Θα πρέπει να σας θυμίσω τώρα, αυτό που αρκετές φορές σας το ανέφερα ως πρόβλημα υγείας να με ταλαιπωρεί και μάλιστα από την νηπιακή μου ηλικία.
Και τι λέω με ταλαιπωρεί, αφού για να ακριβολογήσω, θα πρέπει να σας πω ότι με βασάνιζε αυτό διαρκώς κι ανελέητα, μέρα και νύχτα και το έκανε μέχρι που έφτασα στην ηλικία των τριάντα ετών, δεδομένου ότι τόσο ήμουν την εποχή που αναφέρομαι και βρισκόμουν στις καλοκαιρινές μας διακοπές.
Από χαρακτήρος βέβαια εγώ κι αυτό το πρόβλημα με καρτερία και υπομονή το αντιμετώπιζα, όπως έκανα άλλωστε και με τα υπόλοιπα προβλήματα υγείας που είχα και συνόδευαν την ζωή μου, εφόσον όλα αυτά τα θεωρούσα ως αναπόσπαστα μέρη της.
Όσο κι αν αυτά έκαναν το παν στην προσπάθεια τους να μου στερήσουν και την χαρά που επίσης υπάρχει αναπόσπαστη στην ζωή μας, ανεπηρέαστος εγώ γευόμουν όλες τις χαρές των ηλικιών που πέρασα μέχρι να φτάσω σ’ αυτήν των τριάντα ετών.
Και για να μην μακρολογήσω περισσότερο, σας αναφέρω ότι η μύτη μου εν ολίγοις ήταν αυτή που με βασάνιζε από τότε που θυμάμαι να υπάρχω σ’ αυτήν την ζωή, η οποία επέμενε να είναι κλειστή εσωτερικά για κάποιο λόγο κι αυτή ήταν η αιτία, που έκανε την αναπνοή μου πολύ δύσκολη, έως κι εντελώς αδύνατη.
Βεβαίως κι επισκέφτηκα και μάλιστα αρκετούς γιατρούς προκειμένου να βρω λύση και σ’ αυτό το πρόβλημα μου, αλλά τίποτε δεν κατάφερα να κάνω, αφού όπως μου έλεγαν αυτοί, κανένα ορατό εμπόδιο δεν βρισκόταν εκεί που να συνεργεί στο κλείσιμο της, όπως και στην στέρηση της αναπνοής που με προκαλούσε.
Εγώ ξέρω τι τράβηξα και πόσο δυσκολεύτηκα να αντιμετωπίσω ακόμη και τις πιο μικρές κινήσεις μου έχοντας μειωμένη την αναπνοή μου, αλλά κι εντελώς κομμένη τις περισσότερες ώρες της ζωής μου.
Όταν ξάπλωνα στο κρεβάτι μου δηλαδή προκειμένου να κοιμηθώ, έκλεινε τελείως αυτή για κάμποση ώρα και μετά από αυτό, μου έκανε μια μικρή χάρη θα έλεγα. Άφηνε δηλαδή να περάσει μια ελάχιστη ποσότητα αέρα στα πνευμόνια μου και με αυτόν τον λιγοστό αέρα πορευμένος, κοιμόμουν βέβαια για λίγο, αλλά αμέσως ξυπνούσα από τους εφιάλτες που ακολουθούσαν.
Η καθημερινότητά μου ήταν δύσκολη λοιπόν και γινόταν δυσκολότερη αυτή, όταν επρόκειτο να γευματίσω, αφού για να το πετύχω αυτό, έπρεπε να αναπνέω κιόλας, δεδομένου ότι μόνον από το στόμα γινόταν η αναπνοή μου.
Ούτε και το φαγητό μου δεν ήθελα να κάνω όπως καταλαβαίνετε, αφού δεν μου ήταν εύκολο το να μασώ τις μπουκιές μου, να τις καταπίνω, αλλά και να αναπνέω συγχρόνως.
Δυσκολευόμουν δηλαδή να αντιμετωπίσω την ζωή μου κάτω από αυτές τις συνθήκες κι όσο μεγάλωνα εγώ, τόσο μεγάλωνε και το πρόβλημα μου, γι’ αυτό κι όταν πια έπιασα τα δεκαέξι μου χρόνια, πήγα ξανά σε κάποιον σχετικά με αυτό το θέμα γιατρό.
Εξετάζοντας κι αυτός την μύτη μου, τίποτε το επιλήψιμο δεν βρήκε σ’ αυτήν, αλλά και μου πρότεινε το ενδεχόμενο να μου εγχειρίσει της αμυγδαλές, αν και πουθενά δεν με ενοχλούσαν αυτές όπως ο ίδιος έλεγε.
Δυσανασχέτησα είναι αλήθεια με την προχειρότητα που αντιμετώπιζε εκείνος ο γιατρός το πρόβλημα μου, γι’ αυτό και μόλις το αντιλήφθηκε αυτός, μου έκανε άλλη πρόταση στην συνέχεια λέγοντας.
– Πάρε αυτό το σπρέι και δοκίμασε το. Πίεζε το που και που έτσι αυτό, ώστε να ψεκάζεις με το περιεχόμενο του το εσωτερικό της μύτης σου και θα δεις ότι θα ανοίγει αυτή μετά από λίγο κι έτσι θα αναπνέεις ελεύθερα.
Μόλις πάει να κλείσει όμως αυτή, εσύ πάλι να την ψεκάζεις με το σπρέι. Αυτό δε, μπορείς να το επαναλαμβάνεις συχνά κι όσες φορές το χρειάζεται η μύτη σου για τον σκοπό που σου το δίνω.
Σε ένα εξάμηνο όμως από τώρα, θέλω να έρθεις πάλι εδώ, ώστε να δω κι εγώ την πορεία, αλλά και την εξέλιξη του προβλήματος σου.
Πήρα εγώ το σπρέι που μου έδωσε προκειμένου να βρω λύση στο χρόνιο πρόβλημα μου κι αφού δέχτηκα την πρώτη δοκιμή από τα χέρια του γιατρού, έφυγα από το ιατρείο του χαιρετώντας τον, αλλά κι ελπίζοντας να βρω σύντομα την γιατρειά μου.
Όταν μετά από λίγο βρέθηκα στον δρόμο, τότε πια άνοιξε η μύτη μου κι αφού έμεινε για λίγα λεπτά μόνον αυτή ανοικτή, δικαιολογώντας κατά κάποιον τρόπο την πρόταση του γιατρού, αλλά και πάλι έκλεισε.
Εξανεμίσθηκαν οι ελπίδες του γιατρού, όπως και οι δικές μου άλλωστε, αφού έκλεισε η μύτη μου έτσι, που έκανε την αναπνοή μου πλέον πολύ περιορισμένη.
Την ψέκασα ξανά εγώ, ανησυχώντας για την συνήθεια της να θέλει κάθε πέντε λεπτά ψεκασμό κι αφού το έκανα για αρκετές μέρες πια αυτό, αναγκάστηκα να παραδεχτώ στο τέλος ότι άδικα το υπέμενα, αφού όπως αποδείχτηκε από την πρακτική του εφαρμογή, τίποτε δεν μου έκανε εκείνο το σπρέι, εκτός από το να με φορτώνει με άγχος.
Όχι μόνον δεν έμενε ανοικτή η μύτη μου περισσότερο από πέντε λεπτά, αλλά κι εκείνο το ελάχιστο άνοιγμα που είχα πριν αρχίσω να χρησιμοποιώ το σπρέι έχασα, αφού καθόλου σχεδόν δεν μου επέτρεπε να κοιμάμαι και για μέρες μάλιστα.
Το πέταξα όπως καταλαβαίνετε, αλλά ούτε και τον γιατρό που μου το έδωσε επισκέφτηκα ξανά όπως μου το ζήτησε. Εγκατέλειψα λοιπόν τις ιατρικές συμβουλές κι άρχισα πάλι κι από την αρχή να ζω όπως από μόνος μου το μπορούσα.
Όταν έκανε κρύο δηλαδή, ζούσα και κοιμόμουν καλύτερα, γι’ αυτό και αγαπούσα τον χειμώνα. Το καλοκαίρι πάλι υπέφερα, όπως υπέφερα και στους κλειστούς χώρους που υποχρεωνόμουν να βρίσκομαι, γι’ αυτό και τους απέφευγα όταν μου επιτρεπόταν.
Αυτός άλλωστε ήταν κι ο λόγος που κοιμόμουν έξω κι από το αντίσκηνο μας όταν κάναμε όπως και τότε που αναφέρομαι τις καλοκαιρινές μας διακοπές, μη αντέχοντας τις επιπτώσεις του κλειστού χώρου.
Σ’ εκείνες τις διακοπές λοιπόν ευρισκόμενος και λίγες μέρες μετά από την βεβιασμένη, αλλά κι αρκετά επεισοδιακή μας έξοδο στην αμμουδιά με την ιστιοπλοϊκή μας βάρκα, έπαιζα εγώ με τον μικρό μας Κωνσταντίνο στην αμμουδιά και στο σημείο που την έγλυφε απαλά το ανεπαίσθητο κυματάκι της θάλασσας.
Έπαιζα με τον μικρό μας και τον απασχολούσα εκεί με τα κουβαδάκια του στην προσπάθεια μου να ξεκουράσω την γυναίκα μου, αλλά και να την εξευμενίσω κάπως για όσα υποχρεώθηκε να ζήσει, όταν κουμαντάριζα εγώ την βάρκα μου ως αρχάριος αλλά κι αυτοδίδακτος ιστιοπλόος.
Κοψοχόλιασε αυτή με όσα έζησε εκείνη την ημέρα, γι’ αυτό και δεν ήθελε πλέον όχι να βλέπει την βάρκα μας, αλλά ούτε και να ακούσει κάτι γι’ αυτήν ήθελε και για να μην της έρχονται στην μνήμη οι εικόνες του θυμού του αέρα και της θάλασσας που με τα μάτια της είδε να μας τον δείχνουν τόσο έντονα για κάποιον λόγο, έπαψα εγώ να την χρησιμοποιώ για λίγες μέρες.
Δικαιολογημένη βέβαια ήταν η αντίδραση της γυναίκας μου, γι’ αυτό και λογικά πια σκεπτόμενος εγώ, έπαιζα με τον Κωνσταντίνο μας στην αμμουδιά, ο οποίος όμως κρύωσε προφανώς έτσι όπως πλατσούριζε όλη μέρα στην θάλασσα, γι’ αυτό και βούλωσε η μυτούλα του.
Δυσκολευόταν να αναπνεύσει εξαιτίας αυτού και περισσότερο από την ημέρα, δυσκολευόταν την νύχτα και κατά την διάρκεια του ύπνου του. Του κάναμε βέβαια εμείς όσα από τα πρακτικά που από πείρας πια γνωρίζαμε λόγω του δικού μου χρόνιου προβλήματος στην προσπάθεια μας να του ελευθερώσουμε κάπως την αναπνοή, αλλά κανένα από αυτά δεν μας έδωσε το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Βλέποντας να ταλαιπωρείτε το παιδί, το πήγαμε στον γιατρό της περιοχής το επόμενο απόγευμα, ο οποίος και το εξέτασε με προσοχή. Τελειώνοντας την εξέταση του, μας έδωσε κι αυτός ένα υγρό φάρμακο σε μπουκαλάκι κι αυτά μας έλεγε.
– Να του βάζετε δύο τρεις σταγόνες από αυτό στην μύτη του όταν έχει πρόβλημα και θα δείτε ότι θα ελευθερώνεται η αναπνοή του.
Αν και δυσανασχέτησα με την ιδέα του γιατρού να βάλουμε σταγόνες στην μύτη του παιδιού, τις πήρα αφού αυτός επέμενε ότι δεν ήταν ίδιες με το σπρέι που δοκίμασα εγώ πριν από δεκαπέντε χρόνια όπως του εξήγησα κι αφού δεν γινόταν διαφορετικά, όντως δοκιμάσαμε τις σταγόνες στην μυτούλα του μικρού μας Κωνσταντίνου.
Όπως αποδείχτηκε όμως, αυτές έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα κι επειδή το είδα στην πράξη, σκέφτηκα να τις δοκιμάσω και στην δική μου μύτη κι αυτό έκανα.
Έβαλα λοιπόν μερικές από εκείνες τις σταγόνες στην μύτη μου κι όπως ήταν λογικό πια αυτό, περίμενα να δω το αποτέλεσμα. Βλέποντας να παραμένει αυτή ανοικτή και μάλιστα όλη την ημέρα, δεν χόρταινα εγώ να ρουφώ ικανοποιημένος το πολύτιμο οξυγόνο, αυτό που τόσα χρόνια στερήθηκα.
Αλλά και την νύχτα που έβαλα από αυτές λίγο πριν κοιμηθώ, έμεινε η μύτη μου το ίδιο ανοικτή μέχρι το πρωί κι εξαιτίας αυτού, κοιμήθηκα για πρώτη μου φορά και μετά από τριάντα χρόνια, χωρίς να με ξυπνήσουν οι εφιάλτες.
Ξύπνησα δηλαδή το πρωί ξεκούραστος και δεν σας κρύβω ότι ήθελα να ξανακοιμηθώ προκειμένου να το απολαύσω, μήπως και δεν μπορούσα να το επαναλάβω το επόμενο βράδυ.
Ευτυχώς για μένα όμως, από εκεί και μετά ανέπνεα πλέον ελεύθερα κι αφού σιγουρεύτηκα ότι γλίτωσα επιτέλους με την χρίση των σταγόνων, από τον βραχνά που τόσα χρόνια με ταλαιπωρούσε, δεν πήγαινα πουθενά πλέον χωρίς να έχω μαζί μου τουλάχιστον δύο από κείνα τα μπουκαλάκια.
Ωστόσο, μου έγιναν εξάρτηση εκείνες οι σταγόνες και για μια δεκαετία περίπου μετά, ζούσα με την συμμετοχή τους την ζωή μου, αφού δεν μπορούσα να κάνω τίποτε πλέον χωρείς αυτές.
Γλίτωσα όμως τελικά κι από αυτήν την εξάρτηση, όταν στο τέλος της δεκαετίας που ανέφερα, ανακάλυψα έστω και τυχαία, την πραγματική αιτία που υποχρέωνε την μύτη μου να με βασανίζει.
Αυτό βέβαια, θα σας το αναφέρω όταν έρθει η ώρα να σας περιγράψω άλλα πράγματα.
Μιχάλης Αλταλίκης