Οι Μεσάζοντες Και Οι Δουλειές Τους

 Η ειδικότητα μου ως πωλητής ήταν αυτή που με υποχρέωνε να απαντώ, σε όλα τα ερωτήματα που έπεφταν στην εταιρεία που εργαζόμουν, από αυτούς που ήθελαν να διαπραγματευτούν, προκειμένου να εξάγουν ή να εισάγουν την παραγωγή τους, ή τα εμπορεύματα τους από και προς το εξωτερικό, στην προσπάθεια τους βέβαια να βρουν, το μικρότερο δυνατόν κόστος μεταφοράς των όσων σχεδίαζαν να μεταφέρουν.

Ανάμεσα στα ερωτήματα που απαντούσα όμως κι αφορούσαν δουλειές με πραγματικά και φυσιολογικά δεδομένα, απαντούσα και σε ερωτήματα που αφορούσαν δουλειές με φανταστικά δεδομένα θα έλεγα, αφού όλες αυτές ήταν υπέρογκες ποσοτικά και πάντα κάτω από την αμέριστη συμμετοχή και μέριμνα των μεσαζόντων.

Πάσχιζαν λοιπόν αυτοί να κάνουν κάποια δουλειά με ξένα χρήματα κι επειδή λόγο θέσεως και σχέσεως, δεν μπορούσα να τους αποκλείσω από το να υπάρχουν στην αγορά, συμμετείχα ενεργά κι εγώ θα έλεγα στα όνειρα τους.

Σκόπιμα το έκανα κι αυτό, προκειμένου να έχω κι εγώ μια εικόνα του τι γίνεται γύρο μου, αφού αυτό δεν θα κόστιζε τίποτε, ούτε σε μένα, αλλά ούτε και στην εταιρεία που εργαζόμουν. Κι αν πάλι κάποιος από αυτούς κατάφερνε να κάνει κάποια δουλειά, δεν ήθελα να βρίσκομαι μακριά της.

Ανακατεμένος λοιπόν με όλους αυτούς που ρωτούσαν να μάθουν, ποιο ήταν το εκάστοτε κόστος μεταφοράς, των όσων σχεδίαζαν να μεταφέρουν, άκουσα και εγώ δεν ξέρω πόσα περίεργα να διαπραγματεύονται.

Σε μερικές από αυτές τις περιπτώσεις μάλιστα, έφτασα ακολουθώντας τους, μέχρις κι εκεί που να υλοποιείται το σκεπτικό τους, έστω και χωρείς να τους φέρει το αναμενόμενο γι’ αυτούς αποτέλεσμα.

Ήταν πολλοί όμως αυτοί που είχαν τέτοιου είδους δραστηριότητες κι όλοι τους ήταν όντως περίεργα εμπλεκόμενοι, αφού κανείς από αυτούς δεν διαπραγματευόταν κάτι για τον εαυτό του, αλλά πάντα για δουλειές που τους έδιναν άλλοι να ασχοληθούν, πίσω απ τους οποίους υπήρχαν άλλοι και όλοι αυτοί πάλι, ήταν τελείως άγνωστοι μεταξύ τους.

Όσοι μεσολαβούσαν δηλαδή σ’ αυτές τις δουλειές ήταν άγνωστοι μεταξύ τους και το μόνο γνωστό που υπήρχε ανάμεσα τους, ήταν το αίτημα που προσδιόριζε την δουλειά που πάσχιζαν μανιωδώς να υλοποιήσουν, αφού πολλά υπολόγιζαν να αποκομίσουν ως ανταμοιβή για την συμμετοχή τους.

Ένα τέτοιο ερώτημα λοιπόν ήρθε να μου ανακοινώσει κάποιος από αυτού του είδους τους μεσάζοντες κι αυτά μου έλεγε με θέρμη όταν μπήκε στο γραφείο μου.

– Διακόσιες χιλιάδες παλέτες μου ζήτησαν από την Γερμανία οι συνεργάτες μας κι όπως μας είπαν, αυτή είναι μια μικρή και δοκιμαστική παραγγελία. Δεκαπλάσια θα είναι η τελική. Δεν ξέρω όμως που θα τις βρω και προπαντός δεν ξέρω το κόστος μεταφοράς τους κι αυτό ήρθα να μάθω από εσένα.

– Από τότε που σε γνωρίζω βρε Ανέστη, δεν άκουσα από εσένα ούτε ένα λογικό ερώτημα, που να αφορά μια πραγματική δουλειά και στα χέρια σου έχεις πάντα τέτοια περίεργα ερωτήματα για φανταστικές δουλειές, για τις οποίες συνεχώς σου λέω, ότι ποτέ μου δεν τις είδα να πραγματοποιούνται.

– Εμείς έχουμε κάνει πολλές δουλειές με τους Γερμανούς. Επέμενε να μου λέει αυτός. Κι όπως σου είπα πριν, είναι συνεργάτες του συνεταίρου μου οι Γερμανοί. Βάλε λοιπόν ένα χέρι να τελειώσουμε κι αυτήν την δουλειά κι άφησε με στον πόνο μου.

– Δεν έχουμε εργοστάσιο εδώ βρε Ανέστη που να μπορεί να μας δώσει παλέτες με προδιαγραφές όπως μου ζητάς εσύ και προπαντός δεν έχουμε τέτοιες δυνατότητες σε ξυλεία, αφού εισάγουμε την ξυλεία που μας χρειάζεται.

Μόνον οι Σέρβοι από όσα ξέρω έχουν τέτοιες δυνατότητες κι αυτοί πάλι, έχουν διεθνή συμβόλαια και παράγουν για πολλούς τέτοιες παλέτες, οπότε, δεν νομίζω ότι έχουν άλλα περιθώρια και πολύ φοβάμαι ότι αυτοί που σου έδωσαν αυτό το ερώτημα, χρησιμοποιώντας το δικό σου χόμπι να βρίσκεσαι ανάμεσα σε ονειρεμένες δουλειές, θέλουν με δικάσου έξοδα και με δικό σου κόπο, να βρεις αν υπάρχει κάποια άλλη πυγή παραγωγής που δεν την ξέρουν αυτοί, ώστε να τους δώσει σε καλλίτερη τιμή ενδεχομένως τις παλέτες, από αυτήν που ήδη έχουν.

– Όχι. Έλεγε αυτός. Οι συνεργάτες μας είναι φερέγγυοι και δεν θα έκαναν ποτέ κάτι τέτοιο. Πάψε λοιπόν να με απογοητεύεις κι εφόσον εσύ έχεις γνωριμίες παντού, βοήθησε με να βγάλω άκρη με αυτές τις παλέτες.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, δεν ήθελε να δεχθεί την αλήθεια ο Ανέστης, οπότε, δεν μπορούσε και να σταματήσει να τρέχει πίσω από τα ανεκπλήρωτα όνειρα του. Από την στιγμή που δέχτηκε δηλαδή τον ρόλο του μεσάζοντα ως φυσιολογική απασχόληση, επέμενε να κάνει τα ίδια. Αν δεχόταν την αλήθεια όμως, θα αναζητούσε μια κανονική εργασία, προκειμένου να ζήσει την οικογένεια του.

Αυτός όμως έτσι ήθελε να κάνει, οπότε, μανιωδώς πάσχιζε να βρει τις Ευροπαλέτες που άλλοι τον έβαλαν να ψάχνει. Αν τις εύρισκε όμως, θα εξασφάλιζε μεγάλη προμήθεια, όπως υπολόγιζε να πάρει ως μεσάζων, τόσο από τον αγοραστή, όσο κι από τον πωλητή των παλετών κατά την άποψή του.

Για να πάρει λοιπόν αυτός αυτά που φανταζόταν, πίεζε εμένα να τον βοηθήσω, προκειμένου να βρει σωστές απαντήσεις σε όλα εκείνα τα ερωτήματα που αυτός είχε μπροστά του, μέχρι που να φτάσει στο τέρμα την δουλειά που ανέλαβε να κάνει κι όπως ήταν λογικό, δεν μπορούσε να δεχθεί τα ερωτήματα που του έβαζα εγώ και τον εμποδίζουν να υλοποιήσει τους υπολογισμούς του.

Για να μην τον αφήσω κι εντελώς αβοήθητο όμως, τον πήρα μαζί μου εκείνο το πρωινό και τον παρουσίασα σε ένα από τα γραφείο που είχαν οι Σέρβοι στην Θεσσαλονίκη τότε, προκειμένου να διευκολύνουν όσους εμπόρους ήθελαν να διαπραγματευτούν με τα δικά τους εργοστάσια.

Κι αφού τους ανακοινώσαμε εκεί τον λόγο της επίσκεψής μας, την άλλη μέρα κιόλας ήρθε στην Θεσσαλονίκη μια επιτροπή από ένα εργοστάσιο παραγωγής παλετών, προκειμένου να εξετάσουν από κοντά το αίτημα που τους παρουσίαζε ο Ανέστης.

Ήρθαν λοιπόν οι Σκοπιανοί, αφού κοντά στα Σκόπια ήταν το εργοστάσιο παλετών τους κι αφού έλαβαν υπόψη τους όλα τα δεδομένα που τους παρουσίασε εγγράφως ο Ανέστης, όπως κι όλα όσα παρεμβάλλονται και είναι απαραίτητα σε μια διεθνή συναλλαγή, συμφώνησαν μαζί του.

Τόσο στην τιμή ανά παλέτα που αυτός τους πρότεινε να δεχθούν, όσο και στην ποσότητα, στον χρόνο παράδοσης, αλλά και στην ποιότητα που ζητούσε ο πρώτος ενδιαφερόμενος να τις αγοράσει, όπως πολύ καθαρά αναφερόταν στην σύμβαση που είχε στα χέρια του ο Ανέστης, την οποία και ζητούσε να του την υπογράψουν οι Σκοπιανοί.

Για τους δικούς τους λόγους όμως αυτοί, ζήτησαν από τον Ανέστη να τους επισκεφτεί στα Σκόπια, προκειμένου να υπογράψουν εκεί την σύμβαση, αφού βέβαια εμφανιζόταν στα γραφεία τους κι ο Γερμανός που παρουσιαζόταν ως πρώτος αγοραστής, αν και στην πραγματικότητα, ούτε κι αυτός ήταν τέτοιος, γιατί και σ’ αυτόν, άλλος του έδωσε το ερώτημα για τις παλέτες.

Ωστόσο βέβαια, ενημέρωσε τον συνεταίρο του ο Ανέστης για την απαίτηση των Σκοπιανών, ο οποίος και του εγγυήθηκε την πρόθεση του Γερμανού συνεργάτη τους να τον συναντήσει στα Σκόπια.

Αφού λοιπόν συμφώνησαν αυτοί μεταξύ τους, ζήτησαν στην συνέχεια από εμένα, αν μπορούσα κι αν ήθελα, να τους επισκεπτόμουν κι εγώ μαζί με τον Ανέστη στα Σκόπια, όταν δηλαδή θα πήγαινε αυτός εκεί την επόμενη εβδομάδα για την επικύρωση με σφραγίδες και υπογραφές των όσων συμφώνησαν στην Θεσσαλονίκη.

Κι αφού δεν μπορούσα να τον αφήσω να πάει μόνος του εκεί, πράγματι και πήγα μαζί του όταν ήρθε η συγκεκριμένη ημερομηνία κι όπως όριζε το πρόγραμμα μας, φτάσαμε στην ώρα μας στα γραφεία του εργοστασίου.

Εκεί βέβαια, θα συναντούσαμε τον Γερμανό, όπως και τον διευθυντή του εργοστασίου, οι οποίοι όπως συμφωνήθηκε, δεν θα διαπραγματευόταν ξανά την αγορά των παλετών, αλλά θα επικύρωναν απλώς με τις υπογραφές και τις σφραγίδες τους την μεταξύ τους σύμβαση, όπως ακριβώς αμφότεροι το είχαν δεχθεί αυτό διά μέσου της παρέμβασης του Ανέστη.

Όταν μπήκαμε στα γραφεία του εργοστασίου τους όμως, διαπιστώσαμε ότι ο διευθυντής τους δεν ήταν στην θέση του όπως μας υποσχέθηκε, αλλά και κανένας από όσους υπήρχαν εκεί, δεν ήξερε να μας πει κάτι επί του θέματος, αφού κανείς από αυτούς δεν ήρθε μαζί με τον διευθυντή τους στην Θεσσαλονίκη.

Εκτός αυτού, ούτε κι ο Γερμανός εμφανίστηκε όπως ήταν στο πρόγραμμα τους κι όταν τον αναζητήσαμε τηλεφωνικά στο ξενοδοχείο που δήλωσε ότι θα έμενε, μας είπαν ότι δεν είχαν κάνει καμιά κράτηση στο όνομα που τους αναφέραμε.

Πάμε να φύγουμε έλεγα στον Ανέστη. Από ότι φαίνεται, αυτοί σε πούλησαν πριν ακόμη ξεκινήσουμε από την Θεσσαλονίκη. Όχι επέμενε να λέει αυτός. Πολλά χρόνια είμαστε συνεργάτες με τον Γερμανό και ποτέ δεν μας γέλασε, γιατί να το κάνει τώρα;

Δεν ξέρω βρε Ανέστη τι κάνατε μέχρι τώρα, του έλεγα, αλλά σήμερα όντως σε πούλησαν και στα σίγουρα μάλιστα, τόσο αυτός, όσο κι ο διευθυντής που περιμένουμε εδώ και δεν έρχεται κι από ότι υποψιάζομαι, δεν πρόκειται να έρθει σήμερα στο γραφείο του.

Δεν μιλούσε καμιά ξένη γλώσσα ο Ανέστης, γι’ αυτό και ζητούσε από τον συνεταίρο του στην Θεσσαλονίκη να του πει τι έγινε και γιατί δεν εμφανίστηκε στα Σκόπια όπως έπρεπε ο Γερμανός. Εκείνος πάλι, του έλεγε από τηλεφώνου να περιμένει στα γραφεία του εργοστασίου, μέχρι να μάθει τι ακριβώς συνέβαινε.

Κι αφού έτσι έπρεπε, μείναμε στα γραφεία των Σκοπιανών, περιμένοντας την απάντησή του. Από τις εννιά το πρωί όμως που ήταν το ραντεβού μας, έγινε δώδεκα το μεσημέρι κι ακόμη δεν είχαμε νέα από την Θεσσαλονίκη. Έγινε δύο και καμιά απάντηση δεν μας ήρθε.

Έκανε την εμφάνιση του όμως ο διευθυντής του εργοστασίου εκείνη την ώρα, το ύφος του οποίου πολύ καθαρά μας έδειχνε να απορεί για τον λόγο που βρισκόμασταν ακόμη εκεί, ενώ οι συνάδελφοί του απορούσαν με την συμπεριφορά του και με το δίκαιό τους τον ρωτούσαν στην συνέχεια να τους πει, γιατί έλειπε από το γραφείο του ενώ είχε μαζί μας ραντεβού, αλλά και γιατί δεν τους ενημέρωσε για τον λόγο της επίσκεψής μας.

Για να μην υποχρεωθεί αυτός να τους δώσει εξηγήσεις, προφασίστηκε ότι δεν μας ήξερε και μάλιστα μας ρωτούσε να του πούμε εμείς εκείνη την ώρα, ποιος ήταν ο λόγος της επίσκεψης μας στα γραφεία τους.

Τρελάθηκε ο Ανέστης με όσα γινόταν εις βάρος του, οπότε, άρχισε να τον βρίζει στα Ελληνικά με ότι του ερχόταν στο θολωμένο του μυαλό και για να μην διακινδυνεύσουμε και την σωματική μας ακεραιότητα εκτός από την αξιοπρέπειά μας, σηκωτό τον πήρα από εκεί και φύγαμε, αφήνοντας τους Σκοπιανούς να απορούν με τον θυμό του, αφού δεν καταλάβαιναν τίποτε από όσα άκουγαν, ενώ ο διευθυντής τους εξακολουθούσε να κάνει τον ανήξερο.

Μέχρι να φτάσουμε στην Θεσσαλονίκη όμως επιστρέφοντας άκαρποι, συνεχώς έβριζε ο από όλους προδομένος Ανέστης. Την επομένη το πρωί βέβαια, ήρθε ήρεμος να με επισκεφτεί στο γραφείο μου, αλλά και τον άκουσα να μου ανακοινώνει επιτέλους, ότι θα έψαχνε για μια φυσιολογική δουλειά, σαν κι αυτήν που είχε από χρόνια πριν και παράτησε κι ότι ποτέ ξανά δεν θα ακολουθούσε τις φαντασίες του εύκολου πλουτισμού, πράγμα που έκανε τελικά.

Μιχάλης Αλταλίκης

 

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *