στιγμή να μου λέει, ότι έκλεισαν κάπως την πληγή του οι ακτινοβολίες που του έκαναν με τον τρόπο που σας ανέφερα.
Δείχνοντας μου την πληγή του στην συνέχεια, να είναι εν μέρει κλειστή, μου είπε ότι το υπόλοιπο κλείσιμο της, θα του το έκαναν με άλλες τόσες ακτινοβολίες, σαν κι αυτές που του είχαν κάνει προ ημερών οι συνεργαζόμενοι γιατρός και κλινική.
Όταν τα πληροφορήθηκα όλα αυτά, μάλωσα κατά κάποιον τρόπο τον πατέρα μου γιατί επιχείρησε από μόνος του να κάνει τόσα πολλά, χωρίς να πει κουβέντα σ’ εμένα για τις ενέργειές του.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που του έλεγα στην συνέχεια, ότι δεν πρέπει να ενοχλήσει περισσότερο την πληγή του, αφού δεν ξέραμε τίποτε γι’ αυτήν, όπως και τι είδους ακτινοβολίες του έκαναν όπως είπα.
Τα ίδια περίπου του έλεγε μπροστά μου και μια παλιά νοσοκόμα πελάτισσά του μετά από λίγες μέρες, η οποία και τον μάλωσε μάλιστα για όσα κομπογιαννίτικα δέχτηκε να του κάνουν σ’ εκείνη την κλινική.
– Άκου με που σου λέω κύριε Κώστα και μη πειράζεις περισσότερο την πληγή σου, γιατί θα το μετανιώσεις πικρά.
Μάλωσα βέβαια εγώ τον πατέρα μου τότε, αλλά και δεν περιορίστηκα μόνον σ’ αυτό, αφού και τον γιατρό του ΤΕΒΕ πήγα να επισκεφτώ, αυτόν δηλαδή που γνωμάτευσε τι είδους ακτινοβολίες έπρεπε να γίνουν στο δάκτυλο του πατέρα μου κι αυτά του έλεγα συγκρατημένα μεν, αλλά κι επιθετικά.
– Θέλω να μου πείτε γιατρέ, τι είδους ακτινοβολίες κάνατε στην κλινική που στείλατε τον πατέρα μου, αφού όπως μου είπε, καμιά βιοψία δεν του έγινε εκεί.
Εκτός αυτού, θέλω να μου πείτε και τον λόγο που σας ανάγκασε να τον στείλατε σε μια κλινική να του κάνουν τις ακτινοβολίες που υποδείξατε κι όχι στο εξειδικευμένο για τέτοιες παθήσεις νοσοκομείο, αφού όπως του το διαγνώσατε κι αυτό, θα του εμφανιστεί κάποια καρκινογένεση αργότερα στην πληγή του.
Θέλω δε ακόμη να μου πείτε και γιατί τον στείλατε σ’ αυτήν την κλινική να του κάνουν τις ακτινοβολίες σας, όταν σε όλους είναι γνωστό πια, ότι όποιος μπαίνει σ’ αυτήν για κάποιο λόγο, ποτέ του δεν βγαίνει έξω από αυτήν ζωντανός.
– Μόνος του διάλεξε ο ασθενής, το που θα του γίνουν οι ακτινοβολίες. Αυτό απαντούσε με μπόλικο θράσος ο γιατρός και συνέχισε.
– Άλλωστε, δεν χρειαζόταν να του κάνουμε καμιά βιοψία, γιατί από όλους τους γιατρούς είναι γνωστά αυτά ως ακίνδυνα μεν, αλλά καρκινώματα, γι’ αυτό και καλό είναι να καυτηριάζονται.
Και για να το ξέρετε αυτό σας το λέω, ότι τα νοσοκομεία δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μηχανήματα για τέτοιου είδους επεμβάσεις.
Έβραζα από θυμό όπως καταλαβαίνετε κι εξαιτίας των όσων άκουγα από εκείνον τον γιατρό, έτοιμος ήμουν να τον αρπάξω αλλά συγκρατήθηκα.
– Δεν έχω γνώσεις επί του θέματος γιατρέ και ούτε που θέλω να τις αποκτήσω. Ανησυχώ για την υγεία του πατέρα μου όμως, γι’ αυτό και δεν θέλω να ασχοληθείτε ξανά μαζί του.
Αν για οποιοδήποτε λόγο όμως σκεφτείς να κάνεις το αντίθετο από όσα σου ζητώ τώρα, τότε σου υπόσχομαι ότι θα επιστρέψω εδώ και δεν θα αφήσω τίποτε όρθιο στο ιατρείο σου.
Επίτηδες του τα είπα όλα αυτά και του τα είπα θυμωμένος σας βεβαιώ, αντιλαμβανόμενος την μεγάλη φιλοχρηματία του γιατρού, πράγμα βέβαια που θέλησε να καλύψει αυτός, απαντώντας με σύνεση θα έλεγα για όσα άκουσε, αν και δεν τον πίστεψα.
– Αφού δεν το θέλεις εσύ, σου υπόσχομαι ότι ούτε κι εγώ έχω πρόθεση να ανακατευτώ ξανά στις υποθέσεις του πατέρα σου.
Καλώς του είπα κι έφυγα από το ιατρείο του. Ενημέρωσα στην συνέχεια τον πατέρα μου για όσα έκανα και συμφώνησα με τον γιατρό του, αλλά και τον παρακάλεσα να μην τον επισκεφτεί ξανά.
Με άκουσε ο πατέρας μου αλλά και θορυβήθηκε με τις ενέργειες μου, γιατί ο συγκεκριμένος γιατρός ήταν κοντά στο σπίτι του κι εύκολα έγραφε μέσω αυτού τα φάρμακά του στο βιβλιάριό του.
Διαφορετικά, έπρεπε να επισκέπτεται έναν άλλον γιατρό του ΤΕΒΕ για τους ίδιους λόγους κι αυτός είχε το ιατρείο του πολύ μακριά από το σπίτι του κι εξαιτίας αυτού, του ήταν δύσκολο να τον επισκέπτεται.
Αυτό λοιπόν σκεπτόμενος, προτίμησε να ξεχάσει της δικές μου υποδείξεις μετά από λίγο καιρό και να επισκεφθεί ξανά τον ίδιο γιατρό. Αλλά κι ο γιατρός έκανε το ίδιο για τους γνωστούς δικούς του λόγους.
Δέχτηκε δηλαδή τον πατέρα μου, αν και μου υποσχέθηκε το αντίθετο. Βρήκε ευκαιρία με την επίσκεψη που του έκανε ο πατέρας μου και τον έπεισε πάλι, ώστε να του κάνει τελικά και τις υπόλοιπες ακτινοβολίες.
Μου απέκρυψε βέβαια ο πατέρας μου τις ενέργειές του, γι’ αυτό και με το νέο παραπεμπτικό που του έδωσε ο εν λόγω γιατρός, πήγε για δεύτερη φορά και κρυφά από μένα στην ίδια κλινική κι όντως έκανε εκείνες τις ακτινοβολίες.
Αφού έγιναν κι αυτές όμως, έκλεισε τελείως η πληγή του κι ο πατέρας μου ήταν πολύ ευχαριστημένος από όσα του έκανε ο γιατρός του, γι’ αυτό και συνέχισε να μου κρύβει αυτά που επιχειρούσε.
Έκλεισε βέβαια η πληγή του, αλλά αυτό το κλείσιμο, του άνοιξε μετά από ένα χρόνο πολύ μεγαλύτερη πληγή και από κει και μετά τρέχαμε όλοι μαζί και πουθενά δεν φτάναμε. Αυτό όμως θα σας διηγηθώ στην ώρα του.
Μιχάλης Αλταλίκης