Όπως σας είπα, σε καλοκαιρινές διακοπές βρισκόμουν τότε με την μικρή μου οικογένεια και σε αντίσκηνο μέναμε μαζί με τους φιλοξενούμενους συγγενείς μας.
Αυτό δε, το είχα στημένο, ανάμεσα από δύο ξύλινα εκ κατασκευής σπιτάκια, από αυτά δηλαδή που ήταν τοποθετημένα πάνω στην αμμουδιά της παραλίας των Βρασνών.
Τα συγκεκριμένα σπιτάκια βέβαια, από τα υλικά που άφησαν οι Γερμανοί πίσω τους φτιάχτηκαν και παρανόμως θα λέγαμε υπήρχαν εκεί από την δεκαετία του σαράντα.
Κανείς δεν σκεφτόταν τότε, ότι θα ερχόταν κάποτε η ημέρα που όλοι θα έτρεχαν στις γύρο παραλίες τους καλοκαιρινούς μήνες, προκειμένου να κάνουν τα μπάνια τους.
Να όμως που μερικοί τουλάχιστον από τους κατοίκους της περιοχής το πρόβλεψαν αυτό, γι’ αυτό κι έκαναν εκεί δέκα σπιτάκια από τα υλικά που βρήκαν πεταμένα στην αμμουδιά.
Κάτω από τις στέγες αυτών των σπιτιών λοιπόν στεγαζόταν από τότε αυτοί και τα παιδιά τους τα καλοκαίρια, έστω κι αν αυτά βρισκόταν στο απέραντο πουθενά, πάνω στην καυτή άμμο και μόλις δέκα μέτρα μακριά από εκεί που σκάει το κύμα της θάλασσας.
Κι αφού κανέναν δεν ενοχλούσαν και κανείς κρατικός φορέας δεν τους ενοχλούσε, συνέχισαν να κάνουν το ίδιο μέχρι και τις ημέρες που κι εγώ λόγω φιλίας βρέθηκα στον ίδιο χώρο και ανάμεσα τους να παραθερίζω.
Από την στιγμή όμως που ο τοπικός άρχοντας σκέφτηκε να πουλήσει την αμμουδιά ως οικόπεδα, αν και δικαιωματικά ανοίκε η εν λόγω περιοχή στο υπουργείο εθνικής αμύνης όπως άκουσα να λέγεται, ήταν επόμενο ότι θα εμφανιζόταν εκεί και τα πρώτα επίσης παρανόμως κτισμένα σπίτια.
Αυτά βέβαια, πίσω από τα ξύλινα σπιτάκια κτίστηκαν, αφού από εκεί και πίσω οριοθετήθηκαν τα οικόπεδα, η πρώτη σειρά των οποίων, βρισκόταν είκοσι μέτρα περίπου από το σημείο που σκάει το κύμα.
Χάρηκαν οι παλιοί χρήστες της παραλίας βλέποντας να τους πλαισιώνουν νέοι κάτοικοι και με ενθουσιασμό τους προσέφεραν, όχι μόνο ρεύμα από το δικό τους, αλλά και νερό από τις τουλούμπες τους.
Κι αυτό πάλι, το έκαναν συνεχώς και μέχρι να τελειώσουν τις εργασίες τους, αλλά και στέγες να κρυφτούν τους παραχωρούσαν, όταν τους έψαχνε η αστυνομία, δεδομένου ότι ήταν παράνομες οικοδομικές τους εργασίες, αφού γινόταν εντός της αιγιαλίτιδας ζώνης.
Γλίτωναν οι άνθρωποι τα αυτόφωρα, αλλά και με την βοήθεια που δεχόταν, έκτισαν τελικά τα σπίτια τους. Ως ευγνώμονες όμως οι νέοι κάτοικοι για όσα ωφελήθηκαν, έκαναν το αυτονόητο.
Μεγαλόφωνα πλέον δήλωναν προς τον κοινοτάρχη, ότι ενοχλούνταν από την παρουσία εκείνων που έκαναν ελεύθερο σαν κι εμάς κάμπινγκ, αλλά κι από την παρουσία των ξύλινων σπιτιών της παραλίας.
Και δεν το δήλωναν απλώς, αλλά του ζήτησαν να απομακρύνει πάραυτα από την παραλία τους, τόσο τα αντίσκηνα, όσο και τους ιδιοκτήτες εκείνων των ενοχλητικών ξύλινων κατασκευών.
Αυτός βέβαια δεν ήταν δυνατόν να ενεργήσει κατά των συγχωριανών του, αλλά και τι να τους έλεγε; Φύγετε εσείς οι παλιοί παράνομοι, γιατί ήρθαν στην περιοχή μας νέοι αυθάδεις και αχάριστοι παράνομοι;
Τίποτε λοιπόν δεν είπε σ’ αυτούς, αλλά τα αντίσκηνα τα έδιωξε από την παραλία, πράγμα που κι εμείς έπρεπε να κάνουμε. Για να μην φύγουμε όμως από κοντά τους, μας παραχώρησαν όπως σας είπα χώρο οι φίλοι και γείτονες μας, γι’ αυτό κι έστησα το αντίσκηνο μας ανάμεσα τους.
Ωστόσο, σύσσωμοι μετά έψαχναν να βρουν, ποιος από τούς ιδιοκτήτες θα ήθελε να μας παραχωρήσει το σπιτάκι του εκείνο το καλοκαίρι, εάν δεν είχε στο πρόγραμμά του να το χρησιμοποιήσει.
Μια τέτοια λύση ψάχνοντας, όντως την βρήκαν τελικά κι αυτός που θέλησε να μας το παραχωρήσει, δεν ήταν άλλος από τον ογδοντάχρονο και πλέον παππού της παρέας τους.
Έκανε κι αυτός τα μπάνια του εκεί, αλλά και κάτι σαν μικρή ταβερνούλα χρησιμοποιούσε το σπιτάκι του, δεδομένου ότι υπήρχε μια τέτοιου είδους ανάγκη στην παραλία. Εμείς βέβαια ως ταβερνιάρη τον γνωρίσαμε εκεί, αφού και τις δικές μας ανάγκες κάλυπτε.
Αυτός λοιπόν ο ογδονταπεντάρης κι από πολλά χρόνια χήρος παππούς, δεν εμφανίστηκε στο σπιτάκι του εκείνη την περίοδο, οπότε του ζήτησαν να το παραχωρήσει σε μας, αφού του εξήγησαν ότι δεν θα μπορούσαμε πλέον να μένουμε με αντίσκηνο στην παραλία και ανάμεσα τους.
Δέχτηκε ο παππούς την πρόταση τους κι όντως μας παραχώρησε το σπιτάκι του. Την άλλη μέρα κιόλας πήγα εγώ και καθάρισα τον χώρο του, ο οποίος ένα μεγάλο δωμάτιο ήταν όλο κι όλο κι αυτό πάλι, δεν ξεπερνούσε τις διαστάσεις του δύο επί τρία.
Ασβέστωσα στην συνέχεια το σπιτάκι από έξω κι από μέσα κι όταν πια ήταν όλα έτοιμα, εγκατέστησα την μικρή μου οικογένεια κάτω από στέγη του, αν κι απορούσα πού θα έβαζα τους υπόλοιπους της παρέας μας.
Βεβαίως και ήταν πολύ μικρός εκείνος ο χώρος, ώστε να φιλοξενήσει επαρκώς τόσους πολλούς ανθρώπους, πολύ δε περισσότερο να τους κοιμίσει κιόλας.
Αλλά και πού να χωρούσαν τόσα πολλά κρεβάτια; Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, έψαχνα άλλη λύση για το συγκεκριμένο θέμα. Και πώς να μην το σκεπτόμουν, αφού δεν ήμασταν μόνοι μας εκεί εμείς οι τρείς.
Μας συντρόφευαν όπως κάθε καλοκαίρι τα πεθερικά μου μαζί με τον κουνιάδο μου και οι συγγενείς της πεθεράς μου, οι οποίοι ήταν πλέον των πέντε ατόμων.
Λόγω της πρόχειρης κατασκευής τους όμως, παράγκες ονόμαζαν αυτά τα σπιτάκια οι ιδιοκτήτες τους κι αυτή που είχαμε εμείς ήταν η πιο μικρή σε μέγεθος από τις υπόλοιπες εννιά.
Όλες τους όμως ήταν στην σειρά τοποθετημένες και η μια δίπλα από την άλλη. Είχαν δε πρόσωπο προς την θάλασσα και η μεταξύ τους απόσταση δεν ξεπερνούσε τα πέντε μέτρα.
Ειδικά εγώ, δεν αντιμετώπιζα πρόβλημα ύπνου, αφού λόγω της συνήθειας που απέκτησα να κοιμάμαι έξω από το αντίσκηνο μας, το ίδιο θα έκανα κι έξω από την παράγκα. Για τους φιλοξενούμενους ανησυχούσα.
Κι επειδή έβλεπα να μας προκύπτει μια διαφορά με την προσθήκη της παράγκας στην καλοκαιρινή μας ζωή, σκεπτόμουν να την προτείνω και στους φιλοξενουμένους μας αν ήθελαν να κάνουν υπαίθριο ύπνο μαζί με μένα.
Δεδομένου ότι διέθετε και κιόσκι η παράγκα μας, άνετα μπορούσαν να κοιμηθούν κι αυτοί έξω από αυτήν και κάτω από την στέγη του, οι διαστάσεις του οποίου ήταν τρία επί έξι περίπου και πολλούς μπορούσε να φιλοξενήσει αν ήθελαν να απολαύσουν καλοκαιρινό υπαίθριο ύπνο, αλλά δεν το δέχτηκαν.
Το πάτωμα της παράγκας μας, μέσα κι έξω, όπως και κάτω από το κιόσκι ήταν όλο τσιμεντένιο και γύρω, γύρω ήταν πολύ ωραία περιφραγμένο με ξύλινα κάγκελα.
Αφότου εγκατασταθήκαμε λοιπόν, έπιασα και τα έβαψα εγώ άσπρα αυτά, όπως ακριβώς ήταν άσπρη βαμμένη κι ολόκληρη εκείνη η ξύλινη κατασκευή. Σαν μπιμπελό την είχα κάνει.
Όπως σας είπα όμως, δεν χωρούσαν να κοιμηθούν όλοι τους μέσα στην παράγκα κι επειδή δεν δέχτηκαν την πρόταση που τους έκανα, έστησα και πάλι το αντίσκηνο μας προκειμένου να καλύψει μόνον τις ανάγκες του ύπνου μας.
Δίπλα από την δική μας παράγκα, υπήρχε ένα περιφραγμένο οικόπεδο κάποιου γνωστού μας, ο οποίος και μας επέτρεψε να στήσουμε εκεί το αντίσκηνο μας και δίπλα από το δικό του, μέσα στο οποίο έμεναν τα δύο νεαρά παιδιά του.
Ανήκαν κι αυτά στον ίδιο κύκλο γνωριμίας και δεν ήταν εκεί μόνα τους, αλλά υπό την προστασία των μεγαλύτερων της συγκατοίκησης, δεδομένου ότι δεν μπορούσαν οι γονείς τους να τους συνοδεύσουν στις διακοπές τους.
Αφού λοιπόν τακτοποίησα τα πάντα εκεί, παραθερίζαμε με την άνεση μας στην συνέχεια και το κάναμε αυτό για δύο μήνες περίπου όπως κάθε καλοκαίρι και στον ίδιο παραλιακό χώρο. Η λύση της παράγκας που μας προέκυψε όμως, ήταν ότι καλύτερο θα μπορούσε να γίνει για μας.
Χαιρόμασταν την διαμονή μας μέσα κι έξω από αυτήν, γιατί και χώρους καθαρούς από χώματα είχε και δροσερό αεράκι από την θάλασσα μας έφερνε το πέλαγος που ανοιγόταν μπροστά μας και δεν χρειαζόταν να κάνουμε παρά μόνον δέκα βήματα προκειμένου να βρέξουμε τα πόδια μας στα κύματα.
Πίσω από την παράγκα και στα πενήντα μέτρα απόσταση από αυτήν, ούτε ανάσα δεν μπορούσε να πάρει κανείς, λόγω της αποπνικτικής ζέστης που προερχόταν από την καυτή άμμο ως επί τω πλείστον .
Η τουλούμπα μας με το κρύο νερό της ήταν στο πίσω μέρος της παράγκας και δρόσιζε τόσο εμάς, όσο κι κείνους που ερχόταν τα Σαββατοκύριακα στην περιοχή προκειμένου να κάνουν τα μπάνια τους, γι’ αυτό και γέμιζε εξαιτίας τους η τελείως προσωπική θα έλεγα για της άλλες μέρες παραλία.
Περάσαμε ωραία λοιπόν κι εκείνο το καλοκαίρι και φάγαμε αρκετά από τα νόστιμα ψαράκια της περιοχής, τα σαφριδάκια δηλαδή, τα οποία βέβαια με την δική μου βάρκα και μόνος πια ψάρευα κάνοντας τσαπαρί.
Έπιανα πολλά από αυτά και ήταν τόσα, που χόρταιναν όλους εμάς, αλλά κι όλους εκείνους που περίμεναν στην παραλία προκειμένου να δεχτούν λίγα ψαράκια για τον εαυτό τους.
Έτρωγα κι εγώ πολλά βέβαια λόγω ηλικίας και χαιρόμουν όταν έβλεπα τον κουβά μου να είναι γεμάτος από ψάρια, αλλά πιο πολύ χαιρόμουν όταν έβλεπα τους ανθρώπους να περιμένουν την επιστροφή μου, αφού μαζί με μας θα έτρωγαν κι αυτοί φρέσκα και της περιοχής μας ψαράκια.
Υπάρχει άραγε μεγαλύτερη χαρά από αυτήν της προσφοράς; Τίποτε να μην είναι αυτή, αγάπη όμως είναι. Κι αυτή είναι η όντως αγάπη. Όλες οι άλλες που θεωρούνται και παρουσιάζονται ως τέτοιες, απάτη και κοροϊδία του εαυτού μας πρωτίστως είναι, όσο κι αν μερικοί ευτυχώς παθιασμένοι προσπαθούν να τις ονομάζουν έτσι, εξαπατώντας τον ίδιο τους τον εαυτό.
Μιχάλης Αλταλίκης