Από καιρό έβλεπα κάποιον γνωστό σιδηροδρομικό υπάλληλο να επαιτεί χωρίς κανένα ενδοιασμό και μάλιστα σε πολύ κεντρικό δρόμο της πόλης μας.
Απορούσα όπως καταλαβαίνετε με την συμπεριφορά του, γι’ αυτό και σκεπτόμουν το ενδεχόμενο να αναφέρω στους προϊσταμένους του τις ενέργειες του.
Με βασάνιζε όμως και το ενδεχόμενο να κάνω κάποιο κακό με την δική μου μαρτυρία σ’ αυτόν τον πρόχειρο άνθρωπο όπως τον έβλεπα, γι’ αυτό και συστηματικά απέφευγα να κάνω αυτό που σκεπτόμουν.
Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός από τότε και ήρθε ο προϊστάμενος να με βγάλει απ’ αυτό το αδιέξοδο, όταν με πολύ προσοχή μου εκμυστηρεύτηκε μια μέρα τον δικό του προβληματισμό.
– Είναι καιρός τώρα, που από παντού μας έρχονται πολλές καταγγελίες κι όλες αυτές λένε ότι ο τάδε συνάδελφος μας ζητιανεύει για κάποιο λόγο σε κεντρικό δρόμο της πόλης μας, αν και είναι σοβαρός άνθρωπος και καλός οικογενειάρχης.
Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, δεν εκθέτει μόνον τον εαυτό του αυτός με την συμπεριφορά του, αλλά και ολόκληρη την υπηρεσία μας. Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε, που αναγκαζόμαστε εμείς τώρα, να αναζητούμε τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαμε να τον αντιμετωπίσουμε ανώδυνα γι’ αυτόν, όσο και για μας.
Έως ότου όμως βρούμε εμείς αυτόν τον τρόπο, αλλά και πριν ακόμη πάρουμε κάποια απόφαση περί αυτού, θέλουμε από σένα να μας κάνεις μια χάρη.
Όταν περνάς από την οδό Ερμού, δες αντί για μας αν πράγματι κάνει αυτός όσα μας καταγγέλλουν ή όχι, έτσι ώστε να έχουμε μια πιο έγκυρη μαρτυρία.
Άκουσα την τοποθέτηση του κι αφού επισήμως μου ζητούσαν να κάνω αυτό που κι από μόνος μου καταλάβαινα ότι δεν ήταν και πολύ σωστό αυτό που έβλεπα να κάνει ο συνάδελφος τους, αποφάσισα τελικά να τους μιλήσω γι’ αυτό το θέμα κι αυτά έλεγα στον προϊστάμενο του.
– Δεν χρειάζεται να περάσω εξεπιτούτου από κει, του είπα, γιατί από καιρό τώρα τον βλέπω να επιδίδεται σ’ αυτό το σπορ.
Κι όχι μόνον τον είδα, αλλά κι όταν επίτηδες του έδωσα κάτι, έτσι για να δω τι θα κάνει όταν με δει, αυτός με καλημέρισε αφού το πήρε με το χέρι του και συνέχισε το έργο του χωρίς καθόλου να νοιαστεί, για το ότι και τον είδα και με είδε.
Με έκοψε ο προϊστάμενος και έλεγε κι αυτός με παράπονο σχεδόν κάτι ανάλογο.
– Το ίδιο ακριβώς μας είπαν και οι άλλοι που τον είδαν εκεί. Και σ’ αυτούς το ίδιο έκανε και το έκανε έτσι ακριβώς όπως κι εσύ το λες.
Τελείωσε η κουβέντα που είχα γι’ αυτό το θέμα με τον προϊστάμενο κι αφού πήρε αυτό που ήθελε από μένα, έμαθα μετά από λίγο καιρό ότι αποφάσισαν τελικά και σύσσωμοι οι συνάδελφοι του, ότι έπρεπε να τον παρακολουθήσουν.
Ήθελαν να δουν οι ίδιοι, αλλά κι από κοντά τις ενέργειες του, έτσι ώστε να μάθουν επιτέλους γιατί έκανε κάτι τέτοιο και προπαντός, που πήγαινε τα χρήματα που μαζεύει, αφού η γυναίκα του δεν ήξερε τίποτε για τις όχι και τόσο κρυφές δραστηριότητες του κι όπως επέμενε να τους βεβαιώνει, στο σπίτι τους δεν τα πήγαινε.
Στήθηκαν λοιπόν απέναντί του μια μέρα δύο άγνωστοι προς αυτόν συνάδελφοι του και περίμεναν να δουν, που θα πάει μετά το πέρας της επαιτείας του.
Όταν καμιά φορά θεώρησε αυτός ότι ήταν αρκετά αυτά που μάζεψε, σηκώθηκε από την θέση του και πήγε στα γύρω καταστήματα, όπου και έκανε ένα σωρό ψώνια.
Αφού πήρε αρκετά από αυτά μαζί του, ανέβηκε ύστερα σε ένα αστικό λεωφορείο, όπου καθισμένος στην θέση του απολάμβανε την διαδρομή που αυτό ακολουθούσε με προορισμό την βορειοδυτική πλευρά της πόλης μας.
Μέχρι που να φτάσουν στο τέρμα εκείνης της διαδρομής, ένας λογισμός γύριζε στο μυαλό αυτών που τον παρακολουθούσαν, ότι ο συνάδελφος τους έχει μάλλον δεύτερη και κρυφή οικογένεια κι ότι τα ψώνια που έκανε, εκεί τα πήγαινε.
Αποφάσισαν λοιπόν να τον αφήσουν να μπει πρώτα στο δεύτερο σπίτι του και εκεί μέσα να τον πιάσουν επ’ αυτοφώρω, έτσι ώστε να μη μπορεί μετά να τους αρνηθεί τίποτε από όσα έκανε.
Τον ακολουθούσαν λοιπόν από μακριά όταν τον είδαν να κατεβαίνει από το λεωφορείο και παριστάνοντας τους αδιάφορους, έκπληκτοι τον έβλεπαν να μπαίνει μέσα σε μια παράγκα, η οποία βρισκόταν στην άκρη εκείνου του οικισμού.
Άφησαν στην συνέχεια να περάσου μερικά λεπτά κι αφού πλησίασαν την παράγκα, άνοιξαν την πόρτα της κι όρμισαν μέσα αποφασισμένοι να πιάσουν στα πράσα όπως υπολόγιζαν τον συνάδελφό τους.
Αντί να γίνει αυτό όμως, έμειναν άφωνοι μπροστά σε όσα έβλεπαν εκεί μέσα. Ένα μεγάλο δωμάτιο ήτα όλο κι όλο εκείνος ο χώρος κι αυτός πάλι, ήταν σαν αποθήκη και άδειος από έπιπλα.
Μόνον ένα παλιό μεταλλικό ντιβάνι ήταν στην μια γωνία του χώρου, επάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένος και σκεπασμένος με παλιόρουχα, ένας παραπληγικός και γέρος άνθρωπος.
Ξαφνιάστηκε ο σιδηροδρομικός από την απρόσμενη επίσκεψη εκείνων των δύο ανδρών στην παράγκα, γι’ αυτό και με δυσκολία ψέλλισε.
– Τι συμβαίνει;
Τίποτε δεν συμβαίνει του είπαν κι εκείνοι αμήχανοι, μην ξέροντας πως να χειριστούν το θέμα, αφού δεν ήταν το πράγμα έτσι όπως το υπολόγισαν. Επειδή και κάτι έπρεπε να του πουν όμως, ρωτούσαν με ένα στόμα τον συνάδελφο τους.
– Μπορείς να μας πεις εσύ; Τι κάνεις εδώ και γιατί ζητιανεύεις, νοικοκύρης άνθρωπος;
Θεωρώντας ότι μάλλον ήταν αστυνομικοί αυτοί που μπήκαν έτσι ξαφνικά μέσα στην παράγκα, τους έλεγε κάτι αυτός απολογούμενος περισσότερο, ενώ τους έδειχνε με το χέρι του τον ξαπλωμένο άνθρωπο.
– Να. Ο φίλος μου από δω, είναι άρρωστος τώρα τελευταία και δεν μπορεί να βγει από το σπίτι του, ώστε να πάει στην δουλειά του.
Έχει ανάγκη από φάρμακα και τρόφιμα όμως, γι’ αυτό και κάθομαι εγώ στο πόστο του ζητιανεύοντας στην θέση του, αφού και τα δικά μου έσοδα δεν μου επιτρέπουν να τον περιποιηθώ τώρα που αυτός χρειάζεται την βοήθεια μου κι όπως βλέπετε, είναι ανήμπορος.
– Καλά κάνεις και συμπαραστέκεσαι στον φίλο σου, του είπαν κάπως αυστηρά οι επισκέπτες παριστάνοντας πλέον τους αστυνομικούς, αν και συγκινήθηκαν από την αυτοθυσία του.
Επιτρέπεται όμως να επαιτείς του πρόσθεσαν, ενώ είσαι εργαζόμενος σε έναν δημόσιο φορέα και μάλιστα στον ΟΣΕ; Δεν καταλαβαίνεις ότι μ’ αυτήν σου την ενέργεια, προσβάλλεις όχι μόνον τον εαυτό σου, αλλά κι όλους τους συναδέλφους σου, έστω κι αν αυτό που κάνεις βρίσκεται πίσω από καλό λόγο;
Θα αναφέρουμε την περίπτωση σου στην υπηρεσία σου, αφού αυτή μας έστειλε να δούμε τι κάνεις εδώ, όπως και τον λόγο για τον οποίο το κάνεις κι αν αυτή το θεωρήσει σκόπιμο αυτό, θα μεριμνήσει για τον ασθενή φίλο σου. Εσένα όμως για κανένα λόγο δεν θέλουμε να σε δούμε να ζητιανεύεις και πάλι στους δρόμους. Άκουσες;
– Αν τον φροντίσουν αυτοί, είπε ανακουφισμένος αυτός από την υπόσχεση των επισκεπτών του, εγώ δεν θα έχω πλέον κανέναν λόγο να το κάνω.
Αφού εξακρίβωσαν εκείνοι οι δύο ερευνητές, το πως ακριβώς είχε το πράγμα, άφησαν μόνους τους δύο φίλους και έφυγαν προβληματισμένοι από κει, με σκοπό να ενημερώσουν την υπηρεσία τους, για όσα είδαν να συμβαίνουν.
Αφού ενημερώθηκαν όλοι οι Σιδηροδρομικοί για τα παραπάνω, την άλλη μέρα κιόλας έκαναν έρανο μεταξύ τους κι αφού πρόσθεσε και η υπηρεσία τους κάτι, έβαλαν στην συνέχεια τον παραπληγικό στο νοσοκομείο και δόθηκε αίσιο τέλος σε κείνη την περίεργη συμπεριφορά του συναδέλφου τους.
Τον επέπληξαν βεβαίως για όσα έκανε αλλά και τον επαίνεσαν από την άλλη, απορώντας συγχρόνως για το είδος της συμπαράστασης που έδειξε προς τον ασθενή φίλο του.
Μιχάλης Αλταλίκης