Απρίλιος Του 1990

 Ωστόσο όμως, φτάσαμε στον Απρίλιο μήνα εκείνης της χρονιάς κι όπως είχαν προγραμματιστεί από τον προηγούμενο Νοέμβριο, έγιναν τελικά οι εκλογές στις αρχές του μήνα με γνώμονα την κάθαρση, όπως υποσχόταν η ΝΔ με αρχηγό της τον Μητσοτάκη.

Όπως εκ των πραγμάτων αποδείχτηκε όμως, προκάλεσε αυτός εκείνες τις παραπομπές κατά του Παπανδρέου και των υπουργών του, όχι για να κάνει κάθαρση όπως υποσχόταν σ’ εμάς τους ψηφοφόρους, αλλά για να κλέψει με αυτόν τον τρόπο την ψήφο μας, προκειμένου κάνει εκείνος αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Αν και πάλι πήρε καλά ποσοστά στις συγκεκριμένες εκλογές, εν τούτοις, πάλι δεν στάθηκε δυνατόν να κάνει μόνος του κυβέρνηση. Για να βγάλει λοιπόν 151 έδρες που του χρειαζόταν, αναγκάστηκε να τον στήριξε τότε ο μοναδικός βουλευτής άλλου κόμματος.

Αδύναμος όμως καθώς ήταν κι οριακά υπάρχον ως κυβέρνηση, άντεξε τελικά μέχρι και τον Οκτώβριο του 1993. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα βέβαια, κάνοντας δίκη επί δίκης τον αρχηγό, όπως και τους υπουργούς του ΠΑΣΟΚ, έβαλε την ζωή της βουλής στα σπίτια μας, την οποία όλοι μας παρακολουθούμε ως σίριαλ, αν και χωρείς κανένα ουσιώδες αποτέλεσμα.

Με τα πολιτικά, όπως και με τους πολιτικούς, ποτέ δεν είχα καλή σχέση, γιατί όπως κι άλλες φορές το ανάφερα, δεν έβλεπα πουθενά και σε κανένα από αυτούς να έχει πραγματικό ενδιαφέρον για την πατρίδα μας όπως και για τον λαό της.

Εκείνη λοιπόν, η κάθε τόσο και για άσκοπους λόγους πολιτική αναμέτρηση μεταξύ των κομμάτων, πολύ με άγχωνε τότε. Εκείνες όμως οι άστοχες ενέργειες που έκαναν οι ιθύνοντες της εταιρεία μας, με άγχωναν ακόμη περισσότερο, γιατί αυτές είχαν άμεση επίπτωση στην προσωπική μου εργασιακή ζωή κι εφόσον δεν μπορούσα να βρω άλλη σχέση εργασίας, αυτό δεν με άγχωνε μόνον, αλλά και με βασάνιζε.

Επειδή κανείς και τίποτε πλέον δεν μπορούσε να με απαλλάξει από τον προαναφερόμενο βασανισμό μου, παρέμενα κι εγώ υπομονετικά στην θέση μου, έως ότου βρεθεί κάτι επιτέλους και με ανακουφίσει.

Όταν μπήκαμε πια και στο καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, πήρα την άδεια μου κι ανακουφίστηκα κάπως από την ταλαιπωρία που ζούσα μέχρι τότε, γι’ αυτό και με χαρά ετοίμαζα τα πράγματα μας, προκειμένου να πάμε και πάλι στην Πελοπόννησο για τις οικογενειακές μας διακοπές.

Κι ενώ ετοιμαζόμασταν εμείς, μας πρόλαβε ο οικογενειακός μας φίλος, ο ποίος και μας έλεγε, ότι αν θέλαμε, μπορούσαμε να πάμε και πάλι στα Βρασνά, εκεί δηλαδή που για αρκετά χρόνια κάναμε μαζί του τις διακοπές μας κι ότι μπορούσαμε να μείνουμε μάλιστα στο δικό του σπιτάκι, από αυτά που ήταν πάνω στην άμμο και λίγα μέτρα μόνον από το κύμα όπως κι άλλες φορές σας το ανάφερα.

Μας έλειψαν αυτού του είδους οι διακοπές, γι’ αυτό και χωρείς δεύτερη κουβέντα τις αποφασίσαμε κι αφού ήμασταν ήδη έτοιμοι προς αναχώρηση, την άλλη μέρα κιόλας φτάσαμε στο γνωστό μας χώρο, αποφασισμένοι να περάσουμε ένα μήνα διακοπών εκεί και προπαντός, μακριά από το άγχος της καθημερινότητας.

Όταν φτάσαμε όμως, είδαμε να μας περιμένει εκεί η κακία αν θέλετε; Η ζήλια; Ή και εγώ δεν ξέρω πως να το ονομάσω αυτό, γιατί αυτοί που έμεναν στα σπίτια τους μεν, αλλά πίσω από τα δικά μας κι έκαναν παράνομες πολυκατοικίες πάνω στην άμμο, δεν ήθελαν να έχουν στον ίδιο χώρο με αυτούς άλλους παράνομους σαν κι εμάς και μάλιστα μπροστά από αυτούς.

Κι επειδή δεν μας ήθελαν μπροστά τους, έσπασαν θυμωμένοι τα τσάμια των παραθύρων μας, αλλά και γέμισαν με χαλίκια τον σωλήνα της τουλούμπας που είχαμε εκεί, ώστε να μην μπορούμε να πιούμε νερό.

Ένας από αυτούς όμως, ντράπηκε για όσα μας έκαναν οι υπόλοιποι, γι’ αυτό και μας έδωσε την δυνατότητα ώστε να παίρνουμε νερό από το δικό του σωλήνα κι έτσι καλύψαμε τις ανάγκες μας για όσο καιρό θα μέναμε στην ίδια με όλους παραλία.

Το νερό που χιαζόμασταν όμως, έπρεπε να το μεταφέρω εγώ με μπιτόνια, τα οποία επίσης μας προμήθευσε ο άνθρωπος και να τα μεταφέρω μάλιστα αυτά με τα χέρια στο σπίτι μας, από μια απόσταση πενήντα μέτρων περίπου.

Βλέποντας τον κόπο μου ο καλός και μεταμεληθείς γείτονας, ήθελε να με βοηθήσει και στην μεταφορά του νερού είναι αλήθεια, αλλά λόγω ηλικίας του και των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, δεν μπορούσε να σηκώσει εκείνα τα τριαντάλιτρα μπιτόνια, γι’ αυτό και του έλεγα με κατανόηση.

– Διακοπές έχουμε κύριε Χρήστο. Άφησέ με να τα μεταφέρω μόνος μου. Κι αν χάσουμε κανένα κιλό μεταφέροντάς τα, καλό θα μας κάνει. Ποιο καλό όμως θα μας κάνει, να συνειδητοποιήσουμε, ότι όχι μόνον τα μπιτόνια, αλλά και την κακία των συνανθρώπων μας να σηκώσουμε και μάλιστα ευχαρίστως. Τί λες; Έτσι είναι, ή όχι;

– Έτσι είναι γείτονα. Μόνο που αυτό που λες, είναι πολύ δύσκολο να το κάνει κανείς, γι’ αυτό κι όλοι μας το αποφεύγουμε.

Αυτά είπαμε μ’ εκείνον τον καλό πλέον γείτονα και με την βοήθειά του  περνούσε το καλοκαίρι μας ευχάριστα, όπως και τα προηγούμενα χρόνια άλλωστε, αλλά και κουβαλώντας νερό με τα μπιτόνια, κανένα κιλό δεν χάσαμε.

Τελειώνοντας ο Ιούλιος μήνας όμως, ήρθε να μείνει μαζί μας κι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που μέναμε κι όταν είδε την ζημιά που έκαναν στην τουλούμπα του οι γείτονές μας, θύμωσε τόσο πολύ μαζί τους, που έψαχνε να βρει ποιος ήταν αυτός που την έκανε, ώστε να τον τιμωρήσει όπως του άξιζε, αφού όταν αυτός θα έμενε μόνος του εκεί, δεν θα μπορούσε να μεταφέρει νερό για τις ανάγκες του σπιτιού του από τέτοια απόσταση.

Αφήσαμε τον οικογενειακό μας φύλο να κάνει μόνος τις διακοπές του, τις οποίες προγραμμάτισε για τον Αύγουστο μήνα κι εμείς, σύμφωνα με το δικό μας πρόγραμμα, επιστρέψαμε στο σπίτι μας, προκειμένου να πάμε τα παιδιά μας στο Βελβεντό μετά από λίγες μέρες, εξαντλώντας εκεί το υπόλοιπο των διακοπών τους, μέχρι να ανοίξουν τα σχολεία.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *