Όταν λοιπόν έμαθα να κάνω έστω και μικρές βόλτες με την βάρκα μου χρησιμοποιώντας τα πανιά της, προσκαλούσα και την γυναίκα μου να με συντροφεύει σ’ αυτές, θέλοντας να εξευμενίσω κάπως την αντίδραση της για όσα υπέφερε εξαιτίας μου, αλλά και να της δείξω ήθελα, πόσο συναρπαστικό θα ήταν και γι’ αυτήν, το να απολαύσει μια μικρή έστω ιστιοπλοϊκή διαδρομή με την ωραία βάρκα μας.
Όσο κι αν την παρακαλούσα όμως, ποτέ της δεν δεχόταν την πρόσκληση μου. Όπως έλεγε, φοβόταν να μπει σ’ εκείνη την βάρκα, αν και δεν μπορούσε να προσδιορίσει τον ακριβή λόγο του φόβου της.
Ήξερε πολύ καλό κολύμπι και μάλιστα καλύτερο κι από μένα, αλλά σε κείνη την βάρκα που έβλεπε να είναι γεμάτη από σανίδες, πανιά, σχοινιά και πανύψηλο κατάρτι, φοβόταν να μπει, γι’ αυτό και συνεχώς απέρριπτε τις προσκλήσεις μου.
Κι όσο έβλεπε, ότι σε πολλές από κείνες τις βόλτες που έκανα μόνος μου εγώ, μου έσπαζαν από τον δυνατό αέρα, πότε τα συρματόσχοινα που συγκρατούσαν το κατάρτι της και πότε κάποιο από εκείνα τα πέντε ξύλινα μέρη που το αποτελούσαν, δεν έπαιρνε την απόφαση να δεχτεί την πρόσκληση μου.
Ξεγελάστηκε όμως ένα απόγευμα και ήρθε επιτέλους να κάνει μαζί μου, την ήρεμη βόλτα που της υποσχόμουν. Άφησε τον μικρό μας Κωνσταντίνο στην μητέρα της κι αφού κάθισε εκεί όπου της υπέδειξα, ξεκίνησα να κάνω μαλακά την πρώτη μας κοινή βόλτα, ώστε να μη την τρομάξω με κάποια απότομη κίνηση μου.
Όπως έκανα και με όλους τους άλλους που έβαζα στην βάρκα όμως για μια τέτοια βόλτα, θέλησα να ενημερώσω και την γυναίκα μου για όσα θα έπρεπε να κάνει αυτή, σε περίπτωση που κάτι δεν πήγαινε καλά, ή που κάποιος ξαφνικός αέρας μας επισκεπτόταν από το πουθενά και μας προκαλούσε μικρά ή και μεγάλα πρόβλημα, γι’ αυτό και της έλεγα.
– Ωραία είναι και θα σου αρέσει η βόλτα με τα πανιά. Επειδή όμως έχουμε να κάνουμε με τον αέρα, αν τυχόν και μας κάνει αυτός την εμφάνιση του ξαφνικά, εσύ δεν πρέπει να φοβηθείς, αλλά να καθίσεις ήσυχη, εκεί που τώρα βρίσκεσαι.
Αν για κάποιο λόγο χρειαστεί όμως, θα σου ζητήσω να μετακινηθείς λίγο αριστερά, ή λίγο δεξιά ενδεχομένως, έτσι ώστε να ελέγξω εγώ το ανάλογο αντίβαρο που πρέπει να βάλω, στην όποια πίεση προκαλέσει ο αέρας στα πανιά μας.
Για παν ενδεχόμενο σου τα λέω όλα αυτά και το κάνω αυτό όπως ακριβώς κάνει κι ο πιλότος στο αεροπλάνο, όταν ενημερώνει τους επιβάτες του μετά από την απογείωση του.
Ναι. Καταλαβαίνω έλεγε αυτή, αλλά κι από τον φόβο της για όσα άκουσε, γαντζώθηκε από τις κουπαστές όπως έβλεπα να κάνει. Δεν πρόλαβα να πάω όμως ούτε πενήντα μέτρα διαδρομής από την ακτή προς τα μέσα και μας πλάκωσε ένα πολύ δυνατό μπουρίνι.
Εμφανίστηκε στα ξαφνικά αυτό και είχε μέτωπο από την θάλασσα προς την ξηρά. Έμαθα βέβαια μερικά πράγματα από ιστιοπλοΐα, αλλά από ότι φάνηκε εκείνη την στιγμή, αυτά δεν ήταν αρκετά ούτε και για μια βόλτα κοντά στην παραλία κάτω από τέτοιες συνθήκες.
Δεδομένου ότι για μια μικρή βόλτα θα έμπαινα στην θάλασσα, δεν συμβουλεύτηκα τον καιρό όπως θα έπρεπε, αλλά ούτε και την ανάλογη πείρα εντοπισμού της άφιξης του αέρα από την θάλασσα διέθετα, γι’ αυτό και δεν εντόπισα έγκαιρα τον ερχομό του.
Αν τον εντόπιζα, σίγουρα θα απέφευγα να κάνω εκείνη την επικίνδυνη για μας απογευματινή βόλτα όπως αποδείχτηκε, γιατί μέχρι να καταλάβω τι γινόταν και μέχρι να σκεφτώ το πως έπρεπε να αντιδράσω όταν είδα τον φόβο να είναι ζωγραφισμένος στο πρόσωπο της γυναίκας μου, βρεθήκαμε παράλληλα μεν, αλλά πέντε χιλιόμετρα μακριά από την θέση μας.
Φοβισμένη η γυναίκα μου, απεγνωσμένα ζητούσε να την βγάλω έξω στην ξηρά, αν κι εγώ προσπαθούσα να βρω τρόπο ώστε να την καθησυχάσω, αλλά χωρείς αποτέλεσμα, δεδομένου ότι και έκλαιγε αυτή πια από τον φόβο της.
Καταλάβαινα βέβαια τον φόβο της αν και δεν τον δικαιολογούσα, αφού και καλή κολυμβήτρια ήταν και η απόσταση που βρισκόμασταν από την ακτή, δεν ξεπερνούσε τα πενήντα μέτρα.
Τα κύματα που έβλεπε να σκάζουν στην ακτή, ήταν αυτά που την έκαναν να φοβηθεί τόσο πολύ, αφού ο δυνατός αέρας τα ύψωσε υπερβολικά για τα μέχρι τότε γνωστά σε μας δεδομένα.
Αλλά κι ο θόρυβος που προκαλούσαν αυτά όταν έσκαζαν στην ακτή ήταν τέτοιος που όντως την έκαναν να τρομοκρατηθεί. Τον ίδιο φόβο είχα κι εγώ βέβαια, γι’ αυτό και δεν επιχειρούσα την έξοδο μας προς την ακτή.
Φοβόμουν να το κάνω, γιατί βγαίνοντας έξω, θα μας προλάβαιναν τα κύματα την στιγμή που θα σκάλωνε η βάρκα μας στην άμμο και τότε θα γινόταν πολύ επικίνδυνα αυτά για μας, αλλά και γι’ αυτήν.
Δεν είχα όμως κι άλλη επιλογή από το να επιχειρήσω την έξοδο μας, γιατί όσο καθυστερούσα να την κάνω, άλλο τόσο και απομακρυνόμουν από την θέση μας κι αυτό πολύ με προβλημάτιζε.
Εκτός αυτού, δεν μπορούσα να συγκρατήσω περισσότερο την γυναίκα μου στην θέση της, αφού ήδη με απειλούσε, ότι θα πέσει στην θάλασσα προκειμένου να γλυτώσει.
Σαν είδα όμως, ότι το πέμπτο μέρος του καταρτιού, αυτό που ήταν στο ψηλότερο σημείο του να κρέμεται σπασμένο από την πίεση του αέρα, τότε μόνον αποφάσισα να κάνω την έξοδο μας όσο γινόταν πιο ψύχραιμα για μας, αδιαφορώντας τελείως για τις όποιες συνέπειες θα είχε να υποστεί η βάρκα μας, από εκείνη την αναγκαστική μας προσάραξη.
Παρόλα αυτά όμως, ήθελα να είμαι νηφάλιος, ώστε να μπορέσω να μας βγάλω όλους έξω με ασφάλεια, γι’ αυτό κι αδιαφορούσα για της διαμαρτυρίες που μου έκανε φοβισμένη η γυναίκα μου, η οποία συνεχώς επαναλάμβανε το ίδιο.
– Τι στα κομμάτια ήθελα εγώ να μπω σ’ αυτή τη βάρκα και να κινδυνεύω τώρα στα καλά καθούμενα; Άλλη φορά δεν μπαίνω εγώ μέσα στην βάρκα σου, μακάρι να σε δω να με παρακαλάς γονατιστός.
Αλλά επίτηδες το έκανες αυτό. Θέλησες να με φοβίσεις ώστε να μη θέλω να έρθω άλλη φορά μαζί σου. Να ξέρεις όμως, ότι εγώ δεν πρόκειται να μπω ξανά στην βάρκα σου, ότι και να γίνει.
Όπως σας είπα όμως, ήμουν δεν ήμουν πενήντα μέτρα μέσα και μακριά από την ακτή. Είχα παράλληλη πορεία με αυτήν και η κατεύθυνση που αναγκαστικά πια ακολουθούσα, ήταν αυτή που μας οδηγούσε προς τα Κερδύλια.
Μη θέλοντας λοιπόν να βρεθώ εκεί, έστριψα αποφασιστικά το τιμόνι της βάρκας αριστερά κι έβαλα τον αέρα να με σπρώχνει από την πλάτη πια. Χαλάρωσα με αυτή την κίνηση το μεγάλο της πανί και έτσι όπως ήταν αυτό, σχημάτιζε ορθή γωνία με το σώμα της βάρκας κι αφού γέμισε με αέρα, μας έσπρωχνε ύστερα ελεγχόμενα μεν, αλλά και με δύναμη προς στην ακτή.
Όταν όμως βρεθήκαμε στο σημείο που τα κινούμενα προς την ακτή κύματα συναντούν τα επιστρεφόμενα από την αμμουδιά κι εκεί όπου τα δύο μαζί έσκαζαν όλα μαζί στην ακτή, μας σήκωσαν αυτά ψηλά και κοντά στα δύο μέτρα περίπου κι από εκεί πάνω μας πέταξαν με πολύ δύναμη στην ακτή, βάρκα κι επιβάτες.
Ευτυχώς για μας, τίποτε δεν σπάσαμε και κανένα μέλος του σώματος μας δεν ταλαιπωρήθηκε από κείνη την πτώση, αν και βρεθήκαμε έξω από την βάρκα, φορτωμένοι με φύκια και ξαπλωμένοι στην αμμουδιά.
Σηκώθηκα αμέσως εγώ κι όπως ήταν επιβεβλημένο πια αυτό, βοήθησα την γυναίκα μου να απομακρυνθεί κι αυτή από το σημείο που έσκαζαν τα κύματα. Επέστρεψα όμως να προστατέψω και την βάρκα μας, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά.
Όπως το φοβόμουν αυτό, γέμισε αυτή από άμμο, φύκια, χαλίκια, όπως κι από τα θαλασσινά νερά και το κυρίως σώμα της, είχε γίνει ένα με την παραλία.
Τα κύματα δε, την χτυπούσαν με πολύ δύναμη, λες και ήθελαν να την καταστρέψουν, για να μη απολαμβάνουμε στο εξής εμείς, την χαρούμενη πλευρά της.
Την λυπήθηκα έτσι όπως την έβλεπα να χτυπιέται με λύσσα κι επειδή δεν μπορούσα να την εγκαταλείψω εκεί και στην τύχη της παραμένοντας άπραγος, επέτρεψα στην γυναίκα μου να επιστρέψει μόνη της στην έδρα μας.
Ήταν μακριά μεν αυτή αλλά όχι κι επικίνδυνη, δεδομένου ότι ήταν γεμάτη από λουόμενους η παραλία εκείνη την ώρα. Της έδωσα και εντολή όμως να πει στον αδελφό της το σημείο που προσαράξαμε, ώστε να έρθει αυτός να με βοηθήσει, γιατί μόνος μου δεν μπορούσα να ελευθερώσω την βάρκα μας από τον εγκλωβισμό της και σίγουρα δεν μπορούσα μόνος μου να την επιστρέψω στην έδρα μας.
Ήταν γεμάτη η περιοχή από λουόμενους όπως είπα, αλλά ήταν έρημη ακόμη από κατοίκους και σπίτια, γι’ αυτό και φοβόμουν να την αφήσω μόνη της εκεί.
Ανησυχούσα μη μου την πάρει κανείς όπως καταλαβαίνετε, όταν νύχτωνε και σταματούσε να φυσά εκείνος ο μανιασμένος αέρας κι εγκαταλειμμένη πια αυτή θα έμενε αφύλακτη.
Περίμενα αρκετή ώρα βέβαια, αλλά ήρθε τελικά ο κουνιάδος μου και με την δική του βοήθεια ελευθερώσαμε την βάρκα, τόσο από τα νερά, όσο κι από την άμμο που ήταν φορτωμένη κι όπως το μελετήσαμε αυτό πριν το επιχειρήσουμε, προσπαθήσαμε να την ρίξουμε στην θάλασσα, αφού όπως σας είπα, ήθελα να την επιστρέψω στην έδρα μας.
Και δεν σας κρύβω τώρα, ότι κάναμε πολλές προσπάθειες γι’ αυτό το σκοπό, αλλά σε καμιά από αυτές δεν καταφέραμε να ρίξουμε την βάρκα στην θάλασσα, γιατί τα κύματα όπως σας είπα ήταν πολύ ψηλά και κάθε φορά που εμείς προσπαθούσαμε να την βάλουμε σε πορεία, αυτά δεν μας το επέτρεπαν, γεμίζοντας την ξανά και ξανά με νερά και άμμο.
Κουραστήκαμε πια προσπαθώντας να κάνουμε το αδύνατο δυνατό, γι’ αυτό και είπα στον κουνιάδο μου λαχανιασμένος κάποια στιγμή.
– Άδικα κουραζόμαστε. Αφού δεν μπορούσαμε εμείς να την βάλουμε σε πορεία, ποιος άλλος εκτός από μας θα μπορούσε να κάνει το ίδιο, ώστε να μας την κλέψει;
Αυτό σκεπτόμενοι, συμμαζέψαμε τα εξαρτήματα της και την αφήσαμε εκεί γεμάτη από άμμους και νερά να περιμένει την επιστροφή μας κι εμείς γυρίσαμε με τα πόδια στην έδρα μας, αν και πολύ κουρασμένοι από τις πολλές μας προσπάθειες.
Την επομένη το πρωί όμως κι αφού εξαφανίσθηκε πια το μπουρίνι, πήγα ξανά στο σημείο που την προσάραξα, όπου και την βρήκα άθικτη στην θέση της, αλλά και φορτωμένη με τα ίδια υλικά.
Την καθάρισα με την ησυχία μου στην συνέχεια κι αφού τίποτε πια δεν με εμπόδιζε, την έριξα μόνος στην θάλασσα κι αφού την έβαλα σε πορεία επιστροφής, μετά από είκοσι λεπτά διαδρομής περίπου, σιγά, σιγά και χωρείς την βοήθεια του ανέμου, την επέστρεψα στην έδρα μας.
Από τον φόβο που πήρε η γυναίκα μου όμως, ποτέ ξανά δεν τόλμησε να μπει στην βάρκα μας. Χρειάστηκε να περάσουν δέκα χρόνια μετά από κείνο το συμβάν και τότε μόνο επιχείρησε αυτή να κάνει επιτέλους μια βόλτα μαζί μου, την οποία όντως κι απόλαυσε, αφού κανένας αέρας τότε δεν μας εμπόδισε.