Μας Προέκυψε Νέος Διευθυντής

 Δεν πηγαίναμε καθόλου καλά λοιπόν ως εταιρεία, όπως και λεπτομερώς σας το ανάφερα αυτό στα προηγούμενα, ακολουθώντας εκείνο το λανθασμένο κατά τα άλλα σύστημα αντιμετώπισης της εργασιακής κρίσης που περνούσαμε, το ποιο λογικό από όλα θα ήταν να παραιτηθούν από τις θέσεις τους, όλοι οι γενικοί διευθυντές της, αφού αυτοί ήταν που διέταζαν εκείνες τις πολύ πρόχειρες κι απαίδευτες ενέργειές μας, εξαιτίας των οποίων κι αδυνατούσαμε να βγούμε από το αδιέξοδο που μας έριξαν.

Κι όταν λέμε όλοι, αναφέρομαι και σ’ αυτούς που μας διοικούσαν από τα κεντρικά μας γραφεία, αυτά δηλαδή της Ελβετίας, αφού όπως σας είπα, ήμασταν πολυεθνική εταιρεία, με πολλές δραστηριότητες πέριξ της διεθνούς μεταφοράς, οι οποίες και παρεχόταν από σαράντα χιλιάδες υπαλλήλους σε τετρακόσια ενεργά υποκαταστήματα σε όλον τον κόσμο.

Το κακό που μας προέκυπτε λοιπόν, δεν ήταν μόνον δικό μας και τοπικό όπως θα το λέγαμε. Δεν ήταν δηλαδή μόνον Ελληνικό. Είχε παγκόσμιες προεκτάσεις και γενική ζημιά μας προκαλούσαν σταδιακά οι άνωθεν εντολές τους.

Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που από παντού ακούγαμε τις ίδιες με τις δικές μας διαμαρτυρίες, αφού σε όλους μας ανεξαιρέτως, οι γενικοί διευθυντές από την Ελβετία ήταν αυτοί που έδιναν τις επιζήμιες εντολές.

Τις οποίες όμως, αδιαμαρτύρητα και υπάκουα εκτελούσαν μέσω υμών οι κατά τόπους και πόλεις γενικοί διευθυντές, σαν να μην τους ενδιέφερε καθόλου, αν το αποτέλεσμα ήταν ή όχι καταστροφικό.

Συζητούσαμε βέβαια τα προβλήματά μας εμείς οι κατώτεροι υπάλληλοι και ικεσίες κάναμε προς τους ανωτέρους μας, αυτούς της Ελβετίας δηλαδή αφού βρισκόταν πλησιέστερα προς την διοικούσα αρχή, αλλά τίποτε δεν μπορούσαμε να αλλάξουμε.

Σαν να άκουσαν όμως τους προβληματισμούς μας οι μεγαλομέτοχοι της εταιρείας, οπότε, μας ανακοινώθηκε μια μέρα από τα κεντρικά μας, ότι θα πραγματοποιούσαν τελικά και σύντομα μάλιστα, ριζική ανακατάταξη όλων των διευθυντών τους, όπως ακριβώς κι εμείς δηλαδή το ελπίζαμε.

Περιμένοντας λοιπόν την πολυπόθητη ανακατάταξη γενικών διευθυντών, μας ανακοινώθηκε και πάλι λίγες μέρες αργότερα, ότι πράγματι έγινε αυτή κι ότι ανέλαβαν νέοι γενικοί διευθυντές την διοίκηση της εταιρείας μας.

Εμείς βέβαια θέλαμε την ανακατάταξη, αλλά όπως ήταν και λογικό αυτό, περιμέναμε να δούμε σ’ αυτές τις θέσεις, εκείνους τους συναδέλφους που ήξεραν την δουλειά μας πολύ καλά και προπαντός ήξεραν τι έλεγαν και τι έκαναν.

Αυτούς ιδικά κι όλως παραδόξως όμως, πουθενά χρήσιμα δεν είδαμε να τους εντάσσουν. Αντιθέτως, τους χάσαμε εντελώς από χρησίμους όπως κι από αξιόπιστους συνεργάτες, τους οποίους έστειλαν όπως μας ενημέρωσε η νέα διοικούσα αρχή, να παροπλιστούν.

Για λόγους που αυτοί ήθελαν δηλαδή, ή νόμιζαν, ή ήξεραν ότι έπρεπε, τους έστειλαν να υπηρετήσουν κάτι πολύ μικρά υποκαταστήματα μέσα στην Ελβετία και τους έδωσαν τέτοιες ασήμαντες θέσεις εκεί, όπου δεν θα είχαν πλέον την δυνατότητα να μας συμβουλεύουν, ή να μας δίνουν λύσεις σε περιπτώσεις που η δική μας πείρα ήταν αδύναμη μπροστά στα δύσκολα προβλήματα που κατά διαστήματα αντιμετωπίζαμε.

Όπως σας το ανάφερα, πολυεθνική ήταν η εταιρεία μας και σε μας το εκτελεστικό προσωπικό, δεν ήταν εφικτό, αλλά ούτε και αναγκαίο ήταν να γνωρίζουμε, ποιοί θα μπορούσε να ήταν οι μέτοχοί της. Όποιοι κι αν ήταν όμως, για λόγους που αυτοί ήξεραν, ή που αυτοί ήθελαν, έβαλαν τότε για διευθυντές μας, ανθρώπους που δεν ήξεραν τίποτε, μα τίποτε από την δουλειά μας.

Παράλογη μας φάνηκε η επιλογή τους, αλλά αφού αυτή ήταν η διαταγή κι αυτή ήταν η νέα τάξη πραγμάτων όπως μας την ονόμασαν κι αφού αυτούς μας όρισαν για γενικούς διευθυντές μας, δεν είχαμε να κάνουμε τίποτε άλλο εμείς, εκτός από το να συμμορφωθούμε με τις διαταγές τους, έστω κι αν μετά από όλα αυτά, ανησυχούσαμε ακόμη περισσότερο για την πορεία της εταιρίας μας.

Και είχαμε κάθε λόγο να ανησυχούμε για την πορεία της, αφού πολύ κόπο, χρόνο, γνώσεις και πείρα από την προσωπική μας ζωή επενδύσαμε στην υπόστασή της, ώστε όχι μόνον να αποκτήσει κύρος και ικανότητες αυτή, αλλά και να συνεχίσει να μένει με αξιοπρέπεια στην παγκόσμια αγορά, όπως ακριβώς έκανε άλλωστε μέχρι και πρότινος, από το χίλια επτακόσια τριάντα, όπως αναφερόταν για την ιστορία της.

Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που δεν σταματούσαμε να συμβάλουμε στην επανόρθωσή της, εμείς οι απλοί εργαζόμενοι στους χώρους της, αφού μέσω αυτής μόνον θα μπορούσαμε να ελπίζουμε κι εμείς στην δική μας επαγγελματική αποκατάσταση.

Με τα νέα δεδομένα όμως, τίποτε από όλα αυτά δεν ήταν σίγουρο, ούτε για εμάς, αλλά ούτε και για την εταιρεία που εργαζόμασταν, δεδομένου ότι αυτοί που την κατύφθηναν, δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν, εκτός από το να εφαρμόζουν της άκαρπες κι απαίδευτες θεωρητικές τους τεχνικές.

Εκείνος ο άνευ χαρτοφυλακίου διευθυντής μας για παράδειγμα, αυτός δηλαδή για τον οποίο εκτενώς αναφέρθηκα στα προηγούμενα, δεν ήξερε τίποτε από την δουλειά μας, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να απαντήσει σε κανένα από τα προβλήματα που συσσωρευμένα βρισκόταν άλυτα μέσα σε φακέλους.

Ήταν ποτέ δυνατόν, να δώσουν απαντήσεις σ’ αυτά, οι τελείως άσχετοι με το αντικείμενο μας νέοι γενικοί διευθυντές μας; Αυτή ήταν όμως η εντολή, οπότε, θέλαμε δεν θέλαμε, συμμορφωθήκαμε. Τους δεχτήκαμε δηλαδή αδιαμαρτύρητα, όπως αδιαμαρτύρητα δεχθήκαμε και το νέο πρόσωπο που παρουσιάστηκε στο δικό μας υποκατάστημα ως επίσης διευθυντής, δίπλα ή μαζί με τον άνευ χαρτοφυλακίου.

Ευλόγως όμως ρωτούσαμε κι αυτόν να μας πει, πως θα μπορούσε να αντεπεξέλθει των υποχρεώσεων του, αφού κι αυτός ήταν άσχετος με το αντικείμενο μας. Ήταν μεν Έλληνας, αλλά εργαζόταν στην Ελβετία ως διευθυντής σε μια εταιρεία, η οποία περνούσε συναγερμούς στα σπίτια. Είχε λοιπόν καμιά σχέση η θέση του, με τις διεθνείς μεταφορές;

Αντί να δώσει όμως κάποια λογική απάντηση στο ερώτημά μας, έλεγε κι αυτός φιλοσοφώντας. Αν είσαι διευθυντής εδώ, εύκολα μπορείς να είσαι και κάπου αλλού διευθυντής. Παρουσίαζε δηλαδή τον διευθυντή, κάτι σαν εξειδικευμένο επαγγελματία. Αν είναι δηλαδή κανείς γιατρός εδώ, κι οπουδήποτε αλλού γιατρός θα είναι.

Κι έτσι να ήταν, πολύ καλά ξέρουμε ότι κι ο οδοντίατρος γιατρός είναι, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν πάει να χειρουργήσει νεφρά ας πούμε. Αλλά ούτε κι ο ορθοπεδικός γιατρός, φτάνει ποτέ σε σημείο να θέλει να χειρουργήσει καρδιοπαθή.

Αφού λοιπόν δεν μπορούσαμε να ελέγξουμε, ούτε και την δική του επιλογή ως διευθυντή μας, τον δεχτήκαμε κατ’ ανάγκη ως τέτοιον, όπως ακριβώς μας τον παρουσίασε κι ο δικός μας γενικός διευθυντής, ο οποίος γι’ αυτόν τον λόγο και μόνον, ήρθε μαζί του από την Αθήνα.

Εμείς βέβαια, είχαμε για διευθυντής μας, εκείνον τον πρώην άνευ χαρτοφυλακίου όπως σας είπα, ο οποίος δεν ήξερε να κάνει τίποτε από τίποτε κι επειδή ούτε κι ο νεοφερμένος επίσης διευθυντής μας ήξερε να κάνει κάτι από την δουλειά μας, αρχίσαμε να απορούμε συζητώντας μεταξύ μας, πως θα επιβίωνε η εταιρία που εργαζόμασταν και τι θα γινόμασταν εμείς, αν βρισκόμασταν ξαφνικά χωρείς δουλειά, αφού αυτό ήταν και το ποιο πιθανό σενάριο, με τα από όλες εκείνες τις τόσο παράλογες ανακατατάξεις.

Μέσα σ’ αυτήν την σύγχυση λοιπόν ευρισκόμενοι, έφυγαν εκείνο το διάστημα από την εταιρεία μας κι όσοι από τους έμπειρους συναδέλφους μας βρισκόταν ακόμη μαζί μας. Βρήκαν δηλαδή να ενταχθούν κάπου αλλού, ή έγιναν κι αυτοί όπως και οι προηγούμενοι ανταγωνιστές μας, παίρνοντας μαζί του ο καθένας από αυτούς κι ένα μέρος από τους λιγοστούς πια εναπομείναντες πελάτες μας.

Χωρίς έμπειρο και ικανό προσωπικό όμως δεν ήταν εύκολο για εμάς να αντιμετωπίσουμε την δουλειά μας, οπότε, η διάλυση μας ήταν πλέον περισσότερο κι από βέβαιη. Για να αποφύγουμε λοιπόν αυτό το ενδεχόμενο, τόσο εγώ, όσο και οι νέοι μας συνάδελφοι, αυτοί δηλαδή που ανέλαβαν να καλύψουν τα κενά αυτών που μας έφυγαν, σκεφτήκαμε να πάμε οικιοθελώς και να παρουσιαστούμε σ’ αυτόν τον επίσης διευθυντή μας και όλοι μαζί να του πούμε με καλή διάθεση, ότι αν αυτός το ήθελε κι αν είχε βέβαια την άδεια από τους ανωτέρους μας να θέσει υπό έλεγχον το υποκατάστημά μας, εμείς θα μπορούσαμε να τον βοηθήσουμε.

Απευθυνθήκαμε σ’ αυτόν, με την ελπίδα ότι κάτι παραπάνω θα ήξερε να κάνει από τον άνευ χαρτοφυλακίου διευθυντή μας, ώστε να γλιτώναμε την διάλυση μας, αφού μαζί με αυτήν θα χανόμασταν κι εμείς.

Χαμογέλασε αυτός στο άκουσμα της προσφοράς μας και φορτωμένος από μπόλικη διευθυντική υπεροψία, έλεγε. Όταν ποτέ χρειαστώ την βοήθειά σας, τότε, θα σας την ζητήσω.

Μετά κι από αυτήν την απάντηση, όλοι μαζί πλέον ψάχναμε να βρούμε αλλού δουλειά, αλλά δυστυχώς για όλους μας, δεν μας ήταν εύκολο να την βρούμε. Αυτά όμως θα σας τα περιγράψω αργότερα. Η αλήθεια πάντως είναι, ότι κρατούσαν μεν εκείνον τον άνευ χαρτοφυλακίου στην θέση του διευθυντού, αλλά και δεν του έδιναν ακόμη την άδεια να αναλάβει την διοίκηση του υποκαταστήματός μας αν το μπορούσε.

Παρ’ όλα αυτά όμως, αυτός μας επέτρεπε να υπολογίζουμε, ότι κάποια μέρα θα γινόταν διευθυντής μας κι ότι σίγουρα θα παραγκώνιζε τον άνευ χαρτοφυλακίου, όταν βέβαια του το επέτρεπαν αυτό οι άνωθεν όλων ευρισκόμενοι.

Όταν θα γινόταν αυτό όμως, θα έκανε κι αυτός όσα θα ήθελε, έστω και χωρίς εμάς και ιδιαίτερα χωρίς εμένα, για τον λόγο ότι δεν με συμπαθούσε και πολύ, όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *