Φτάσαμε πολύ γρήγορα στα Χριστούγεννα εκείνη τη χρονιά κι όπως το προγραμματίζαμε κι αυτό κατά την συνήθειά μας, πάλι στο Βελβεντό σκεφτόμασταν να πάμε προκειμένου να γιορτάσουμε τις Άγιες μέρες των Χριστουγέννων.
Είναι αλήθεια, ότι αποφεύγαμε να κάνουμε χειμωνιάτικες επισκέψεις στο Βελβεντό, για τον λόγο ότι το σπίτι μας ήταν πολύ μικρό και δεν είχε την ανάλογη υποδομή ώστε να μας φιλοξενήσει χωρίς προβλήματα για όλους μας, δεδομένου ότι ήμασταν πολλοί πλέον.
Το αποφασίσαμε όμως, οπότε και πήγαμε τελικά. Κάναμε δηλαδή το ίδιο με τους ξενιτεμένους που έρχονται από την Αμερική και την Αυστραλία τέτοιες μέρες εκεί, προκειμένου να δουν όσους από τους συγγενείς τους άφησαν πίσω τους φεύγοντας από το χωριό τους, στην προσπάθειά τους να βρουν καλύτερη τύχη στο εξωτερικό.
Εξαιτίας της δικής τους λοιπό παρουσίας, όπως και της δικής μας άλλωστε, γέμισε και τότε το χωριό από τέτοιους σαν κι εμάς επισκέπτες, δεδομένου ότι κι εμείς βρεθήκαμε στο Βελβεντό, όχι μόνον για τις γιορτές των Χριστουγέννων, αλλά και για να δώσουμε λίγη χαρά στην γιαγιά μας, αυτήν δηλαδή που ζούσε μόνη της πια και μόνιμα εκεί.
Κι ο γιος της βέβαια, για τον ίδιο με τον δικό μας σκοπό ήρθε εκείνες τις ημέρες από την Αυστραλία, στην οποία, από τα νεανικά του χρόνια ζούσε αλλά κι ακόμη ζει εκεί με την οικογένειά του.
Ερχόμενος όμως αυτός από την ξενιτιά, ανέλαβε να κάνει και μερικές κατά παραγγελία επισκέψεις στα σπίτια των γνωστών και συγγενών μας, προκειμένου να τους μεταβιβάσει τους χαιρετισμούς που έστελναν στους δικούς τους, όσοι από τούς ξενιτεμένους σαν και αυτόν του το ζήτησαν, όταν έμαθαν ότι θα επισκεπτόταν για λίγες μέρες την ιδιαίτερη πατρίδα τους.
Κι αφού μου ζήτησε να τον συνοδεύω κάνοντας αυτές τις επισκέψεις, τον ακολουθούσα κι εγώ, όπου κι αν είχε υποχρέωση να παραστεί. Αυτό λοιπόν κάναμε την παραμονή των Χριστουγέννων κι αφού περνούσαμε καλά, το ίδιο κάναμε και την πρώτη η μέρα, όπως και την δεύτερε μέρα βέβαια.
Την δεύτερη ημέρα όμως και μετά από το πέρας της θείας λειτουργίας, επισκεφτήκαμε για τους παραπάνω λόγους κι ένα ακόμη συγγενικό μας σπίτι, όπου και πάλι μεταβίβασε αυτός τα χαιρετίσματα που τους έφερνε από την Αυστραλία.
Για το καλό της ημέρας βέβαια, αλλά και για τα χαιρετίσματα των Αυστραλών που τους πήγαμε, θέλησε η νοικοκυρά του σπιτιού να μας προσφέρει ένα τσίπουρο κατά την συνήθεια του χωριού, το οποίο βέβαια, συνοδευόταν από ζεστούς κεφτέδες, τους οποίους η ίδια μας σέρβιρε, βγάζοντάς τους εκείνη την στιγμή μέσα από το τηγάνι της.
Είχαν όμως μια περίεργη γεύση εκείνοι οι κεφτέδες, γι’ αυτό και ρώτησα την νοικοκυρά να μου πει, τί περίεργη γεύση ήταν εκείνη και τι ήταν αυτό που υπήρχε στους κεφτέδες ώστε να την προκαλεί.
Να. Έλεγε αυτή με καμάρι. Βάζω λίγο σηκωτή στον κιμά, έτσι, γιατί μας αρέσει εμάς αυτή η γεύση. Απόρησα βέβαια με την συνήθειά τους, αλλά κι όπως της απαντούσα, από κανέναν δεν άκουσα να λέει, ότι στον κιμά για κεφτέδες, προσθέτει κανείς συκώτι. Βάζουμε εμείς επέμενε να υποστηρίζει αυτή, αλλά και πρόσθεσε στην συνέχεια, ότι έπρεπε να τους φάμε ζεστούς, γιατί αν κρύωναν, τότε δεν θα τρώγονταν εύκολα.
Φάγαμε λοιπόν και φάγαμε αρκετούς από κείνους τους κατά τα άλλα περίεργους κεφτέδες πίνοντας τσίπουρο κι όταν πια ήρθε η ώρα να πάμε για φαγητό στο δικό μας σπίτι, αφού μας περίμεναν οι υπόλοιποι, μπουκιά δεν μπορούσα να βάλω εγώ στο στόμα μου.
Κι όχι μόνον εκείνη την ημέρα, αλλά ούτε κι ολόκληρη την εβδομάδα που ακολούθησε μπορούσα να δεχθώ κάτι στο στομάχι μου. Αλλά και μόλις έκανα πως έβαζα κάτι στο στόμα μου έστω και νερό, με έπιανε αμέσως ένας δυνατός πόνος στο στομάχι, ο οποίος κρατούσε πολύ ώρα και για να τον ηρεμήσω, αναγκαζόμουν να ξαπλώνω πολλές ώρες την ημέρα.
Είχα βέβαια κάποια προβλήματα με το στομάχι μου, όπως ένα παλιό έλκος δηλαδή στον δωδεκαδάχτυλο και μαζί με αυτό με ενοχλούσε και μια νεύρωση στομάχου, λόγο της συνεχούς καταπίεσης που δεχόμουν στην δουλειά μου από τους εργοδότες μου.
Όλα αυτά λοιπόν, με ενοχλούσαν μεν κατά διαστήματα, αλλά και τα καταπολεμούσα με ένα ιδικό σιρόπι που είχα πάντα μαζί μου για τέτοιου είδους ενοχλητικές περιπτώσεις κι έτσι, πορευόμουν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.
Ο πόνος που μου παρουσιάστηκε όμως, μετά από εκείνους τους περίεργους κεφτέδες με το συκώτι, δεν είχε καμιά σχέση με τις γνωστές ενοχλήσεις που είχα στο στομάχι μου και καθόλου δεν ησύχαζαν με το γνωστό τρόπο, όσο κι αν αύξανα την ποσότητα του σιροπιού που διέθετα.
Φτάσαμε και στην πρωτοχρονιά όπως καταλαβαίνετε ζώντας κάτω από τις ίδιες συνθήκες κι εγώ ακόμη δεν μπορούσα να δοκιμάσω κάτι τρώγοντας, αλλά κι ο πόνος δεν έλεγε να κοπάσει όταν τολμούσα να επιχειρήσω κάτι τέτοιο.
Την ημέρα της πρωτοχρονιάς όμως, αποφάσισα επιτέλους ότι έπρεπε να επισκεφτώ κάποιο νοσοκομείο, προκειμένου να δουν οι γιατροί εκεί, τί επιτέλους ήταν αυτό που προβλημάτιζε τόσο πολύ την υγεία μου.
Πήρα λοιπόν το αυτοκίνητο μου και πήγα μόνος μου στο νοσοκομείο που εφημέρευε για παθολογικά θέματα εκείνη την ημέρα κι όπως έπρεπε, περίμενα υπομονετικά την σειρά μου έξω από το εξεταστήριο, όσο κι αν με πονούσε το στομάχι.
Όταν ήρθε όμως αυτή, στάθηκα σκυφτός μπροστά στο κύριο καθηγητή που έκανε εφημερία μαζί με μια γυναίκα γιατρό, ο οποίος και ρωτούσε πολύ απλά να του πω, τί είχα και τί ακριβώς μου συνέβαινε.
Του ανέφερα λοιπόν το συμβάν με τους κεφτέδες και την αδυναμία μου να δεχθώ για μια ολόκληρη εβδομάδα έκτοτε, έστω κι ένα κουταλάκι τροφής, ή νερού, χωρίς να ταλαιπωρούμε αμέσως από πολύ ισχυρό πόνο στο στομάχι, αφού από τότε και μετά μου παρουσιάστηκε το πρόβλημα.
Εκείνος όμως δεν αρκέστηκε μόνον σ’ αυτά που του ανάφερα, γι’ αυτό και μου ζήτησε να του περιγράψω λεπτομερώς κι ότι άλλο παρατήρησα στον οργανισμό μου εκείνη την εβδομάδα, για τον λόγο δεν μπορούσε να κάνει καμιά διάγνωση όπως έλεγε, από αυτά που του παρουσίασα, όπως και δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τον ισχυρό πόνο που είχα στο στομάχι μου.
Για να διευκολύνω λοιπόν τον κύριο καθηγητή, του ανάφερα κι ότι ενεργήθηκα μια φορά μόνον εκείνη την εβδομάδα κι ότι αυτό το έκανα πριν από τέσσερις ημέρες στο σπίτι μου. Με την μόνη διαφορά όμως, ότι παρατήρησα κάτι περίεργο στα κόπρανά μου. Ήταν άσπρα δηλαδή αυτά του είπα και σαν να τα περιέχυσε κανείς με γάλα.
Αρκετά αηδιασμένος αυτός από την περιγραφή μου, έλεγε με στραβό το στόμα του. Τί μου το λες τώρα αυτό ρε συ; Ξέρω κι εγώ του είπα. Μου είπες να σου πω τι παρατήρησα, γι’ αυτό και σου το ανέφερα. Αν δεν σου λέει τίποτε αυτό όμως, τότε ξέχασε το, δεν σου το είπα καν.
Άκουγε και η γυναίκα γιατρός την στιχομυθίας μας όμως, οπότε πήρε θέση αυτή κι έλεγε προς τον κύριο καθηγητή, Ας του κάνουμε μια εξέταση αίματος. Ας του κάνουμε και μια ακτινογραφία και τότε θα τα δούμε όλα. Λέει βέβαια αυτός τώρα, ότι πονάει το στομάχι του, γιατί εκεί εντοπίζει τον πόνο, το πρόβλημα του όμως μπορεί να βρίσκεται οπουδήποτε αλλού.
Αδιαφορώντας αυτός για τις υποδείξεις που του έκανε η γιατρός, της έλεγε με απαξίωση. Καλά; Χαζός είναι αυτός; Είναι δυνατόν να έχει κάπου αλλού πρόβλημα και να μας λέει ότι του πονά το στομάχι; Απευθυνόμενος και σ’ εμένα μετά, έλεγε με την ίδια απαξίωση. Πού πονάς ρε;
Στο στομάχι μου πονώ του απαντούσα. Είναι δυνατόν να πονάω στην πλάτη και να σας λέω ότι πονάει το στομάχι μου; Ναι. Έλεγε αυτός με την σιγουριά του καθηγητού. Αλλά το στομάχι δεν πονάει τόσο πολύ όπως μας αναφέρεις εσύ. Πολύ σκεπτικός όμως, πάλι ρωτούσε. Έχεις συνοδό εδώ, ή μόνος σου ήρθες στο νοσοκομείο;
Δεν κατάλαβα τον λόγο της ερώτησής του, αλλά και του εξήγησα πολύ απλά, ότι μόνος μου πήγα στο νοσοκομείο τους κι ότι έφτασα εκεί από το σπίτι μου, οδηγώντας το αυτοκίνητο μου.
Πάλι επενέβη η γιατρός εκείνη την στιγμή και πάλι του έλεγε τα ίδια. Ας του κάνουμε τις απαιτούμενες εξετάσει, αφού μόνον αυτές θα μας δείξουν στα σίγουρα το πρόβλημά του. Όλες αυτές τις ερωτήσεις που του κάνουμε όμως, μάλλον άσκοπες είναι.
Καλά τα έλεγε η γιατρός βέβαια, αλλά ο κύριος καθηγητής καθόλου δεν συμφωνούσε μαζί της κι αφού δεν συμφωνούσε, πάλι τα δικά του υποστήριζε εγωιστικά.
– Αφού μας λέει ότι πονάει το στομάχι του, το στομάχι του έχει πρόβλημα. Κι αφού όπως μας είπε παίρνει και φάρμακα για τις νευρώσεις που του παρουσιάζονται κατά διαστήματα, για ποιό λόγο να του κάνουμε τις εξετάσεις; Αν του βάλουμε όμως μια ενδοφλέβια τώρα, ώσπου να πάει στο σπίτι του θα του περάσει ο πόνος κι έτσι, θα λήξει το πρόβλημά του.
Αυτά λοιπόν έλεγε ο κύριος καθηγητής στην γιατρό που δυσανασχετούσε με την στάση του, αλλά και σε μένα απευθυνόμενος, καθόλου δεν έκρυψε την απαξίωση που ένιωθε για τον ασθενή που είχε μπροστά του, αλλά και για την ασθένεια που του προέκυψε.
– Καλά ρε συ. Έχεις μουστάκια και πονάς τόσο πολύ; Θα σου κάνουμε ωστόσο μια ενδοφλέβια ένεση και σε είκοσι λεπτά από τώρα, θα σου περάσει ο πόνος. Μετά από αυτήν βέβαια, θα πας ήσυχος στο σπίτι σου. Κατάλαβες; Μέχρι να κάνει ενέργεια όμως το φάρμακο που θα σου βάλουμε, εσύ θα κάνεις υπομονή και θα μείνεις εκεί όπως είσαι ξαπλωμένος.
Συμφώνησα εγώ αφού έτσι έλεγε ο κύριος καθηγητής, συμφώνησε παρά τις αντιρρήσεις της και η γιατρός, η οποία μου έκανε τελικά την ενδοφλέβια κι όπως είπε ο κύριος καθηγητής, περίμενε κι αυτή μαζί μ’ εμένα να περάσουν τα είκοσι λεπτά, μέχρι να κάνει ενέργεια το φάρμακο.
Πέρασαν όμως σαράντα πέντε λεπτά μετά από την ενδοφλέβια κι ο πόνος μου εξακολουθούσε να παραμένει ο ίδιος κι απαράλλακτος. Στην προσπάθεια δε των γιατρών, να με σηκώσουν όρθιο, έμενα διπλωμένος στα δύο, αδυνατώντας να σηκώσω το σώμα μου σε όρθια στάση.
Για τρίτη φορά τον παρότρυνε η γιατρός να μου κάνουν τις εξετάσεις, αλλά εκείνος επέμενε να λέει ότι δεν ήταν απαραίτητες κι αφού με χτύπησε στην πλάτη προστατευτικά, έλεγε με την σιγουριά που του έδινε το πτυχίο του, όπως και η θέση του άλλωστε.
– Μη φοβάσαι ρε συ. Πήγαινε όπως ήρθες στο σπίτι σου και μέχρι να φτάσεις εκεί, σίγουρα θα σου φύγει ο πόνος.
Έκανα όπως μου είπε ο κύριος καθηγητής, αλλά ο πόνος συνεχιζόταν. Ήταν πρωί όταν πήγα στο νοσοκομείο. Έγινε απόγευμα όμως κι ο πόνος δεν έλεγε να υποχωρήσει. Όταν βράδιασε πια κι αφού δεν έβαλα ούτε νερό στο στόμα μου όλη την ημέρα, τότε μόνο καλμάρισε κάπως ο πόνος.
Το βράδυ της πρωτοχρονιάς βέβαια, έπρεπε να κάνουμε μια οικογενειακή επίσκεψη στον γαμπρό μου, λόγο της ονομαστικής του εορτής και για να μην στεναχωρήσω την αδελφή μου, αναγκάστηκα να φάω κάτι από όσα αυτή μας ετοίμασε για το καλό της ημέρας.
Μετάνιωσα και την στιγμή που σκέφτηκα να φάω κάτι προκειμένου να τους ευχηθώ, γιατί αμέσως ξάπλωσα στον καναπέ που με υπέδειξαν, από πολύ δυνατούς πόνους και πάλι στο στομάχι μου.
Μετά από αυτό κι όταν ήρθε η ώρα, επιστρέψαμε μεν στο σπίτι μας, αλλά κι όλη την νύχτα την πέρασα βογκώντας από τον πόνο. Το πρωί πια, έβλεπα ότι ήταν αδύνατον να πάω στην δουλειά μου την δεύτερη ημέρα της πρωτοχρονιάς, οπότε, διπλωμένος στα δύο και με πολύ δυσκολία, πήγα στα ιατρεία του ΙΚΑ της γειτονιάς μας.
Ζοριζόμουν να σταθώ όρθιος, αλλά κι όταν ήρθε η σειρά μου, ζητούσα από την γιατρό που με εξέτασε, να μου δώσει μια άδεια για τρεις μέρες έστω, μέχρι να δω, τι θα έπρεπε να κάνω με το πρόβλημα μου.
Τρέμοντας εκείνη από τον φόβο της, μου έλεγε ότι μάλλον έπρεπε να επισκεφτώ άλλο νοσοκομείο, προκειμένου να με δουν ποιο ιδικοί γιατροί, γιατί από ότι αυτή διαπίστωνε, μάλλον το παχύ μου έντερο ήταν πρησμένο κι ότι αυτό, δεν ήταν καθόλου καλό για εμένα.
Έψαξε ωστόσο ή ίδια στα εφημερεύοντα κι αφού βρήκε ότι εκείνη την ημέρα εφημέρευε το μεγαλύτερο από τα νοσοκομεία της πόλης μας για παθολογικά αίτια, μου έλεγε συμβουλευτικά.
– Πήγαινε να σε εξετάσουν εκεί, δεδομένου ότι οι γιατροί τους έχουν μεγαλύτερη πείρα από εμάς του ΙΚΑ. Θα σε παρακαλέσω όμως να μην πας στους παθολόγους, γιατί αυτοί δεν ξέρουν να ψηλαφίζουν καλά.
Κι εγώ όπως ξέρεις, παθολόγος είμαι και μπερδεύομαι με όσα πιάνω αυτήν την στιγμή στην κοιλιά σου. Λέω ότι είναι πρησμένο το έντερο σου, αλλά μπορεί να είναι και κάτι άλλο. Γι αυτό λοιπόν, καλύτερα να πας κατευθείαν σε χειρούργο, ώστε αυτός να σε εξετάσει.
Αυτοί ξέρουν από ψηλαφίσματα κι αμέσως θα σου πει τι έχεις. Γι αυτό λοιπόν, καθόλου μη χρονοτριβείς. Τώρα κιόλας πήγαινε στο νοσοκομείο κι όπως σου είπα, στον χειρούργο να πας, όχι στους παθολόγους.
Βγήκα προβληματισμένος από το ΙΚΑ όπως καταλαβαίνετε κι αφού δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά, σε δέκα λεπτά έφτασα με ένα ταξί στο νοσοκομείο που μου υπέδειξε η γιατρός κι όπως έπρεπε, στάθηκα και πάλι υπομονετικά μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του χειρούργου, περιμένοντας την σειρά μου.
Ήταν νεαρός αυτός όπως έβλεπα κι εκείνη την στιγμή εξέταζε έναν άλλον ασθενή, ενώ έριχνε που και που ματιές προς το μέρος μου. Βλέποντας με διπλωμένο στα δύο σχεδόν και να πιάνω το στομάχι μου, αμέσως με κάλεσε στο ιατρείο του τελειώνοντας με τον ασθενή του, αλλά και ζήτησε να ξαπλώσω στο εξεταστήριο του.
Του εξήγησα βέβαια ότι δεν ήταν εύκολο να ξαπλώσω γιατί πονούσα, οπότε προσπαθούσε κι αυτός να με βοηθήσει να το κάνω, αν και δεν τα κατάφερα τελικά. Έτσι λοιπόν, μισοξαπλωμένο με εξέταζε, αλλά και ζητούσε να του πω, όλα όσα μου συνέβησαν μέχρι που έφτασα στην πόρτα του.
Άκουγε με προσοχή ο νεαρός χειρούργος όσα του έλεγα κι όταν τελείωσα, αναφέροντάς του και την εντολή της γιατρού του ΙΚΑ να τον επισκεφτώ, έλεγε κι αυτός απορώντας μαζί μου.
Δεν πονάει ρε συ το στομάχι τόσο πολύ. Γιατί λοιπόν δυσκολεύεσαι να ξαπλώσεις; Κι ενώ μου μιλούσε, έβαλε το δάχτυλο του πλάγια κι από τα δεξιά της κοιλιάς μου, όπου και με πίεσε ελαφρά εκεί μπορώ να πω.
Αχ, φώναξα εγώ κι από τον πόνο που ένιωσα, τον έσπρωξα. Αυτός όμως, έβγαλε αμέσως το συμπέρασμά του, οπότε έλεγε με σιγουριά. Τι στομάχι μας λες ρε συ τόση ώρα; Η χωλή σου είναι αυτή που σου προκαλεί τον πόνο. Και σίγουρος για όσα έβλεπε, υπέγραψε στα γρήγορα δύο εντολές ενώ έλεγε σ’ εμένα.
Πήγαινε με αυτό το χαρτί απέναντι και βγάλε μια ακτινογραφία. Μετά και με αυτό το χαρτί, θα πας στο διπλανό γραφείο να δόσεις αίμα για εξέταση. Σε πέντε λεπτά θα τελειώσεις και μαζί με τις εξετάσεις, έλα να σε δω πάλι. Ενενήντα εννιά τις εκατό έχεις πρόβλημα με την χωλή σου. Φέρε μου όμως τα αποτελέσματα και τότε θα σου πω στα σίγουρα τι ακριβώς έχεις.
Αυτά μου είπε ο νεαρός χειρούργος και με τις δυό εντολές στα χέρια, αμέσως πήγα εκεί που με έστειλε, ενώ απορούσα με την γνωμάτευση του, γιατί ποτέ μου δεν σκέφτηκα ότι έχω χολή και ότι αυτή θα μπορούσε να έχει χαλάσει και μάλιστα να μου προκαλεί τέτοιο πόνο.
Απορούσα όμως και με εκείνον τον καθηγητή του νοσοκομείου που επισκέφτηκα την προηγούμενη μέρα, όταν δεν ήθελε να μου κάνει καμιά από τις εξετάσεις που επίμονα του ζητούσε η συνάδελφος του γιατρός, προκειμένου να είναι κι αυτός βέβαιος όπως ο νεαρός χειρούργος κι εκατό τις εκατό μάλιστα για όσα γνωμάτευε.
Όπως το είπε όμως ο νεαρός χειρούργος, πράγματι κι έκανα πέντε λεπτά μόνον μέχρι να πάρω τις εξετάσεις μου κι αφού επέστρεψα με αυτές στο ιατρείο του, τον άκουσα να φωνάζει έντρομός πια βλέποντας τις ακτινογραφίες μου και μόνον .
– Γρήγορα στο χειρουργείο. Η χολή σου είναι πρησμένη και είναι τεράστια και το χειρότερο για εσένα είναι, ότι είσαι φορτωμένος με πύον από πάνω μέχρι κάτω κι όλα τα όργανα σου είναι κάτασπρα κι εντελώς σκεπασμένα από αυτό.
Όπως βλέπω όμως, μια κωνική πέτρα σαν μικρό καρύδι είναι αυτή που σου προκάλεσε το πρόβλημα, η οποία σφήνωσε με την μύτη της όπως φαίνεται την έξοδο της χολής σου, από όπου με ένα σωληνάκι αυτή στέλνει τα υγρά της στο στομάχι σου.
Μι μπορώντας λοιπόν να διαφύγουν αυτά, χάλασαν παραμένοντας στην χολή κι έτσι, έγιναν πύον, το οποίο εξαπλώθηκε στην συνέχεια παντού μέσα στο σώμα σου κι αυτό είναι που σε προκαλεί τόσο πόνο.
Πάρε λοιπόν τις ακτινογραφίες σου και πήγαινε γρήγορα δίπλα στους παθολόγους να τις δουν, γιατί αυτοί αποφασίζουν εάν θα πρέπει να χειρουργηθείς, ή όχι. Τρέχα όμως, γιατί η χωλή σου είναι έτοιμη να σπάσει κι αν σπάσει αυτή, θα μείνεις στον τόπο.
Αυτά μου έλεγε ο νεαρός χειρούργος, ενώ με συνόδευε μέχρι την πόρτα των παθολόγων και ήδη έλεγε σ’ αυτούς να με δουν αμέσως τονίζοντας τους το επείγον του θέματος.
Μιχάλης Αλταλίκης