Την επομένη το μεσημέρι λοιπόν, συνωμοτώντας με την μητέρα μου κατά της γυναικός μου, κάναμε σύμφωνα με το πρόγραμμά μου και μάλιστα με πολύ επιτυχία το αυτοσχέδιο θεατράκι μας κι όπως το υπολόγιζα, έπιασε. Φτού έκανα εγώ μόλις άρχισα να τρώω, δήθεν μασούσα τρίχες κι άρχισα να την μαλώνω.
Έχεις γεμίσει το φαγητό με τρίχες. Καθόλου δεν προσέχεις και συνεχώς τρίχες μασώ όλον αυτόν τον καιρό που μας μαγειρεύεις. Δεν θέλω λοιπόν να μας μαγειρεύεις πλέον, γιατί είσαι απρόσεκτη. Να πας στο σπίτι σου της έλεγα δήθεν θυμωμένος και να τρως εκεί με την ησυχία σου, όσες τρίχες θέλεις. Άκουσες;
Τα έχασε η γυναίκα μου μπροστά στον στημένο κι αναπάντεχο καβγά που της παρουσίασα και μην μπορώντας να δικαιολογήσει την στάση μου, άρχισε να με μαλώνει. Μα τί πράγματα είναι αυτά μ’ εσένα; Δεν φτάνει που κάνει τόσα για μας η μητέρα σου, δεν φτάνει που μας μαγειρεύει, τώρα την προσβάλλεις κιόλας λέγοντας, ότι τάχα το φαγητό της έχει τρίχες; Που τις είδες εσύ τις τρίχες, αφού εγώ δεν είδα καμιά;
Κι ενώ μου έκανε αυτή παρατηρήσεις, έλεγε με κλάματα η μητέρα μου. Να με πας τώρα κιόλας στο σπίτι μου, γιατί είσαι αχάριστος. Δράττοντας την ευκαιρία εγώ, την άρπαξα από το χέρι και φανερά θυμωμένος μαζί της, παράτησα το φαγητό μου πριν ακόμη το τελειώσω και την έβγαζα βιαστικά από το σπίτι.
Άρπαξα στην συνέχεια και την βαλιτσούλα της, την οποία είχε ήδη έτοιμη κοντά στην εξώπορτά μας κι όπως έπρεπε, την έσπρωχνα να βγει γρήγορα έξω, πριν μετανιώσει κι αυτή για όσα επιχειρούσαμε. Αν και συμμετείχε άριστα δηλαδή στο σχεδιασμό μου και με κλάματα ακόμη με αποκαλούσε συνεχώς αχάριστο, εν τούτοις, έβλεπα την στεναχώρια της ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, δεδομένου ότι δεν ήθελε να πληγώσουμε την γυναίκα μου.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, συνέχισε να μου δήλωνε τους φόβους της. Μακάρι να μας βγει σε καλό βρε παιδί μου αυτό που κάνουμε. Να ξέρεις όμως, ότι πολύ φοβάμαι, μην πάθει κάτι τώρα που εμείς φεύγουμε και την αφήνουμε μόνη το σπίτι.
Και καθ’ οδόν για το δικό της σπίτι βέβαια, την ίδια ανησυχία διατηρούσε, αλλά κι όταν την άφησα στην είσοδο της πολυκατοικίας που έμενε, πάλι έλεγε με αγονία. Να επιστρέψεις γρήγορα στο σπίτι σου και μη ξεχάσεις να μου τηλεφωνήσεις. Θέλω να μάθω τι αποτέλεσμα φέραμε. Ακούς;
Ακούω της έλεγα κι όπως έπρεπε, με πολύ γρήγορο τρόπο επέστρεψα στο σπίτι μας, προκειμένου να δω κι εγώ όπως καταλαβαίνετε την αντίδραση της γυναίκας μου, την οποία βέβαια, βρήκα να στέκεται όρθια μπροστά στον πάγκο της κουζίνα της και να απορεί εκεί, από πού και πως να αρχίσει, αλλά και τι να κάνει πλέον, αφού δεν θα υπήρχε άλλος να την απαλλάξει από τις δουλειές που έπρεπε να γίνουν.
Τώρα; Έλεγε σ’ εμένα με απορία μόλις με είδε να επιστρέφω. Τί θα κάνουμε τώρα που έδιωξες από το σπίτι μια γριά γυναίκα; Μα καθόλου δεν ντράπηκες; Ποιος θα κάνει τώρα αυτές τις δουλειές; Ποιος θα μας μαγειρεύει; Κι ενώ έλεγε τέτοια, μια κοιτούσε εμένα και κουνούσε το κεφάλι της επιδοκιμαστικά και μια την κουζίνα που έπρεπε να αποδεχθεί κατ’ ανάγκη, όσο κι αν δεν το ήθελε.
Δεν ξέρω της έλεγα κι εγώ στην προσπάθειά μου να την πιέσω λίγο παραπάνω. Όποιος θέλει, ας φάει τρίχες. Εγώ πάντως, δεν θέλω να φάω άλλες. Αρκετές έφαγα και καλά έκανα και την έδιωξα, γιατί δεν θέλω εγώ μέσα στις κοιλιές των παιδιών μου να φυτρώσουν τρίχες.
Αντιδρώντας αυτή, έλεγε κάπως θυμωμένη. Εγώ όμως, δεν θα μαγειρεύω και να δω τώρα, τί θα φας εσύ από δω και μετά, που θυμώνεις τόσο εύκολα. Ενισχύοντας την θέση μου εγώ, ανταπέδιδα άλλους λόγους στον αντίλογό της. Καλύτερα να πεθάνω νηστικός εγώ όπως και τα παιδιά μας, παρά να μας εγχειρίζουν αύριο, για να βγάλουν τις τρίχες μέσα από τα στομάχια μας. Κατάλαβες;
Τέτοια της έλεγα προκειμένου να χοντρύνω την κουβέντα μας, αλλά και να πολλαπλασιάσω ήθελα τους λόγους που έπρεπε να έχει αυτή, προκειμένου να αναλάβει επιτέλους και την διαδικασία της μαγειρικής.
Έκανε τα κόλπα της εκείνη την μέρα, δήλωσε την άρνηση της, θύμωσε με τους χειρισμούς μου, αλλά κι όταν ήρθε η ώρα να σκεφτεί το πρωί της επομένης, τι θα έπρεπε να φάνε τα παιδιά της, αναγκάστηκε να κάνει το πρώτο βήμα. Κάλεσε την μητέρα μου δηλαδή κι όπως έπρεπε, της ζητούσε να της πει αυτή από τηλεφώνου τι φαγητό να κάνει, όπως και πώς να το μαγειρέψει κι έτσι, άρχισε πια να λειτουργεί σαν ολοκληρωμένη νοικοκυρά, έστω και με βοήθεια στην αρχή.
Όποιο φαγητό κι αν ήθελε να κάνει δηλαδή, το έκανε ροτόντας, αλλά και καλούσε που και που την μητέρα μου να επιστρέψει. Εκείνη όμως έκανε την θυμωμένη μαζί μου, οπότε, δεν ερχόταν. Κάπως έτσι ενεργώντας λοιπόν όλοι μαζί, μπήκε τελικά και στην κουζίνα της η γυναίκα μου και το έκανε οριστικά κι αμετάκλητα πια αυτό. Από τότε και μετά όμως, όπως και η ίδια συνηθίζει να το λέει τώρα, ποτέ ξανά δεν βγήκε έξω από αυτήν.
Αναλογιζόμενος το σύνολο του αποτελέσματος, οφείλω να ομολογήσω, ότι πολύ με βοήθησαν οι οδηγίες του Αμερικάνου καθηγητή, με τον οποίο βέβαια άλλες δύο, ή τρείς φορές επικοινώνησα. Αυτός το επεδίωξε είναι αλήθεια, προκειμένου να πληροφορηθεί μεν τα αποτελέσματά μου, αλλά και να βεβαιωθούν οι μαθητές του, ότι όποια κι αν ήταν αυτά, όχι μόνον με κόπους, αλλά και με γνώσεις αποκτήθηκαν.
Την ίδια ακριβώς βεβαιότητα απέκτησα κι εγώ όμως, όπως και η γυναίκα μου άλλωστε, η οποία, υποχρεώθηκε μεν να σπουδάσει ταχύρυθμα πώς να ζει στο εξής, αλλά όπως κι αν το σπούδασε, το απέδωσε όντως με πολύ μεγάλη επιτυχία. Εμπέδωσε εν ολίγοις, πως να αντιμετωπίζει πρακτικά κι εκ του μηδενός την καθημερινότητα της κι αυτό ήταν που την εμφάνιζε πια εντελώς ολοκληρωμένη, αφού μέσα σε διάστημα τριών μηνών μόνον, κατάφερε έστω και με πολύ κόπο, να τα βάλει όλα κάτω από τον απόλυτο έλεγχο της.
Από κει και μετά, ήταν στο χέρι της πλέον να ανεβάσει τον εαυτό της διανοητικά όσο θα ήθελε και δεν χρειαζόταν, ούτε φυσιοθεραπευτή, ούτε και ψυχίατρο για να το καταφέρει. Το μόνο σοβαρό εμπόδιο που είχε να αντιμετωπίσει πλέον, ήταν ο αμείλικτος χρόνος του ενός έτους που μου έβαλαν οι γιατροί να υπολογίζουμε, ως τελευταίο όριο χρόνου επιδόσεων.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που ανάγκαζε εμένα όπως σας είπα να την πιέζω, προκειμένου να φτάσει σε τέτοιο διανοητικό επίπεδο, που όχι μόνον να μην παρουσιάζει καμιά διαφορά από τους υπόλοιπους ανθρώπους, αλλά και να μην πιστεύει κανείς, ότι αυτή είναι η γυναίκα που πέρασε τόσα πολλά και κάτω από της συνθήκες που σας παρουσίασα και μετά από είκοσι πέντε χρόνια που τώρα σας αναφέρω την ζωή της βεβαίως και ζει.
Προκειμένου να είμαι σίγουρος όμως για το αποτέλεσμα των δικών μου ενεργειών, συνεχώς ενημέρωνα και τον κύριο Σακελαρίου ως χειρούργο, οπότε, μόλις συμπληρώσαμε ένα εξάμηνο από την επέμβαση που της έκανε, ζήτησε να της κάνουμε ένα εγκεφαλογράφημα, προκειμένου να δει κι αυτός, ποιες ήταν οι δυνατότητες του εγκεφάλου της.
Φοβήθηκα είναι αλήθεια όταν το άκουσα, αλά αφού ο γιατρός έλεγε ότι ήταν απαραίτητο, αποφασίσαμε να το κάνουμε και μάλιστα, την ημέρα που αυτός θα μας έλεγε. Κι αφού ετοιμαστήκαμε ψυχολογικά, περιμέναμε απλώς να μας πει και πού θα μας έστελνε προκειμένου να κάνουμε το εγκεφαλογράφημα.
Όταν μας είπε τελικά, ελάτε αύριο να σας δώσω το παραπεμπτικό, έμαθε και η γυναίκα μου από κάποιους φίλους μας, ότι στην πόλη μας τραγουδούσε εκείνες τις μέρες ένας τραγουδιστής της αρεσκείας της, τον οποίο βέβαια, με πολύ χαρά επέμενε να μου λέει ότι ήθελε να ακούσει.
Φοβόμουν να κάνω κάτι τέτοιο, αλλά για να μην χαλάσω την διάθεση της, δέχτηκα τελικά να ικανοποιήσω το αίτημά της. Ο λόγος βέβαια που με υποχρέωνε να φοβάμαι, δεν ήταν αδικαιολόγητος, δεδομένου ότι τα ηχεία αυτών κέντρων αποδίδουν τα τραγούδια τους με όλη τους την ισχύ.
Αυτό δηλαδή ήταν που φοβόμουν, την ισχύ των ηχείων τους. Μη τυχόν και της προκαλούσαν αυτά κάποια βλάβη στον εγκέφαλο της κι αντί να την χαροποιούσα για τους κόπους που κατέβαλε τόσον καιρό, την έστελνα εγώ κι από δικό μου λάθος ξανά στο νοσοκομείο.
Πήγαμε ωστόσο στο κέντρο αφού επέμενε κι από την μεγάλη ένταση που είχαν τα ηχεία τους, στιγμή δεν μπόρεσα να ησυχάσω εγώ. Και για να μην φύγω πρόωρα από την αίθουσα και χαλάσω την διάθεση της γυναίκας μου, αναγκάστηκα να βάλω βαμβάκια στα αυτιά μου, προκειμένου να μειώσω κάπως τον θόρυβό τους.
Όλως παραδόξως όμως, όχι μόνον δεν καταλάβαινε τίποτε η γυναίκα μου, αλλά και τραγουδούσε του καλού καιρού, όποιο τραγούδι κι αν άκουγε από τον τραγουδιστή. Και το ποιο παράξενο ήταν, ότι μετά της δέκα το βράδυ αυτή όπως σας είπα, ούτε ένα λεπτό δεν μπορούσε να μείνει ξυπνητή. Τραγουδώντας όμως μέσα σ’ εκείνη την φασαρία, τίποτε δεν την ένοιαζε.
Ούτε που ήταν ήθελε να ξέρει, ούτε τη ώρα ήταν. Κι όταν της έλεγα κάποια στιγμή, ότι η ώρα είναι τρις το πρωί, έλεγε αυτή αδιάφορα. Έ, και; Φύγαμε ωστόσο από το κέντρο, εκεί κατά τις τέσσερεις το πρωί δηλαδή κι όταν την επομένη πήγαμε στο γιατρό για την διαδικασία της εξέτασης που σας ανάφερα, έλεγα στον γιατρό. Γιατρέ. Έκανα το εγκεφαλογράφημα εχθές το βράδυ εγώ κι όπως διαπίστωσα, ήταν απόλυτα θετικό, οπότε, δεν νομίζω ότι υπάρχει λόγος να το επαναλάβουμε.
Άκουγε βέβαια ο γιατρός, όπως και με ρωτούσε στην συνέχεια να του πω, πως δηλαδή έκανα εγώ ένα εγκεφαλογράφημα και συνέχισε να τακτοποιεί τα χαρτιά που είχε πρόχειρα τοποθετημένα πάνω στο γραφείο του.
Να, του έλεγα. Εχθές το βράδυ και μέχρι της τέσσερις το πρωί, η κυρία από εδώ διασκέδαζε στα μπουζούκια και τραγουδούσε μάλιστα μαζί με τον τραγουδιστή τα τραγούδια του. Δεν πρόλαβα να τελειώσω τον λόγο μου και είδα τον γιατρό να πετιέται όρθιος από την καρέκλα που καθόταν η οποία βρέθηκε στο πάτωμα από το τίναγμα του.
Σαστισμένος στην συνέχεια, έλεγε συνεχώς το ίδιο. Όχι ρε. Όχι αυτή η γυναίκα στα μπουζούκια. Έτρεξε σχεδόν προς την γυναίκα μου μετά κι αφού την αγκάλιασε, έλεγε πάλι το ίδιο. Όχι ρε. Όχι ρε στα μπουζούκια αυτή η γυναίκα και συνέχισε να την ρωτά.
Πώς είσαι κορίτσι μου; Είσαι καλά; Ρωτούσε και ξανά ρωτούσε το ίδιο μη πιστεύοντας αυτό που άκουγε, αλλά κι αυτό που έβλεπε. Καλά είμαι του απαντούσε εκείνη και μια χαρά τα πέρασα εχθές το βράδυ. Με την ψυχή μου τραγούδησα.
Μετά από λίγο, έλεγε και σ’ εμένα. Εδώ που τα λέμε, καλά είπες ότι δεν χρειάζεται να της κάνουμε το εγκεφαλογράφημα. Για παν ενδεχόμενο όμως, είναι καλλίτερα να το επιχειρήσουμε. Όχι ρε στα μπουζούκια αυτή η γυναίκα έλεγε στον εαυτό του ενώ έγραφε την διεύθυνση που έπρεπε να μας στείλει και με το ίδιο σκεπτικό, συμπλήρωνε απευθυνόμενος σ’ εμένα.
Ούτε κι εγώ αντέχω αυτόν τον θόρυβο, γι’ αυτό και ποτέ δεν πάω σ’ αυτά τα μέρη. Απευθυνόμενος μετά προς την γυναίκα μου της έλεγε με απορία. Καλά βρε κορίτσι μου; Πως άντεξες εσύ αυτόν τον θόρυβο; Μου αρέσουν τα τραγούδια αυτού του τραγουδιστή έλεγε αυτή χαρούμενη κι εκεί μέσα αισθανόμουν πολύ ευχάριστα. Τον θόρυβο που εσείς λέτε όμως, εγώ δεν τον κατάλαβα.
Απορώντας ο γιατρός και για τις απαντήσεις που του έδινε, συνεχώς κουνούσε το κεφάλι του αρνητικά, σαν να έλεγε βουβά εκείνο το, όχι ρε αυτή η γυναίκα. Μας έδωσε ωστόσο το παραπεμπτικό κι όντως πήγαμε και κάναμε το εγκεφαλογράφημα που μας ζήτησε κι όπως όλοι μας το θέλαμε, πράγματι ήταν φυσιολογικό.
Χάρηκε ο γιατρός όταν το διαπίστωσε, χαρήκαμε κι εμείς για το καλό αποτέλεσμα κι έτσι, πήραμε την απόφαση να αντιμετωπίσουμε με θάρρος το υπόλοιπο της ζωής μας, αν κι ο κύριος καθηγητής που εγώ τον ξέχασα, μας θυμήθηκε και μέσω του κοινού μας γνωστού, με διεμήνυσε πολύ πικρόχολα, ότι δεν έπρεπε να χαίρομαι και τόσο πολύ, γιατί με όσα καλά κι αν συνέβαιναν στην γυναίκα μου, αυτή δεν θα έχει παραπάνω από πέντε, ή έστω επτά χρόνια ζωής ακόμη.
Στενοχωρήθηκα για τον ξεπεσμό του κι ακόμη απορώ είναι αλήθεια, πως μπορεί να σκέφτεται ένας καθηγητής της νευροχειρουργικής και δεν ξέρω πως μπορεί να υπολογίζει ένας τέτοιος γιατρός την ζωή ενός ανθρώπου. Το ότι δεν επέτρεψα στους εμπόρους γιατρούς των Αθηνών κι όχι μόνον, να διαμελίσουν την γυναίκα μου για τους λόγους που αυτοί ήθελαν, είχε σαν αποτέλεσμα, να ζει αυτή έστω και κάτω από τις συνθήκες που σας ανάφερα, έστω και για πέντε ή επτά χρόνια ακόμη κατά την εκτίμησή του.
Το ότι ζούσε όμως αντί να είναι πεθαμένη και διαμελισμένη και το ότι μαχόταν εκείνο το διάστημα να μάθει πως να ζει από την αρχή πλέον κι εκ του μηδενός, έστω κι αν την εμπόδιζαν όλες εκείνες οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε, έστω κι αν την ταλαιπωρούσα εγώ, με όσα την ανάγκαζα να κάνει εργαζόμενη γι’ αυτόν τον σκοπό, ήταν τόσο ασήμαντο γι’ αυτόν τον καθηγητή, πού την άφησε να πεθάνει αβοήθητη; Κι αν ζούσε, μόνον για άλλα επτά χρόνια όπως το προσδιόριζε εκείνος, δεν ήταν σαφώς καλύτερα από το ήταν πεθαμένη;
Θυμωμένος όμως και πάλι μαζί του, του έστειλα κι εγώ το δικό μου μήνυμα κι αυτό ήταν το ίδιο μ’ εκείνο που είπα στους Αθηναίους γιατρούς, οι οποίο όλως τυχαία περνούσαν κάτω από το νοσοκομείο που αυτός άφηνε την γυναίκα μου να πεθάνει αβοήθητη, προκειμένου να της πάρουν τα ζωτικά της όργανα μόλις θα πέθαινε.
Να του πεις λοιπόν, ότι θα πεθάνει η γυναίκα μου, μόνον τότε κι όταν εγώ θα το θελήσω. Και δεν υπάρχει καμιά, μα καμιά περίπτωση να πεθάνει αυτή νωρίτερα από αυτό το ενδεχόμενο, όσο κι αν αυτός ο κατ’ ευφημισμόν καθηγητής θέλει να το προβλέπει.
Εκτός αυτού. Να του πεις ακόμη, ότι ο βοηθός του, αυτός δηλαδή που δεν δίστασε να εγχειρίσει την γυναίκα που ο καθηγητής του άφησε να πεθάνει αβοήθητη, χαίρεται τώρα που την βλέπει να ζει και χαίρεται διπλά, γιατί είδε την συμμετοχή του Θεού στην δική του προσπάθεια κι από τότε και μετά, δεν σταματάει να προτρέπει κι εμένα στο να ελπίζω, ότι αν ο Θεός δει το ενδιαφέρον μου για την γυναίκα μου, θα μου την χαρίσει, επιτρέποντας της να ζήσει όσο Αυτός βέβαια θέλει και όχι όσο εμείς σαν άνθρωποι θέλουμε να ελπίζουμε.
Άφησα άφωνο εκείνον τον κοινό μας γνωστό να σκέφτεται αυτά που του είπα, εις απάντηση των όσων ο ίδιος μου μετέφερε εκ μέρους του κακού καθηγητού γιατρού, αλλά και σκεπτόμενος την στάση του, φιλοσοφούσα λέγοντας στον εαυτό μου.
Δεν ξέρω αν ο Θεός έβλεπε το δικό μου, ή το ενδιαφέρον του χειρούργου, που δεν δίστασε να εγχείρισε την γυναίκα μου πεθαμένη, προκειμένου να δώσει αυτός το δικαίωμα στον Θεό να κάνει όσα ήθελε. Κι αφού Αυτός ήθελε να ζήσει η γυναίκα μου, ζει αυτή τώρα και το επιβεβαιώνω αυτό, αν κι από τότε που έγινε η συγκεκριμένη στιχομυθία μέχρι και σήμερα, πέρασαν όχι επτά χρόνια μάξιμουμ όπως πρόβλεψε εκείνος ο φτωχός καθηγητής, αλλά είκοσι πέντε χρόνια.
Εκείνος βέβαια, μπορεί να αδιαφορεί τελείως για το αποτέλεσμα, αφού έμαθε να αδιαφορεί για την ανθρώπινη ζωή. Εγώ όμως, μαζί με τον χειρούργο μας βέβαια, κύριο Σακελαρίου, είμαι πολύ ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα όπως κι αν εξελίχθηκε.
Αλλά κι εξακολουθώ να επιβραβεύω τον εαυτό μου για το ότι δεν συναίνεσα τότε, στο να παραδώσω δηλαδή τα εντόσθια της γυναίκας μου σ’ εκείνους τους γιατρούς από την Αθήνα, αφού εξαιτίας της δικής μου αντίδρασης, ζει ακόμη η γυναίκα μου δόξα τω Θεώ.
Εγώ δε, ασφαλώς και δεν είμαι χήρος, τα παιδιά μου εξακολουθούν να έχουν από τότε την μητέρα τους και τα εγγόνια που αποκτήσαμε εν τω μεταξύ, έχουν γνωρίσει την γιαγιά τους, αλλά και πολύ απλά ελπίζω, να την γνωρίσουν και τα δισέγγονα μας, αν βέβαια μας το επιτρέψει ο Θεός.
Για να επανέλθω όμως στην εποχή που αναφέρομαι, σε μια από εκείνες τις τακτικές επισκέψεις που κάναμε προς τον χειρούργο, τον ακούσαμε να μας λέει ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι αφού κλείσαμε ένα χρόνο από τότε που κάναμε την επέμβαση στον εγκέφαλο της γυναίκας μου, έπρεπε να της κάνουμε και μια μαγνητική αγιογραφία, προκειμένου να δει αυτός ως γιατρός, μήπως έχει και κάποιο άλλο ανεύρυσμα, οπουδήποτε αλλού στο σώμα της.
Τότε που της άνοιξα το κεφάλι έλεγε, δεν είχα περιθώρια χρόνου να ψάχνω τέτοια πράγματα. Αφού λοιπόν πέρασε ένας χρόνος κι από κάθε άποψη είμαστε καλά πλέον, θέλω να δω τώρα αν υπάρχει άλλο ανεύρυσμα στο σώμα αυτής της γυναίκας. Κι ο λόγος που το ζητώ μεταγενέστερα είναι όντως αναγκαίως, δεδομένου ότι πολλές πιθανότητες υπάρχουν, ώστε να βρεθούν κι άλλα ανευρύσματα στο σώμα της, βάση δεοντολογίας πάντα.
Αν λοιπόν υπάρχει έστω κι ένα τέτοιο, καλό είναι να επέμβουμε σ’ αυτό πριν ακόμη προλάβει να σπάσει, γιατί αν κάνει στα κρυφά κάτι τέτοιο, τότε θα είναι πάλι επικίνδυνο για το κορίτσι μας κι αυτό, βεβαίως και δεν θα ήθελα να το αντιμετωπίσουμε για δεύτερη φορά. Κατάλαβες; Επειδή όμως δεν υπάρχει μαγνητικός αγγειακός τομογράφος στην πόλη μας, θα πρέπει να πάτε στην Αθήνα γι’ ατή την εξέταση.
Αυτά λοιπόν μας είπε ο χειρούργος κι αφού αυτή ήταν η θέση του, ότι κι αν σκέφτηκα να του πω εγώ, όσες δικαιολογίες κι αν του προέταξα στην προσπάθειά μου να αποφύγουμε την εξέταση, εκείνος επέμενε να λέει τα ίδια και μάλιστα πολύ κατηγορηματικά.
Κι αφού έτσι έπρεπε να κάνουμε, πήγαμε τελικά στην Αθήνα και κάναμε την εξέταση, η οποία κράτησε είκοσι λεπτά για την ακρίβεια κι όχι χωρίς άγχος και αγονία για το αποτέλεσμα. Ευτυχώς για μας όμως, δεν βρέθηκε πουθενά ανεύρυσμα κι έτσι, ησυχάσαμε εμείς όπως κι χειρούργος βέβαια, ο οποίος μάλιστα εμφανώς συμμεριζόταν την αγωνία μας, αφού ούτε κι αυτός ήθελε να δει την προσπάθεια του να προβληματίζεται επιπλέον.
Παρ’ όλα αυτά όμως, όσο σκληρά κι αν προπονήσαμε τον εγκέφαλο της γυναίκας μου και για έναν ολόκληρο χρόνο μάλιστα, εντούτοις, αυτός εξακολουθούσε να μην λειτουργεί επαρκώς, πράγμα που φανερά το βεβαίωναν τα δυό όμορφα γαλανά της μάτια.
Ήταν ακόμη θολά δηλαδή αυτά και ήταν έτσι θολά, όπως ακριβώς είναι τα μάτια κάποιου που εκ του φυσικού του είναι καθυστερημένος. Αυτό δε από μακριά μπορώ να πω ότι φαινόταν, ή εύκολα έλεγες όταν το έβλεπες ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτήν την γυναίκα, πράγμα βέβαια που με τίποτε δεν ήθελα να το βλέπω εγώ.
Αυτός άλλωστε ήταν κι ο λόγος που την πίεζα πολύ περισσότερο στο εξής. Ήθελα δηλαδή να διώξω γρηγορότερα την θολούρα που έβλεπα στο πρόσωπό της, γιατί αυτή χαλούσε αισθητά την γυναικεία όψη της. Κι επειδή υποσχέθηκα στους γιατρούς του νοσοκομείου, ότι θα τους την πήγαινα όταν θα κλείναμε ένα χρόνο από την μέρα που μου επέτρεψαν να την πάρω στο σπίτι με δική μου ευθύνη, δεν ήθελα να το κάνω, για να μην δουν κι αυτοί, αυτό που δεν άρεσε και σ’ εμένα να βλέπω.
Το συνολικό αποτέλεσμα της γυναίκας μου βέβαια ήταν υπέρ αρκετό ώστε να μην διστάζω να τους το παρουσιάσω, αφού όπως σας είπα, ζούσε όχι μόνον αυτόνομα πια, για το χρονικό διάστημα που μου όρισαν ως τελεσίδικο χρόνο της εξέλιξης της, αλά και συμπαραστεκόταν άψογα, σε όλες τις οικογενειακές μας ανάγκες.
Δεν πήγα λοιπόν να τους την παρουσιάσω τότε, γιατί έτσι όπως ήταν εκείνο το διάστημα, δήλωνε όπως σας είπα καθυστερημένη κι αυτό όντως δεν μπορούσα να το δεχθώ, δεδομένου ότι ήθελα να την βλέπω να υπάρχει στο υπόλοιπο της ζωή της, όπως αν δεν θα της είχε συμβεί τίποτε από όλα αυτά που πέρασε και σας ανάφερα.
Αδιαφορώντας λοιπόν εμείς για τα ιατρικά δεδομένα, αυτά που όριζαν δηλαδή τον χρόνου ανάπτυξης ενός μυαλού που έχει υποστεί ότι και της γυναίκας μου, πέσαμε όλοι μαζί στην δουλειά και στην προσευχή, τόσο εγώ και η γυναίκα μου, όσο κι πνευματικός μου με τους μοναχούς της μονής τους.
Εργαζόμενοι λοιπόν, αλλά και προσευχόμενοι όλοι μαζί, πετύχαμε ώστε να προκαλέσουμε πάλι το ενδιαφέρον του Θεού, Ο Οποίος μας επέτρεψε να ταλαιπωρηθούμε βεβαίως, αλλά και μετά από προσπάθειες δυόμιση ετών περίπου, να ανεβάσουμε με το ενδιαφέρον μας το διανοητικό επίπεδο της γυναίκας μου τόσο, που να καθαρίσουν πλέον τα θολά της μάτια και τίποτε πάνω σ’ αυτήν να μην θυμίζει όσα πέρασε.
Όταν πια απέκτησε το νέο της πρόσωπο, τότε μόνον αποφάσισα να την παρουσιάσω στους γιατρούς του νοσοκομείου, οι οποίοι όσο κι αν το προσπάθησαν, δεν μπόρεσαν να αναγνωρίσουν στο πρόσωπο της γυναίκας μου, την γυναίκα που αυτοί είχαν στο νοσοκομείο τους, όταν επανήρθε στην ζωή από πεθαμένη και βρισκόταν σε νηπιακή κατάσταση.
Μιχάλης Αλταλίκης