Υπερφορτωμένος λοιπόν και πάλι με τις δικές του ευθύνες, ο γνωστός πια μοναχός με τις αυξημένες υποχρεώσεις, έφτασε αργά το απόγευμα στο μετόχι μας της Θεσσαλονίκης στα μέσα του Οκτωβρίου από την Αθήνα προερχόμενος κι από κάποιον μηχανικό όπως μου είπε συνοδευόμενος.
Έμαθε ότι θα πήγαινα στην Ουρανούπολη για τους γνωστούς δικούς μου λόγους κι όταν με κάλεσε στο κινητό να μου πει, ότι ήθελε κι αυτός να έρθει μαζί μου, τότε μου είπε ότι θα τον συνόδευε και κάποιος άλλος, οπότε, έπρεπε να υπολογίσω χώρο για δυό επιβάτες στην καμπίνα του αυτοκινήτου μου.
Και για να ξεκουραστεί κάπως αυτός από το ταξίδι που έκανε, ζήτησε να ξεκινήσουμε στις τέσσερεις την κοινή μας αναχώρηση, αδιαφορώντας τελείως, για το αν βόλευε και σ’ εμένα αυτή η απόφαση, αφού έπρεπε να φορτώσω πρώτα αυτά που είχα σκοπό να μεταφέρω για το μοναστήρι και να τα ξεφορτώσω μετά μάλιστα μέσα στο καράβι κατά δική του πάντα εντολή.
Για να είμαι δηλαδή έτοιμος προς αναχώρηση στις τέσσερεις, έπρεπε να υπολογίζω ανάποδα τον χρόνο που θα χρειαζόμουν. Εφόσον είχα να πάρω πολλά από την αποθήκη μου και αυτά θα μου έτρωγαν δυό ώρες περίπου, έπρεπε να βρίσκομαι στο μετόχι μας στις δύο τα χαράματα. Και για να το κάνω αυτό, έπρεπε να φύγω από το σπίτι μου στις μιάμιση.
Αυτό πάλι, από μόνο του δήλωνε, ότι δεν θα μπορούσα να κοιμηθώ έστω και για λύγο, γιατί αλλιώς τα υπολόγισα όταν δεν είχα κανέναν να επηρεάζει το πρόγραμμά μου. Στις δώδεκα δηλαδή υπολόγιζα να αρχίσω την φόρτωση και στις δύο να αναχωρήσω για την Ουρανούπολη.
Μιάμιση με δύο ώρες για την διαδρομή μου και δύο για την εκφόρτωση αυτών που σκόπευα να αφήσω στο καράβι. Στις πέντε και μισή υπολόγιζα την αναχώρηση μου από την Ουρανούπολη και κάπου στην διαδρομή να έκανα τον ύπνο που μου χρειαζόταν.
Ξεκινώντας στις τέσσερεις όμως, θα πίεζα τον εαυτό μου όπως και το αυτοκίνητό μου, να βρίσκομαι στις πεντέμιση στην Ουρανούπολη και τότε που δεν θα μπορούσα να κάνω την εκφόρτωση στο καράβι με ασφαλή τρόπο, γιατί πολλοί άλλοι σαν κι εμένα κάνουν το ίδιο εκείνη την ώρα.
Αν και πολύ καλά λοιπόν γνώριζε την δυσκολία του θέματος ο γνωστός μοναχός, εντούτοις, προτιμούσε να κάνει ότι βόλευε σ’ αυτόν κι όχι σ’ εμένα. Είχα βαρεθεί όμως να του κάνω παράπονα για τον τρόπο που μου φερόταν και για να μην συγχυστώ περισσότερο μαζί του, έκανα ότι μου είπε.
Στις τέσσερεις ακριβώς λοιπόν, πράγματι βρισκόμουν έξω από την πόρτα του μετοχίου και τον περίμενα. Αντί γι’ αυτόν όμως, είδα τον άγνωστο σ’ εμένα μηχανικό να με πλησιάζει κι όταν κάθισε δίπλα μου και στην μεσαία θέση αφού με καλημέρισε πρώτα, μου έλεγε χαμηλόφωνα το πρόβλημά του, μην τον ακούσει ο μοναχός.
Κι αυτό που μου έλεγε, ήτα ότι δεν ήθελε να καθίσει στην μεσαία θέση, γιατί όταν για κάποιον λόγο το παθαίνει, εκεί ιδικά, τον ταλαιπωρούσαν περισσότερο τα ουρολογικά του προβλήματα.
Ξέρει το πρόβλημά μου ο μοναχός πρόσθεσε, αλλά ποτέ δεν κάθεται στην μέση. Και τώρα που θα έρθει, εμένα θα υποχρεώσει να καθίσω εδώ, γι’ αυτό και κάθισα από μόνος μου. Θέλω να σε παρακαλέσω όμως αν και δεν σε γνωρίζω, να ακούσεις κι εσύ το πρόβλημά μου, ώστε να με βοηθήσεις στην διαδρομή.
Κι αφού αυτό αποφάσισε να κάνει, στα γρήγορα μου έλεγε, ότι ποτέ δεν ταξιδεύει με λεωφορείο, ή με άλλο αυτοκίνητο, γιατί δεν σταματούν οι οδηγοί εκεί που αυτός εξ ανάγκης το χρειάζεται.
Γι αυτό λοιπόν, μια και εσύ θα μας πας στην Ουρανούπολη έλεγε, πολύ θα σε παρακαλέσω να μην τρέχεις στην διαδρομή μας και τις στροφές να τις παίρνεις σιγά, σιγά, γιατί σ’ αυτές ιδικά, μια θα πέφτω πάνω σ’ εσένα και μια πάνω στον μοναχό κι αυτό όπως καταλαβαίνεις θα με προκαλέσει συχνοουρία.
Κι επειδή πολλές φορές θα χρειαστεί να σταθείς κάπου για τον γνωστό λόγο, κανόνισε πως θα κάνεις το ταξίδι μας, ώστε να εξυπηρετηθώ κι εγώ. Μη πεις τίποτε όμως σ’ αυτόν από αυτά που σου ανάφερα, γιατί όχι μόνον δεν καταλαβαίνει από τα προβλήματα των άλλων, αλλά θυμώνει όταν για κάποιον λόγο αναγκάζεται, ή τον βάζουν να καθίσει στην μεσαία θέση.
Μη φοβάσαι του έλεγα κι εγώ για να τον ηρεμίσω και σε κανέναν δεν έχω να πω τίποτε. Όσο για τις ιδιοτροπίες του μοναχού που μου αναφέρεις, τις γνωρίζω πολύ καλύτερα από σένα. Αφού μου ανάφερες όμως το πρόβλημά σου, θα κανονίσω έτσι εγώ το πράγμα, που ούτε θα κουνηθείς, ούτε θα ζαλιστείς, ούτε και θα κατουρηθείς.
Και μέχρι να σου έρθει αυτή η επιθυμία, θα βρίσκεσαι στην προβλήτα της Ουρανούπολης. Τον μοναχό όμως και την νοοτροπία του, δεν θα μπορέσω να την αλλάξω, γιατί από μικρός την κρατάει και δεν θέλει να την αφήσει.
Αυτά προλάβαμε να πούμε με τον μηχανικό και τέσσερεις και δέκα ήρθε τελικά ο μοναχός. Μόλις κάθισε στην θέση του όμως, αμέσως ξεκίνησα και γρήγορα έκανα την διαδρομή μου για να καλύψω και το δεκάλεπτο που μου πρόσθεσε, από αδιαφορία για τις δικές μου υποχρεώσεις. Αλλά και περισσότερο χρόνο ήθελα να κερδίσω, ώστε να κάνω και την εκφόρτωσή μου στην ώρα της αν μπορούσα.
Όπως υποσχέθηκα στον μηχανικό όμως, έκανα έτσι την διαδρομή μας που ρούπι δεν κουνιόταν. Αυτός όμως, όλο και κοιτούσε προς το καντράν, στην προσπάθειά του να δει πόσο έτρεχα. Παρατηρώντας ο μοναχός την διάθεσή του, να βλέπει συνεχώς προς το καντράν δηλαδή, του έλεγε ότι έκανα κάπως γρήγορα το ταξίδι μας, για να κερδίσω τον χρόνο που έχασα.
Όταν πια φτάσαμε στις στροφές της Ολυμπιάδας και δεν του έβγαινε η ώρα σύμφωνα με τις δικές του δυνατότητες οδήγησης, έλεγε με απορία. Τώρα έδωσαν αυτόν τον δρόμο σε κυκλοφορία; Πολύ καλός δρόμος πρέπει να πω. Ούτε στροφές έχει, ούτε ανηφόρες, ούτε κατηφόρες.
Στην προσπάθειά του μάλιστα να δει και την θάλασσα αφού ήξερε ότι βρισκόταν στα αριστερά μας, πάλι απαντούσε μόνος του. Μπράβο. Πολύ καλός δρόμος. Είναι ποιο ψηλά βέβαια από τον άλλον, γι’ αυτό και δεν φαίνετε η θάλασσα. Αλλά πότε τον έκαναν, αφού πριν από τρείς μήνες έκανα αυτήν την διαδρομή και πουθενά δεν συνάντησα συνεργεία.
Εγώ βέβαια, τίποτε δεν του έλεγα. Ο μοναχός όμως, έσκασε από τις ερωτήσεις του και πολύ απότομα του μιλούσε. Μα είναι δυνατόν; Μηχανικός είσαι. Γίνονται δρόμοι μέσα σε τρείς μήνες; Τι είναι αυτά που μας λες;
Έκανε μια παύλα ο μηχανικός και πάλι έλεγε. Είκοσι χρόνια κάνω αυτήν την διαδρομή και πολύ καλύτερα από τον καθένα ξέρω αυτόν τον δρόμο. Είναι γεμάτος από κλειστές στροφές, όπως κι από πολλές ανηφόρες και κατηφόρες. Αυτός εδώ όμως είναι ίσιος. Εγώ δε, πόντο δεν κουνήθηκα. Πως λοιπόν δεν είναι άλλος δρόμος;
Αγανακτισμένος μαζί του ο μοναχός, μόνον αυτό του έλεγε. Πάψε πια. Πάψε να λες τέτοια, γιατί αρχίζω να αμφιβάλω για την ορθή κρίση που πρέπει να έχεις ως μηχανικώς. Έπαψε πια να μιλά ο μηχανικός, αλλά δεν έπαψε να συμβουλεύεται το ρολόι του, γιατί τίποτε δεν ταίριαζε με αυτά που αυτός ήξερε ως στάνταρτ.
Όταν μάλιστα θέλησε να πληροφορηθεί, σε ποιόν οικισμό μπαίναμε εκείνη την ώρα, αδιάφορα του απαντούσε ο μοναχός ότι ήταν η Ιερισσός. Στο άκουσμα της Ιερισσού όμως, έξαλλος έγινε ο μηχανικός. Αυτός ήταν κι ο λόγος μάλιστα που με δυνατή φωνή έλεγε. Θα με τρελάνετε τώρα; Για να φτάσω εγώ στην Ιερισσό από την Θεσσαλονίκη, θέλω δυόμιση ώρες. Εμείς δεν κάναμε ούτε μια. Πώς λοιπόν μου λέτε ότι είναι ίδιος δρόμος;
Θα μπορούσε να του πει ο μοναχός, ότι ο Μιχάλης είναι αυτός που κάνει τον δρόμο να σου φαίνετε άλλος κι ότι ο τρόπος που οδηγεί είναι αυτός που δεν σε ενοχλούν τα ουρολογικά σου κι ασφαλώς θα μπορούσε να το καταλάβει ο άνθρωπος. Εκείνος όμως, επέμενε να τον μαλώνει. Πάψε. Πάψε πια να λες αρλούμπες. Γίνονται δρόμοι σε τρείς μήνες;
Έπαψε βέβαια ο μηχανικός, αλλά όταν πια σταματήσαμε στην Ουρανούπολη και κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο, το ρολόι του πάλι κοιτούσε και σ’ εμένα έλεγε με απορία και πολύ σιγά μην τον ακούσει ο μοναχός. Θα τρελαθώ ρε παιδί. Άλλος είναι ο δρόμος που μας έφερες. Έτσι δεν είναι; Δεν πρόλαβα να του απαντήσω όμως, γιατί άκουσε το ερώτημά του ο μοναχός κι από άκρατο εγωισμό, δεν του είπε τίποτε για την δική μου δυνατότητα, παρά μόνον τον μάλωνε με τον γνωστό τρόπο. Πάψε πια. Δεν ντρέπεσαι να λες τέτοιες αρλούμπες; Θα τις πεις πουθενά αλλού και θα σε κοροϊδεύουν.
Αυτά μόνον του είπε και βιαστικά πήγαινε προς το γραφείο προσκυνητών να του βγάλει το διαμονητήριο καθώς έπρεπε. Κι αφού δεν ήταν κανείς εκεί να εμποδίζει εμένα, άνοιξα την πόρτα του καραβιού και με το φορτηγάκι μου μπήκα μέσα να κάνω την δουλειά μου.
Άρχισα να ξεφορτώνω τις προμήθειες που μετέφερα δηλαδή και στα γρήγορα έκανα την τοποθέτησή τους πάνω στις παλέτες, ώστε να διευκολύνω κι αυτούς που θα ερχόταν σε λίγο να κάνουν το ίδιο.
Μη μπορώντας να ησυχάσει όμως ο μηχανικός, πάλι με πλησίασε και πάλι έλεγε με κάποιο παράπονο στην φωνή του θα έλεγα. Πες μου σε παρακαλώ τι συμβαίνει, γιατί θα τρελαθώ. Γιατί δεν είδα πουθενά τις στροφές; Γιατί ήρθαμε τόσο γρήγορα και γιατί δεν κουνήθηκα καθόλου στην διαδρομή; Και προπαντός, γιατί δεν κατουρήθηκα τουλάχιστον δέκα φορές, όπως παθαίνω κάθε φορά που μόνος μου έρχομαι εδώ.
Έπρεπε να σου τα πει ο μοναχός αυτά του έλεγα ενώ ξεφόρτωνα, αλλά για να μην αναγκαστεί να παραδεχθεί, την δυνατότητα που έχει ο οδηγός της μονής τους, τίποτε δεν σου είπε. Για να μην απορείς κι εσύ όμως, πρέπει να σου πω ότι από την στιγμή που μου ανάφερες το πρόβλημά σου, ήξερα τι έπρεπε να κάνω, αλλά κι αυτήν την διαδρομή, πολλές φορές την κάνω τόσο γρήγορα από παρόμοιες ανάγκες ωθούμενος.
Μην ανησυχείς λοιπόν κι ο δρόμος που είδες, είναι αυτός που κι εσύ ξέρεις. Ο τρόπος που εγώ προσωπικά οδηγώ, αυτός είναι που σου προκάλεσε την διαφορά, οπότε, καθόλου μην αμφιβάλεις, γιατί από τον ίδιο δρόμο ήρθαμε.
Δεν ξέρω βέβαια τι κατάλαβε ο μηχανικός από αυτά που του είπα, αλλά καθώς πήγαινε προς τον καταπέλτη του καραβιού, τον άκουσα να μελετά το θέμα και στον εαυτό του να λέει αυτά που σκεφτόταν. Αυτός βέβαια το είπε, ότι ούτε θα κουνηθείς, ούτε και θα κατουρηθείς και μέχρι να σου έρθει αυτή η επιθυμία, στην Ουρανούπολη θα ήμαστε, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πως το έκανε.
Επιστρέφοντας μετά από λύγο, πάλι με ρωτούσε. Αλήθεια ρε συ δεν ήταν άλλος δρόμος αυτός που μας έφερες; Πίσω του όμως ερχόταν κι ο μοναχός με το διαμονητήριό του στα χέρια κι όπως ήταν λογικό τον άκουσε.
Ακούγοντας λοιπόν για πολλοστή φορά να μου κάνει το ίδιο ερώτημα, πάλι του έβαλε κατσάδα. Αυτό που κάνεις του έλεγε, είναι ντροπή για έναν μηχανικό της δικής σου κατηγορίας κι εσύ ακόμα επιμένεις να ρωτάς το ίδιο πράγμα;
Χώνεψέ το επιτέλους να ησυχάσουμε. Δεν υπάρχει άλλος και παράλληλος δρόμος στην ίδια περιοχή. Αυτός είναι που κι εσύ ξέρεις και μη ρωτήσεις ξανά, γιατί όντως θα αμφιβάλω για τις δυνατότητές σου ως μηχανικό. Ακούς εκεί, άλλος δρόμος? Είναι ντροπή να λες εσύ τέτοια πράγματα.
Κι αφού τον απομάκρυνε από μένα, ακόμη περισσότερα του έλεγε μέχρι να ανέβουν στο πάνω κατάστρωμα. Ο μηχανικός δε, άχνα δεν έβγαζε. Σπρώχνοντάς τον όμως ο μοναχός που ακολουθούσε πίσω του, δυό, δυό υποχρεώθηκε να ανέβει τα σκαλοπάτια.
Ούτε κι εγώ βέβαια είχα χρόνο να κάνω περισσότερες κουβέντες μαζί του, γιατί ήδη ήρθαν αρκετοί εκεί από αυτούς που ήθελαν να ξεφορτώσουν τα δικά τους πράγματα στο καράβι και με πίεζαν να κάνω γρηγορότερα την δική μου εκφόρτωση.
Τελειώνοντας βέβαια, αμέσως έφυγα από την Ουρανούπολη κι αφού ενημέρωσα σχετικά τον καπετάνιο, πήγα να κοιμηθώ έξω από την εκκλησία της Ιερισσού, όπως το συνήθιζα.
Μιχάλης Αλταλίκης