Ανάμεσα στις πολλές υποχρεώσεις που είχα αναλάβει προς την μονή μας, προστέθηκαν κι αυτές που μου προέκυψαν ως επέκταση κατά κάποιον τρόπο, της πνευματικής σχέσης που διατηρούσε ο γέροντάς μας με τις μοναχές της μονής της κοιμήσεως της Θεοτόκου του Πανοράματος.
Εξαιτίας αυτής της σχέσης λοιπόν, συχνά επισκεπτόμουν τις μοναχές της ως άνω μονής, προκειμένου να τις μεταφέρω ευλογίες από την δική μας, ή να πάρω ευλογίες από αυτές για το δικό μας μοναστήρι κι έτσι, δόθηκε και σ’ εμένα η ευκαιρία να γνωριστώ πολύ καλά, τόσο με τις μοναχές που το υπηρετούσαν, όσο και με την γερόντισσά τους βέβαια.
Είχα κι εγώ δηλαδή κάποια δόση πνευματικής σχέσης μαζί τους, οπότε, ευχαρίστως δέχτηκα την εντολή που μου έδωσε ο γέροντά μας ένα απόγευμα, προκειμένου να μεταφέρω δηλαδή τον πατέρα Λουκά μέχρι το μοναστήρι τους, επιδιώκοντας να τις φανεί κάπου χρήσιμος από ότι κατάλαβα.
Μεταξύ τρεις και τέσσερις ήταν εν προκειμένω η ώρα που πήρα την εντολή και μόλις έφτασα στο σπίτι μου για την ακρίβεια. Γιατρός είναι είπα μέσα μου, ίσως και να τον χρειάζονται οι μοναχές, γι’ αυτό και μόλις τελείωσα το μεσημεριανό μου φαγητό, αμέσως ξεκίνησα για το μετόχι μας, αφού όπως μου είπε ο γέροντάς μας, εκεί βρισκόταν ο παπά Λουκάς και με περίμενε.
Όταν βρέθηκα στον περιφερειακό όμως, παρατήρησα κάποια ανησυχία στον δρόμο, αν και τίποτε το ανησυχητικό δεν συνάντησα. Και νωρίτερα που πέρασα από το ίδιο σημείο, τίποτε δεν είδα, όπως και τίποτε δεν άκουσα για κάποια πυρκαγιά που εντοπίστηκε στο δάσος του Σέϊχ Σου, το οποίο ως γνωστόν, δεσπόζει στην βόρεια πλευρά της πόλης μας.
Φτάνοντας στο μετόχι μας όμως, πήρα τον πατέρα Λουκά και καθ’ οδόν προς το Πανόραμα, εκείνος μου είπε κάτι για την πυρκαγιά που ξέσπασε στο δάσος και μαζί με αυτό, μου έλεγε κι ότι αυτόν έστελνε ο γέροντάς μας να συμπαρασταθεί στις μοναχές, ή να τις βοηθήσει κάπου αν το χρειαζόταν.
Αυτόν τον σκοπό λοιπόν θέλοντας να υπηρετήσει, συνεχώς με ωθούσε ώστε να κάνω ποιο γρήγορα την διαδρομή μου αν μπορούσα, μη τυχόν και καθυστερούσε από το να βρεθεί έγκαιρα στον προορισμό του.
Δεν είδα τίποτε το ανησυχητικό έλεγα στον πατέρα Λουκά κι απορούσα μάλιστα μαζί του, για το ποια βοήθεια θα μπορούσε να προσφέρει αυτός στις μοναχές και βιαζόταν τόσο πολύ. Όταν όμως βρεθήκαμε στο ύψος της Τριανδρίας, τότε είδαμε τις φλόγες να κατεβαίνουν με φόρα προς τον περιφερειακό και τότε μόνον συνειδητοποίησα κι εγώ, ότι δεν ήταν να αδιαφορεί κανείς για όσα έβλεπε, γιατί δάσος με κέδρα είναι και πολύ εύκολα μπορούσε να καεί ολόκληρο.
Ωστόσο όμως, προσπαθούσα να καλμάρω κάπως και τον πατέρα Λουκά, ο οποίος άρχισε να ανησυχεί ποιο πολύ από εκεί και μετά για τις μοναχές, υπολογίζοντας ότι μάλλον θα καιγόταν κι αυτές μαζί με την μονή τους. Στάσου βρε πάτερ, του έλεγα κι εγώ. Μην ανησυχείς και τόσο πολύ, γιατί είναι πολύ μακριά το Πανόραμα από εδώ που βρισκόμαστε κι από ότι βλέπουμε εδώ τώρα, δεν είναι και πολύ μεγάλο το μέτωπο.
Μέχρι να φτάσουμε εμείς στον προορισμό μας, μάλλον θα προλάβουν να σβήσουν την φωτιά οι πυροσβέστες, οπότε, δεν θα χρειαστούν την βοήθειά σου οι μοναχές και μάλλον άδικα ανησύχησε τόσο πολύ κι ο γέροντάς μας, στέλνοντας εσένα να τις συμπαρασταθείς. Αλλά και τί μπορεί να ξέρει ένας γιατρός από φωτιές;
Μη το λες αυτό, έλεγε κι ο πατήρ Λουκάς, γιατί αν δεν μπορώ να ανακατευτώ με τις φωτιές, κάποια άλλη βοήθεια, όλο και θα μπορέσω να προσφέρω. Αυτά λοιπόν λέγαμε καθ’ οδόν κι όταν φτάσαμε στην μονή, πράγματι βρήκαμε τις μοναχές ανήσυχες, γιατί φυσούσε προς το μέρος τους κι αυτό μάλλον προϋπέθετε ότι εύκολα θα μπορούσε να φτάσει η φωτιά στην πόρτα τους κι αυτό το ενδεχόμενο, καθόλου καλό δεν ήταν.
Ο γέροντάς μας μου είχε πει να επιστρέψω στο σπίτι μου όταν θα άφηνα τον παππά Λουκά εκεί, αλλά βλέποντας την ανησυχία που είχε κυριέψει τις μοναχές, δεν θέλησα να το κάνω. Έμεινα εκεί λοιπόν κι έκανα παρέα τον παππά Λουκά, μέχρι να σιγουρευτούμε, ότι όλα θα ήταν ασφαλή για τις μοναχές και το μοναστήρι τους.
Άλλωστε, ούτε κι ο πατήρ Λουκάς ήθελε να φύγω, οπότε άκουγα δίπλα του ευρισκόμενος, την ενημέρωση που έκανε προς τον γέροντά μας σχετικά με τα δεδομένα τις φωτιάς και την επίδραση του άγχους που μετέδιδε αυτή προς όλους όσους την φοβόταν, οπότε, μας είπε κι αυτός να μείνουμε εκεί, μέχρι να ηρεμίσουν κάπως τα πράγματα.
Εγώ βέβαια, τίποτε δεν μπορούσα να κάνω, αφού ως παρατηρητής και μόνο υπήρχα στον χώρο. Βλέποντας όμως τις μοναχές να τρέχουν συνεχώς, μια μέσα στην μονή τους και μια έξω από αυτήν, στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν οτιδήποτε ήταν αξίας γι’ αυτές, όντως θαύμαζα την ψυχραιμία και την προνοητικότητα που έδειχναν, μέσω των οποίων κι ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσουν μια πιθανή καταστροφή, αν βέβαια τις πλησίαζε τελικά η εχθρική πυρκαγιά.
Δυό μάλιστα από αυτές, η μία εκ των οποίων είναι ηγουμένη πλέον στην μονή τους, έβαζαν κάτω πολλούς άντρες με τον δυναμισμό που έδειχναν εκείνη την ώρα, στην προσπάθειά τους να ασφαλίσουν από κάθε πλευρά το μοναστήρι τους.
Παρατηρώντας μάλιστα και την διένεξη που είχαν με τον αρχηγό της δασικής υπηρεσίας αργότερα, θαύμαζα και το θάρρος τους, δεδομένου ότι επισταμένως του ζητούσαν να τις επιτρέψει να κόψουν τα δένδρα του δάσους που περιέβαλαν τα όρια της μονής τους, ώστε να δημιουργηθεί κάποιο είδος πυρασφάλειας, γιατί έτσι όπως περικύκλωναν αυτά την μονή, εύκολα θα μπορούσαν να την κάψουν.
Ανένδοτος όμως αυτός, δεν τους το επέτρεπε. Θα έρθουν πρώτα οι δασοπυροσβέστες επέμενε να τις λέει και τότε θα δούμε εμείς, αν υπάρχει λόγος και ανάγκη να κάνουμε αυτό που μας ζητάτε. Η φωτιά πάντως είναι μακριά ακόμη και μάλλον θα την περιορίσουν σύντομα όπως με ενημερώνουν, οπότε, δεν υπάρχει λόγος να χαλάσουμε το δάσος πρόωρα.
Μέχρι να έρθουν αυτοί όμως, του απαντούσαν οι μοναχές, θα έρθει και η φωτιά κοντύτερα σ’ εμάς και τότε, ούτε εμείς, αλλά ούτε και οι δασοπυροσβέστες θα μπορέσουμε να κάνουμε κάτι για την ασφάλειά μας, αφού λόγω της πύρωσης, κανείς δεν θα μπορεί να χωθεί ανάμεσα σε δένδρα που καίγονται.
Αυτή λοιπόν ήταν η διένεξη που είχαν με τον δασικό και για αρκετές ώρες τον παρακαλούσαν να τις επιτρέψει την επέμβαση στο δάσος. Μόλις τον είδαν όμως να αλλάζει κάπως τις θέσεις του, αφού και οι παραβρισκόμενοι άρχισαν να τον πιέζουν, άρπαξαν αυτές οι δυό μοναχές από ένα αλυσοπρίονο στα χέρια και άρχισαν να κόβουν τα δένδρα που ήταν κολλητά θα λέγαμε με τον φράχτη τους, αν και σκοτίδιασε πια και για τα καλά μάλιστα.
Βογκούσαν τα μηχανάκια στην προσπάθεια τους να ανταποκριθούν στις
νυχτερινές εργασίες που τους επέβαλαν οι μοναχές, οι οποίες είχαν μαζέψει τα φουστάνια τους, μη τυχόν τα μασήσουν οι αλυσίδες και σαν να ήταν μέρα μεσημέρι έκοβαν τα δένδρα, λες και ήταν επαγγελματίες υλοτόμοι.
Εκεί κατά τις δώδεκα το βράδυ πια, πράγματι ήρθε ένα κλιμάκιο δασοπυροσβεστών κι ακούγοντας τα αλυσοπρίονα να δουλεύουν δυσανασχέτησαν. Και δυσανασχέτησαν περισσότερο, όταν έμαθαν ότι οι μοναχές τα χειριζόταν. Αυτή η εργασία έλεγαν είναι αντρική και μάλιστα αποκλειστικά δική τους. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που αυτοί συγκεκριμένα βρισκόταν εκεί.
Έγινε μια μικρή στιχομυθία στην συνέχεια κι αφού πήραν την επίσημη εντολή, ώστε να κάνουν οι δασοπυροσβέστες την πυρασφάλεια γύρω από τα όρια της Μονής δηλαδή, απέτισαν να σταματήσουν οι μοναχές και να αναλάβουν οι ιδικοί πλέον αυτό το σοβαρό έργο, αν κι όπως έλεγαν, δεν διέθεταν δικά τους αλυσοπρίονα.
Υπακούοντας και οι μοναχές στην συνέχεια στις εντολές του αρχηγού τους, σταμάτησαν την υλοτόμηση των δένδρων μέσα στην σούδα και με τα μηχανάκια τους στα χέρια, ανέβηκαν επάνω στο μικρό προαύλιο της μονής, όπου και ήταν στημένο θα λέγαμε το πρόχειρο αρχηγείο των πυροσβεστών, όπως και των δασοπυροσβεστών βέβαια, μαζί με όλους εκείνους που αποτελούσαν το άτυπο επιτελείο που έπαιρνε αποφάσεις για το τί και πως και πότε έπρεπε να γίνει κάτι.
Αυτοί λοιπόν αποφάσισαν, ότι οι ιδικοί έπρεπε να επέμβουν στο δάσος κι αυτοί να επιχειρήσουν την πυρασφάλεια, η οποία κρίθηκε αναγκαία πλέον όπως μας ανακοινώθηκε, δεδομένου ότι τους ξέφυγε η φωτιά κι αφού μεγάλωσε το μέτωπό της κι έγινε ανεξέλεγκτο, ήρθαν αρκετοί δασοπυροσβέστες στο προαύλιο της μονής, προκειμένου να δοκιμάσουν από εκεί την προφύλαξη της ευρύτερης περιοχής.
Ανάμεσα σ’ αυτούς λοιπόν, ήταν και δύο ημίγυμνοι δασοπυροσβέστες, οι οποίοι ζητούσαν από τις μοναχές να τους δώσουν τα αλυσοπρίονά τους, αφού δικά τους δεν έφεραν μαζί τους όπως είπαμε, λόγω του ότι τα είχαν αλλού απασχολημένα.
Προκειμένου να φανούν ευγενικοί όμως προς τις μοναχές, έλεγε ο ένας. Μαντάμ. Δώστε το αλυσοπρίονο σ’ εμένα. Ακούγοντας τα γέλια των παραβρισκόμενων, τον διόρθωνε ο δεύτερος. Όχι μαντάμ ρε. Κυρία μου. Έλεγε προς την νυν ηγουμένη. Δώστε σ’ εμάς τα αλυσοπρίονά σας.
Οι μοναχές βέβαια δεν θέλησαν να τους τα δώσουν, αλλά η επιμονή των δασοπυροσβεστών ήταν καταλυτική. Ή κόβουμε εμείς έλεγαν, ή κανείς άλλος. Μπροστά στο να μη γίνει τίποτε λοιπόν, έδωσαν τα αλυσοπρίονά τους οι μοναχές και μαζί μ’ εμένα, έμειναν στο προαύλιο να περιμένουν τα αποτελέσματα των δασοπυροσβεστών.
Τα ακούσαμε να δουλεύουν για λίγο, οπότε βρήκε αφορμή να μας τους παινέψει ο προϊστάμενος τους. Μετά από λύγο όμως σίγασαν, γι’ αυτό και πήγε να δει ο ίδιος τον λόγο της σιγής τους. Άργησε να επιστρέψει, αλλά κι όταν επέστρεψε, έφερε πίσω τους δασοπυροσβέστες του, όπως και το ένα από τα αλυσοπρίονα.
Το ένα σφήνωσε στο δένδρο και δεν βγαίνει, έλεγε στις μοναχές κι από αυτό εδώ, κόπηκε η αλυσίδα του. Μήπως έχετε να μας δώσετε κανένα άλλο; Δυό είχαμε και σας τα δώσαμε, του απαντούσαν ενοχλημένες οι μοναχές. Αν μας αφήνατε να κάνουμε την δουλειά μας, τώρα θα τελειώναμε και θα ήμασταν ήσυχες. Έχοντας χαλασμένα τα μηχανάκια μας όμως, τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε τώρα για την ασφάλειά μας.
Μετά από αυτήν την εξέλιξη, έφυγαν αμίλητοι οι δασοπυροσβέστες από το προαύλιο μαζί με τον προϊστάμενο τους κι αφού δεν είχαν τι άλλο κακό να κάνουν εκεί, άφησαν τις μοναχές να ρωτούν η μια την άλλη. Τώρα; Τί θα κάνουμε; Τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε απαντούσαν. Αν έρθει μέχρι εδώ η φωτά, αλίμονό μας έλεγαν.
Έγινε μία τα ξημερώματα εν τω μεταξύ κι όπως ακούσαμε να μας λένε οι μοναχές, έδωσε εντολή εκείνη την ώρα ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, ώστε να εγκαταλείψουν το μοναστήρι τους και να μεταφερθούν όλες μαζί στην απέναντι πλευρά του Θερμαϊκού.
Και να μείνουν εκεί τις είπε για την ασφάλειά τους, μέχρι να τις επιτρέψει αυτός να επιστρέψουν, όταν πια και η φωτιά θα είχε κοπάσει όπως τον πληροφόρησαν κι αυτόν, αφού πολλές προσπάθειες γινόταν ακόμη προκειμένου να την τιθασεύσουν.
Κι αφού αυτή την εντολή πήραν, όσα αυτοκίνητα υπήρχαν διαθέσιμα εκείνη την ώρα στον χώρο τους χρησιμοποιήθηκαν και σαν σε κομβόι μετά τις μεταφέραμε εκεί που τις υπέδειξε ο Μητροπολίτης. Στο δικό μου φορτηγάκι μάλιστα, μπόρεσαν να στριμωχθούν δεκαπέντε μοναχές, οι οποίες και κάθισαν οκλαδόν στο πάτωμά του.
Όταν φτάσαμε εκεί βέβαια, βολεύτηκαν στους χώρους ενός διώροφο οικήματος της Μητρόπολης κι αφού εμείς, εγώ κι ο παππά Λουκάς δηλαδή, δεν είχαμε να κάνουμε τίποτε παραπάνω για τις μοναχές, μπήκαμε πάλι στο φορτηγάκι μας κι όπως έπρεπε, επιστρέφαμε στο μετόχι μας της Ευκαρπίας εκείνη την ώρα, αφού από εκεί τον παρέλαβα.
Φτάνοντας στον περιφερειακό όμως και στο ύψος της Τριανδρίας, είδαμε πολλούς ανθρώπους συγκεντρωμένους εκεί, όπως και πυροσβέστες βέβαια, οι οποίοι μας βεβαίωσαν ότι ήταν υπό έλεγχο πλέον η φωτιά. Μετά από αυτήν την καθησυχαστική απάντηση, πήγα ήσυχος κι εγώ τον πατέρα Λουκά στο μετόχι μας, από όπου κι επέστρεψα μετά από λίγο στο σπίτι μου, αφού είχαν τελειώσει πια οι υποχρεώσεις μου.
Μιχάλης Αλταλίκης