Τον Αντώνη λοιπόν περίμενα να επαναλάβει την επίσκεψή του και τον αδελφό του Χρύσανθο είδα μετά από μερικές μέρες να μας επισκέπτεται, ο οποίος μάλιστα, κάπως φορτσάτος έκανε την είσοδό του στον χώρο μας κι από το δύστροπο του χαρακτήρα του μάλλον υποκινούμενος, νευρικά βάδιζε.
Αυτόν ιδικά, ούτε κι εγώ θα ήθελα να τον έχω αδελφό, γιατί η δυστροπία του χαρακτήρα του ήταν δύσκολα αντιμετωπίσιμη. Και πολύ κουραστική ήταν βέβαια, γιατί ο αδελφός του κι ο πατέρας του, συνεχώς έπρεπε να υποχωρούν, σε όσα κοινά βέβαια τους απασχολούσαν και σκοπίμως το έκαναν αυτό όπως γνωρίζω, για να μη μαλώνουν ατέρμονα μαζί του και για το τίποτε τις περισσότερες φορές, αλλά και για να αποφύγουν έστω και μερικώς τους δυσμενείς σχολιασμούς που δεχόταν από φίλους, γνωστούς και συγγενείς, για τους οποίους βέβαια, καμιά σημασία δεν έδινε ο Χρύσανθος.
Δεν μπορούσα δε να φανταστώ τον σκοπό της επίσκεψής του, για τον λόγο ότι μια καλημέρα είχαμε μόνον μεταξύ μας κι αυτήν πάλι από απόσταση, γιατί όλοι έπρεπε να κρατούν αποστάσεις από αυτόν, αν ήθελαν να αποφύγουν αυτά που πολύ εύκολα μπορούσαν να προκαλέσουν κακό, αφού και η καλημέρα που λέει σε όποιον αυτός θέλει είναι τέτοια, που σε προστριβή παραπέμπει.
Μας πλησίασε ωστόσο και χωρείς καν να μας καλημερίσει, άνοιξε το στόμα του κι άρχισε να κάνει μαζεμένες ερωτήσεις και να τις κάνει μάλιστα με τον δικό του όπως πάντα ξεχωριστό τρόπο, σαν να φοβόταν μη του τελειώσουν οι μπαταρίες του δηλαδή και δεν προλάβει να μας πει αυτά ήθελε.
Βλέποντάς η γυναίκα μου την παρουσία του και μόνον στην βεράντα μας, άφησε στο τραπέζι τον καφέ που μου έκανε κι αφού πήρε τον δικό της πίσω, μέσα στο σπίτι πήγε να τον συνεχίσει, γιατί της προκαλούσε άγχος.
Απτόητος όμως αυτός, έλεγε εκείνη την στιγμή με το ανάλογο ύφος σ’ εμένα. Δεν μου λες; Ποιός σου έδωσε το δικαίωμα να δίνεις συμβουλές; Και γιατί τα είπες όλα αυτά στον αδελφό μου; Γι’ αυτό λοιπόν ήρθες να μείνεις στο χωριό μας; Για να ανακατεύεσαι δηλαδή εκεί που δεν σε σπέρνουν;
Ποιος είσαι εσύ λοιπόν που μπαίνεις στα σπίτια και τα κάνεις άνω κάτω με τις συμβουλές σου; Εμείς δηλαδή δεν ξέρουμε τι να κάνουμε και ήρθες εσύ τώρα να μας κάνεις κουμάντο; Κοίτα λοιπόν να κάνεις κουμάντο τον εαυτό σου κι άφησέ μας ήσυχους εμάς. Άκουσες;
Ίσως να ήθελε να πει περισσότερα ο άρρωστος άνθρωπος αλλά τον σταμάτησα. Θα μπορούσα ακόμη και να τον πετάξω έξω από το σπίτι μου και μάλιστα με τις κλωτσιές για τον τρόπο που μου μιλούσε. Σκεπτόμενος την αρρώστια του μυαλού του όμως, προσπάθησα να τον καλμάρω.
Άνθρωπος είναι είπα μέσα μου κι εφόσον τον δέχεται ο Θεός έτσι όπως είναι μέχρι να συνεφέρει τον εαυτό του, αν ποτέ τα καταφέρει, τότε κι εγώ πρέπει να τον ανεχθώ, αλλά και στην αρρώστια του πρέπει να συμπαρασταθώ αν μπορέσω.
Αρχίζοντας να του μιλώ λοιπόν, αυτά του έλεγα με πολύ προσεγμένο τρόπο. Καλά μας τα είπες βρε Χρύσανθε, αλλά άκουσε τι θα σου πω κι εγώ τώρα αν θέλεις, αφού βέβαια δεχθείς πρώτα να καθίσεις για λίγο μαζί μου κι αν έχεις χρόνο στην διάθεσή σου, να σου κάνουμε κι έναν καφέ να πιείς μέχρι να ηρεμίσεις, γιατί πολύ ερεθισμένος μας ήρθες και δεν μπορώ να δικαιολογήσω τον λόγο.
Όπως σε άκουσα εγώ όμως, χωρίς να σε διακόψω, έτσι θέλω να με ακούσεις κι εσύ. Στο τέλος βέβαια, μου λες αν θέλεις αυτά που επιπλέον σκέφτεσαι, ή την γνώμη σου αν θέλεις γι’ αυτά που θα ακούσεις. Καφέ ωστόσο, θέλεις να σου κάνουμε;
Σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε ο Χρύσανθος και μη ξέροντας τι να κάνει, τράβηξε μια καρέκλα από αυτές που είχαμε στο τραπέζι μας κι αφού κάθισε, είπε μόνον ένα ξερό, σε ακούω. Όσο για τον καφέ που του πρότεινα, έλεγε κάτι που δικαιολογούσε την θυμωμένη του διάθεση. Δεν πίνω καφέδες εγώ.
Συνεχίζοντας εγώ ωστόσο, έλεγα στον επισκέπτη μου. Άκουσε αυτά που θα σου πω Χρύσανθε και κοίταξε να τα κρατήσεις καλά μέσα στο μυαλό σου, γιατί μπορεί να χρειαστεί να μου δώσεις απαντήσεις, αλλά και να τα μελετήσεις θα σου πρότεινα, γιατί μεγάλη πιθανότητα υπάρχει να σου γίνουν χρήσιμα κάποια στιγμή.
Δεν ήξερα βέβαια αν του ωφελούσαν κάπου αυτά που είχα σκοπό να του πω, αφού όπως έβλεπα, δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί λόγους και νοήματα. Το προσπάθησα ωστόσο, με την ελπίδα βέβαια να τον βοηθήσει ο Θεός τουλάχιστο, εκτιμώντας την δική μου υπομονή.
Φωτίζοντάς τον κατάλληλα πάντως, θα μπορούσε να πάρει σωστές στροφές επιτέλους το μυαλό του, γιατί μέχρι στιγμής γυρίζει μεν αυτό, αλλά γυρίζει ανάποδα, γι’ αυτό κι ότι κάνει στην καθημερινότητά του είναι λάθος και προπαντός κακό για τον εαυτό του πρώτα και μετά για όλους τους ανθρώπους που αναγκαστικά ζουν μαζί του, ή τον συναναστρέφονται.
Με κοιτούσε βέβαια ο Χρύσανθος περιμένοντας να ακούσει τι θα του έλεγα, οπότε, αποφάσισα να του τα πω πλησιέστερα προς την δική του γλώσσα, γι’ αυτό και του μπήκα λίγο επιθετικά θα έλεγα, μήπως και τα έπιανε καλύτερα.
Εγώ που λες Χρύσανθε, ήρθα στο χωριό σας γιατί έτσι ήθελα. Δεν πήγα δε σε κανενός το σπίτι να το ανακατέψω, γιατί δεν με ενδιέφερε να κάνω κάτι τέτοιο. Κατά συνέπια, ούτε και στο δικό σας ήρθα ποτέ.
Τον πατέρα σου τον γνωρίζω, γιατί ήμασταν συμμαθητές στο δημοτικό. Εσένα και τον αδελφό σου, εδώ σας είδα για πρώτη μου φορά πριν από λίγα χρόνια και από την φάτσα σου κρίνοντας υπολογίζω ότι είσαι μεγαλύτερός του.
Με τον πατέρα σου και τον αδελφό σου πάντως, έτυχε να τα πούμε αρκετές φορές πίνοντας τον καφέ μας παρέα, οπότε και συζητήσαμε πολλά με αυτήν την ευκαιρία. Μ’ εσένα δεν θα ήταν εύκολο να κάνουμε κάτι τέτοιο, γιατί όπως είπες, δεν πίνεις καφέδες.
Αν ήξερες κι εσύ όμως, ότι με την αφορμή του καφέ, μας δίνετε η ευκαιρία να συζητήσουμε, αλλά και να τσεκάρουμε αν θέλεις τις απόψεις μας με αυτές των συνανθρώπων μας, τότε κι εσύ θα έπινες καφέδες κι ας μη τους ήθελες.
Κι αν δεν πηγαίναμε στο σχολείο αγαπητέ Χρύσανθε, ούτε να μιλήσουμε θα ξέραμε. Δεν μας άρεσε τότε βέβαια, γιατί μας έκοβε από τα παιχνίδια. Αν δεν πηγαίναμε όμως, δεν θα ξέραμε να κάνουμε ούτε και μια απλή πρόσθεση.
Ο αδελφό σου λοιπόν, όπως κι πατέρας σου, συμφωνώντας με την ανάγκη να τσεκάρουν την αξία αυτών που γυρίζουν στο μυαλό τους, όπως και τον εντοπισμό της σωστής λύσης σε όσα τους απασχολούν ως προβλήματα στην ζωή τους, αρκετές φορές έχουν έρθει εδώ να εξετάσουμε από κοινού τα εκάστοτε θέματα, πίνοντας παράλληλα και τον καφέ μας κάτω από την πλούσια σκιά που διαθέτουμε όπως βλέπεις.
Αν ερχόσουν κι εσύ εδώ για τον ίδιο λόγο, θα σε έδιωχνα λες; Ευχαρίστως θα σε κρατούσα, γιατί θα είχαμε την ευκαιρία να τσεκάρουμε και μαζί ότι κι αν μας απασχολεί, με την ελπίδα πάντα, να δώσουμε στον εαυτό μας την δυνατότητα να εξετάσει ξανά και ξανά αυτά που γυρίζουν στο μυαλό μας, γιατί έτσι μόνον αποκτούμε σωστές, αλλά κι ελεγχόμενες γνώσεις.
Όταν μιλάμε μόνοι μας Χρύσανθε και σκεφτόμαστε μόνοι μας, μόνον φαντασίες αποκτούμε και μόνον αυτές κυκλοφορούν μετά στο μυαλό μας. Αυτός λοιπόν είναι κι ο λόγος που μιλούν μεταξύ τους οι άνθρωποι.
Να σπουδάσουν δηλαδή θέλουν από την μεταξύ τους ανταλλαγή απόψεων, το πως θα μπορούσαν να γλιτώσουν από τις συνέπιες που τους προκαλούν οι φαντασίες τους, αφού τις περισσότερες φορές, αυτές κατευθύνουν την πορεία της ζωής τους.
Κι αφού έτσι έχει το πράγμα, εγώ τουλάχιστον ξέρω πολύ καλά ότι θα μπορούσα να μάθω σπουδαία πράγματα κι από την δική σου εμπειρία ζωής, αν βέβαια θα ήθελες να μου την αναφέρεις και τόσα σπουδαία μάλιστα, που κανένα σχολείο δεν θα μπορούσα να μου τα διδάξει.
Αν κατάλαβες λοιπόν αυτά που σου είπα, σε κανέναν δεν δίνουμε συμβουλές. Σπουδάζουμε απλώς αν προτιμάς και πολλά μάλιστα από τον τρόπο που ζουν και συμπεριφέρονται οι συνάνθρωποί μας, με απώτερο σκοπό, το να διορθώσουμε τον εαυτό μας και μόνον προς το καλύτερο, αν τα καταφέρουμε.
Και με την θέλησή τους κάνουν οι άνθρωποι αυτήν την συχνή ανταλλαγή απόψεων, γιατί τα κρατημένα και λιμνάζοντα μέσα στο μυαλό μας ως προσωπικές σκέψεις, δηλητηριάζονται όταν δεν τις ανανεώνουμε συχνά, ή δεν τις φρεσκάρουμε κάθε τόσο, συγκρίνοντάς τες με άλλες και πιο μελετημένες απόψεις.
Αυτός άλλωστε είναι κι ο λόγος που βλέπουμε τους ανθρώπους να κρατούν την μύτη τους, όταν κάποιος ανοίγει το στόμα του και βγάζει ανεξέλεγκτα προς τα έξω αυτά που δηλητηριασμένα κρατάει μέσα του και τους αναγκάζει να δυσφορούν από την άσχημη μυρουδιά που αφήνουν πίσω τους.
Αυτό λοιπόν έπρεπε να έχεις κι εσύ στο μυαλό σου και να μην κατηγορείς κανέναν γι’ αυτά που ακούς να λέει και καθόλου δεν υπολογίζεις, ότι θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα, ακόμη και για την δική σου προσωπικότητα.
Αν λοιπόν κάνεις κι εσύ τον κόπο να ακούσεις, τί λέει κάποιος άλλος, για όσα εσύ κρατάς στο μυαλό σου ως γνώση, μεγάλη πιθανότητα υπάρχει να διαπιστώσεις, ότι υπάρχουν πολλά λάθη σ’ αυτά που κάνεις, όπως και πολλά οφέλη να προκαλέσεις στον εαυτό σου από εκεί που ποτέ δεν υπολόγιζες.
Αυτά τα επιλεγμένα μόνον είπα στον Χρύσανθο εκείνη την ώρα κι αμέσως σταμάτησα. Και τα είπα όλα όσο πιο καθαρά μπορούσα να του τα πω, ελπίζοντας βέβαια να αποφασίσει από μόνος του κι ελεύθερα καθώς έπρεπε, για το πως θα ήθελε να συμπεριφερθεί ως νοήμων άνθρωπος από εκεί και μετά.
Μόλις είδε όμως αυτός να σωπαίνω, σηκώθηκε αμίλητος από την καρέκλα του και γυρίζοντας μου την πλάτη του, έφυγε με τον ίδιο τρόπο μου μας ήρθε και ασφαλώς δεν κατάλαβα, αν του κάθισαν κάπου αυτά που άκουσε, ή όχι.
Μένοντας μόνος μου πλέον στο τραπέζι, ήρθε η γυναίκα μου να μου κάνει παρέα και χωρίς να της αναφέρω τίποτε για την άγουρη συμπεριφορά του Χρύσανθου, έλεγε κι αυτή την γνώμη της ελεύθερα, κρατώντας στο χέρι τον καφέ της.
Όπως μας έδειξε με την συμπεριφορά του Μιχάλη, από μικρός πρέπει να βρίσκεται σ’ αυτήν την κατάσταση αυτός ο νέος άνθρωπος κι εφόσον εδραιώθηκαν γερά οι προσωπικές του σκέψεις στο απαίδευτο μυαλό του, μάλλον δεν υπάρχει περίπτωση να εξετάσει την πραγματική τους αξία, οπότε, έτσι θα πορεύεται μέχρι να πεθάνει και αλίμονο πρέπει να πω σ’ αυτούς που υπάρχουν δίπλα του, ή ζουν μαζί του, γιατί θα υποχρεωθούν να υποφέρουν από την δυστροπία του, για πολλά χρόνια ακόμη.
Μιχάλης Αλταλίκης