Ήμουν λογοδοσμένος λοιπόν ακόμη και η μέλλουσα αρραβωνιαστικιά μου είχε κάνει συνήθεια της πλέον, το να έρχεται κάθε μέρα σχεδόν στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό προκειμένου να με συναντήσει.
Ερχόταν μετά το πέρας της δικής της εργασίας βέβαια, δεδομένου ότι εργαζόταν τότε στο μηχανουργείο του πατέρα της, γι’ αυτό και έκανε την επίσκεψη της κατά τις τρεις με τέσσερις το απόγευμα.
Οι δικές μου εργασιακές υποχρεώσεις όμως δεν είχαν τελειωμό, γι’ αυτό και μόλις την έβλεπα να έρχεται στον σταθμό, έβαζα τις υπόλοιπες εκ των εργασιών μου να ακολουθούν το πρόγραμμα τους και παίρνοντας την από το χέρι, φεύγαμε μαζί για μια ανέμελη παραλιακή βόλτα.
Με χαιρετούσαν ευχαριστημένοι οι εργάτες για τον λόγο που άφηνα τις ευθύνες της δουλειάς μου στην δική τους προσοχή, αλλά και νοήματα μου έκαναν να καθυστερήσω την επιστροφή μου όσο θα ήθελα.
Νέα παιδιά ήμασταν και είχαμε κάθε δικαίωμα να χαρούμε την νόμιμη πλέον σχέση μας, αλλά κι από όσα έβλεπα να γίνονται στο πέρασμα μας κι όσοι μας ήξεραν χαιρόταν μαζί μας, βλέποντας μας να βαδίζουμε χέρι, χέρι προς την παραλία.
Αφού κάναμε την βόλτα μας και μετά όμως, παίρναμε στην συνέχεια το λεωφορείο της γραμμής που κατέληγε στην περιοχή που έμενε κι όπως ήταν φυσικό αυτό, συνοδεύοντας την καταλήγαμε παρέα στο σπίτι της.
Το επαναλαμβάναμε συχνά αυτό κι όταν κατά διαστήματα μας το επέτρεπαν τόσο ο καιρός, όσο και οι δικές μου υποχρεώσεις, κάναμε για τους ίδιους λόγους με τα πόδια και παραλιακά αυτήν την πολύ μεγάλη διαδρομή, αφού το σπίτι τους ήταν στην άλλη άκρη και στην ανατολική πλευρά της πόλης μας.
Όπως συνήθως λοιπόν, έτσι κι εκείνο το διάστημα που ετοιμαζόμασταν να αντιμετωπίσουμε τον αρραβώνα μας, κάναμε και πάλι ένα απόγευμα με τα πόδια την ίδια παραλιακή διαδρομή, βαδίζοντας δίπλα από την θάλασσα.
Και δεν βαδίζαμε απλώς, αλλά συζητούσαμε καθ’ οδόν και τα σχετικά με τον σκοπό μας θέματα, αφού μας πλησίασε πια ο χρόνος κι έπρεπε να προσδιορίσουμε την ακριβή ημερομηνία που θα γινόταν ο αρραβώνας μας.
Λέγαμε βέβαια εμείς τα δικά μας βολτάροντας, για το πότε ακριβώς θέλαμε να γίνει αυτός, αλλά έπρεπε να δούμε αν συμφωνούσαν μαζί μας και οι γονείς μας.
Ενημέρωσα λοιπόν εγώ τους δικούς μου στην πρώτη ευκαιρία, οι οποίο και δήλωσαν ότι μπορούσαμε να τον κάνουμε όποτε θέλαμε εμείς, αρκεί να συμφωνούσε μαζί μας και ο συμπέθερος όπως έλεγε ο πατέρας μου.
Το ίδιο προφανώς έκανε και η μέλλουσα αρραβωνιαστικιά μου, γι’ αυτό και μελετούσε το θέμα ο πεθερός μου, ο οποίος όπως σας είπα ήταν νέος σχετικά και η μικρή διαφορά ηλικίας που είχαμε μεταξύ μας, περίπου είκοσι χρόνια δηλαδή, μας επέτρεπε να δένουμε και σαν παρέα οι δυο μας.
Το ίδιο συνέβαινε και με τον συνομήλικο του συνεταίρο, αυτόν δηλαδή που προθυμοποιήθηκε να γίνει κουμπάρος μας κι όπως ήταν τότε στις συνήθειες μας, να μας αλλάξει τις βέρες.
Αφού δέναμε όμως σαν παρέα οι τρείς μας, πολλές φορές βγαίναμε έξω τα βράδια μόνοι μας, προκειμένου να πιούμε ένα φιλικό και χαλαρό κρασάκι, στις πέριξ της περιοχής τους ταβερνούλες.
Το κάναμε συχνά αυτό, γι’ αυτό κι άκουσα τον πεθερό μου να μου λέει ένα βράδυ κατά την διάρκεια μιας τέτοιας εξόδου, την στιγμή μάλιστα που τσουγκρίζαμε για πολλοστή φορά τα ποτήρια μας.
– Μελετούσαμε τα του αρραβώνος με τον κουμπάρο σας αυτές τις μέρες και προβληματιστήκαμε κάπως. Δεν ξέρουμε αλλά και δεν είναι σίγουρο αν μπορέσουμε να σηκώσουμε τα έξοδα για ένα καλό γαμήλιο γλέντι, δεδομένου ότι έχουμε πολύ μεγάλο σόι κι όπως μας είπες κι εσύ, για τους ίδιους λόγους, ούτε εσύ θέλεις να κάνουμε κάτι τέτοιο.
Σκεφτήκαμε λοιπόν, να αναλάβουμε εμείς τα έξοδα, εγώ κι ο συνεταίρος μου δηλαδή και να κάνουμε τώρα που μπορούμε έναν καλό αρραβώνα, καλώντας σ’ αυτόν, μόνον τους πολύ κοντινούς μας συγγενείς.
Αν πάλι μπορέσουμε, θα κάνουμε το ίδιο και στον γάμο σας. Αυτό όμως θα το δούμε τότε που θα έρθει εκείνη η ώρα. Όσο για το γλέντι του αρραβώνα σας πάντως, αυτό θα το κάνουμε όπως πρέπει, αφού όπως σου είπα εμείς το αποφασίσαμε.
Εσύ τι λες; Συμφωνείς ή όχι; Αλλά και τι σου μένει να πεις εσύ; Αφού το έμαθες πιά. Αρχηγού παρόντος, πάσα αρχή παυσάτο.
Μετά κι από κείνη την δήλωση, παρόντος και του συνεταίρου του, ορίσαμε τελικά εκεί την ακριβή ημερομηνία του αρραβώνα μας κι όπως σ’ όλους βόλευε αυτό, οριστικοποιήσαμε να γίνει αυτός στις 20 Ιουλίου, μια ημερομηνία δηλαδή που δεν ήταν και πολύ μακριά από την ώρα που τα πίναμε.
Καλέσαμε λοιπόν καμιά τριακοσαριά άτομα από τους πολύ κοντινούς μας συγγενείς όπως συμφωνήσαμε, από τους οποίους και ζητήσαμε να παρευρεθούν στους αρραβώνες μας.
Ήρθαν αυτοί όπως ήταν κι αναμενόμενο και πλαισίωσαν τον ειδικά γι’ αυτόν τον σκοπό διαμορφωμένο εξωτερικό χώρο ενός γνωστού κέντρου της περιοχής της Κρήνης κι αφού όλοι και όλα ήταν έτοιμα και στην ώρα τους, αλλάξαμε τελικά τις βέρες μας με όλους τους προβλεπόμενους για την εποχή που αναφέρομαι τύπους.
Το γλέντι που ακολούθησε είχε πολύ μεγάλη επιτυχία και εμείς με τα καλά μας ρούχα στολισμένοι και σιδερωμένοι, δεχτήκαμε τις ευχές όλων όσων ήταν εκεί και όταν τις πρωινές ώρες πια ξεπροβοδήσαμε τους πάντες, πήγαμε στο σπίτι του πεθερού μου, όπου και κατά την συνήθεια μας πλέον, κλείσαμε την βραδιά μας πίνοντας πάρα πολλές μπίρες μέχρι το πρωί.
Μετά από τον αρραβώνα μας και ως επίσημος γαμπρός πλέον στο σπίτι τους, έγινα το πέμπτο μέλος της οικογένειας τους, δεδομένου ότι είχα και έναν κουνιάδο που τότε ήταν μαθητής ακόμη του δημοτικού και με αντιμετώπιζε όπως αν θα ήμουν ο μεγαλύτερος του αδελφός.
Με τον πεθερό μου όμως δέθηκα αρκετά όπως είπα, γι’ αυτό και δεν υπήρχε Σαββατοκύριακο που να μη κάνουμε παρέα τις βόλτες μας στα πέριξ της Χαλκιδικής παραθεριστικά κέντρα, για τα απαραίτητα καλοκαιρινά μας μπάνια.
Αυτά δε, ποτέ δεν τα κάναμε μόνοι μας. Όπου κι αν επιλέγαμε να πάμε, πηγαίναμε συνοδευόμενοι από τον δικό τους κουμπάρο και την οικογένεια του, αυτόν που ήταν και γείτονας τους συγχρόνως, δεδομένου ότι κι αυτός νεαρός ήταν και συνομήλικος μου σχεδόν.
Επειδή πολλά Σαββατοκύριακα περνούσα μαζί τους, είχα ξεχάσει κατά κάποιον τρόπο τους δικούς μου οικείους, γι’ αυτό κι άκουσα μια μέρα τα σχετικά σχόλια από τον πατέρα μου, που πολύ του κακοφαινόταν αυτή η προσκόλληση μου στους νέους συγγενείς μου κι αυτά μου έλεγε.
– Είμαστε κι εμείς εδώ. Τι έγινε τώρα; Μας ξέχασες;
Στεναχωρήθηκα με όσα τον ανάγκασα να σκέφτεται για μένα, γι’ αυτό και του έλεγα κάτι, απολογούμενος σχεδόν απέναντι του.
– Όχι ρε πατέρα δεν σας ξέχασα. Αλλά να. Κάνουμε καλή παρέα όλοι μαζί, γι’ αυτό και κάπως ξεχάστηκα μπορώ να πω συμφωνώντας μαζί σου. Είναι και το ότι βρήκα εκεί διαθέσιμο αυτοκίνητο, πράγμα που μου έλειψε κι όπως καταλαβαίνεις όντως ξεχάστηκα.
Μη στεναχωριέστε όμως, γιατί εγώ όντως είμαι εδώ και σε διαβεβαιώνω ότι θα είμαι πάντα εδώ και κοντά σας, έστω κι αν για τους λόγους που σου ανέφερα, λείπω μερικές φορές.
Είναι αλήθεια ότι μου έλειπε το αυτοκίνητο κι αφού ο πεθερός μου διέθετε το δικό του, πολύ χαιρόμουν την οδήγηση, την οποία είχα να γευθώ από τότε που απολύθηκα από τον στρατό.
Οδηγώντας λοιπόν το δικό του αυτοκίνητο, αφού για κάθε περίπτωση αυτός οδηγούσε μονίμως το φορτηγάκι που έχει για τις ανάγκες του μηχανουργείο τους, κάναμε αρκετές εκδρομές όλοι μαζί στα πέριξ παραθεριστικά κέντρα.
Οι διαδρομές που σας αναφέρω δεν ήταν μόνον πολλές, αλλά κι όντως αξέχαστες κι αυτός ήταν ο λόγος που έδωσα την εντύπωση στους δικούς μου ότι τους ξέχασα.
Σε μια από αυτές τις εκδρομές όμως, βρέθηκα να παραθερίζω για λίγες μέρες μαζί τους και μετά από πολύ καιρό, σε μια παραλία του Στρυμονικού κόλπου και μάλιστα στην παραλία των Βρασνών.
Από νεαρός είχα να αισθανθώ την χαρά των διακοπών, αφού για πρώτη μου φορά πήρα άδεια αφότου άρχισα να εργάζομαι κι όπως κάνουν όλοι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι όταν κάνουν διακοπές, έμεινα εκεί για μια εβδομάδα και μακριά από τον Σταθμό και τις εκεί υποχρεώσεις μου.
Την θέση μου ανέλαβε να καλύψει ο κολλητός φίλος και συνάδελφος μου, με την βοήθεια του εργολάβου και των εργατών που διέθετα εκεί κι έτσι; Βρέθηκα να κάνω μπάνια όπως όταν ήμουν μαθητής, γι’ αυτό κι ανέμελα το διασκέδαζα.
Με όλα όσα μεσολάβησαν όμως στην ζωή μου, από τότε που ήμουν μαθητής και μέχρι την περίοδο που σας αναφέρω, πράγματι ξέχασα αυτήν την εμπειρία του αδειούχου από υποχρεώσεις και δουλειές.
Τις θυμήθηκα εκεί όπως καταλαβαίνετε κι αφού μου άρεσαν αυτές αλλά και ο χώρος που τις περνούσα, πολλά έχω να σας διηγηθώ στην συνέχεια από την εκεί παραμονή μου ως αδειούχος και για πολλά καλοκαίρια στον ίδιο χώρο.
Αυτά δε, θα σας τα διηγηθώ αργότερα και όταν έρθει η ώρα, αλλά και όπως ακριβώς μου παρουσιάστηκαν στις εκάστοτε καλοκαιρινές μας διακοπές στον ίδιο πάντα χώρο, στην παραλία δηλαδή των Βρασνών.
Μιχάλης Αλταλίκης