Το Καλοκαίρι Του 1986 Στην Πελοπόννησο.

  Πολλές φορές μας κάλεσαν οι συγγενείς μας να κάνουμε τις διακοπές μας στην Πελοπόννησο, αλλά ένα που ήταν πολύ μακριά αυτή από την έδρα μας κι ένα που δεν θέλαμε να αλλάξουμε το γνωστό μας μέρος με κανένα άλλο στον κόσμο, δεν το αποφασίζαμε.

Εκεί που πάντα κάναμε τις διακοπές μας όμως, άρχισε το πράγμα να γίνετε πολύ ενοχλητικό πια για εμάς κι έτσι, ένας, ένας από τους ιδιοκτήτες, γκρέμιζαν τα παράνομα σπιτάκια τους, αυτά που είχαν στην άμμο κτισμένα και λίγα μέτρα ποιο πάνω από εκεί που σκάει το κύμα, όπως πολλές φορές σας το ανάφερα στα προηγούμενα.

Αναγκάστηκαν να το κάνουν κάτι τέτοιο, αφού οι άλλοι παράνομοι, αυτοί δηλαδή που ήρθαν εκ των υστέρων στην περιοχή κι έκτισαν τα δικά τους παράνομα σπίτια πίσω από τα δικά μας, τους έκαναν συνεχώς δικαστήρια μέσω του σωματείου που οργάνωσαν, με την αιτιολογία ότι τους κρύβαμε την θέα προς την θάλασσα.

Και δεν μας έκαναν μόνον δικαστήρια αυτοί, αφού και πολλές ζημιές μας έκαναν στα σπιτάκια μας, προκειμένου να μας αναγκάσουν να φύγουμε από μια περιοχή που τόσο για εμάς, όσο και γι’ αυτούς ήταν ξένη, δεδομένου ότι ανήκε στο υπουργείο εθνικής αμύνης αυτή.

Ωστόσο όμως, μερικά από εκείνα τα σπιτάκια ήταν ακόμη εν ζωή κι έτσι, σε κάποιο από αυτά μέναμε κι εμείς τα καλοκαίρια, με την άδεια του ιδιοκτήτη του άλλωστε, ο οποίος μας διεμήνυσε λίγο πριν από το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, ότι θα γκρέμιζε κι αυτός το σπιτάκι του, οπότε έπρεπε να βρούμε που αλλού θα μπορούσαμε να κάνουμε εμείς, τις οικογενειακές μας καλοκαιρινές διακοπές.

Κι αφού δεν θα είχαμε που να τις κάνουμε το καλοκαίρι που ήδη μας πλησίασε, αποφασίσαμε να επισκεφτούμε την Πελοπόννησο τελικά γι’ αυτόν τον λόγο και να κάνουμε άλλου είδους διακοπές εκεί, αφού δεν θα μπορούσαμε να τις κάνουμε πλέον με τον ίδιο και γνώριμο σ’ εμάς τρόπο.

Οργανωθήκαμε λοιπόν κι όταν ήρθε η ώρα, επιχειρήσαμε την εξόρμησή μας προς την Πελοπόννησο κι επειδή πρώτη μας φορά θα πηγαίναμε τόσο μακριά και όλοι μαζί, κάναμε την διαδρομή μας νυχτιάτικα, για να μην χάσουμε την ημέρα μας στους δρόμους, αλλά και για να πάμε ποιο ασφαλείς στον προορισμό μας.

Ξεκινήσαμε κατά τις δώδεκα το βράδυ δηλαδή από το σπίτι μας με το μικρό μου τζιπ, σκοπεύοντας να περάσουμε πρώτα από την Αθήνα, προκειμένου να πάρουμε από τους συγγενείς μας, το κλειδί του σπιτιού που θα μας παραχωρούσαν.

Κι επειδή αυτοί ήταν μόνιμα κάτοικοί Αθηνών, τους πηγαίναμε και την γιαγιά μας εκεί, δεδομένου ότι ήθελαν να μένει μαζί τους στο εξής, λόγω του ότι ήταν μεγάλης ηλικίας και δεν μπορούσε να ζει πλέον μόνη της, όπως έκανε μέχρι τότε.

Πρώτη μας φορά όμως πηγαίναμε και στο σπίτι τους οδηγώντας αυτοκίνητο, γι’ αυτό και πηγαίναμε στον προορισμό μας ψάχνοντας όπως μπορείτε να καταλάβετε. Χωρείς πινακίδες στους δρόμους της Αθήνας βέβαια, αντί να πάμε στην Ηλιούπολη όπως έπρεπε, βρεθήκαμε στην Ομόνοια.

Μάταια ζητούσα από τους ανθρώπους αυτής της μεγάλης πόλης να μου πουν, πως θα πήγαινα στην Ηλιούπολη. Κανείς από όσους ρώτησα δεν ήξερε να μου πει πως θα πήγαινα εκεί, αλλά ούτε και την Ηλιούπολη ήξεραν.

Και σε κάποιον τροχονόμο που έκανα το ίδιο ερώτημα, την ίδια απάντηση  μου έδωσε. Την έχω ακουστά έλεγε, αλλά δεν ήξερε να μου πει ούτε και προς τα πού έπεφτε η Ηλιούπολη. Αλά κι ένα ταξί που σταμάτησα στο τέλος και του ζήτησα να του πληρώσω την διαδρομή και να με πάει στην Ηλιούπολη ακολουθώντας τον, μου το αρνήθηκε λέγοντας.

Σάμπως ξέρω κι εγώ πού είναι, για να σε πάω; Απηύδησα όπως καταλαβαίνετε, αναζητώντας τρόπο να φτάσω στην Ηλιούπολη και τα παιδιά μου όπως και η ενενηντάχρονη γιαγιά μας έσκασαν από την ζέστη, μέχρι που βρέθηκε τελικά ένας καλοπροαίρετος άνθρωπος, ο οποίος και μου είπε να τον ακολουθήσω όταν άκουσε το ερώτημά μου.

Ακλουθώντας το αυτοκίνητό του λοιπόν, μετά από πολλές διαδρομές μια πάνω, μια κάτω, μέσα σ’ αυτήν την αλλόκοτη πόλη, μου έδειξε επιτέλους έναν δρόμο λέγοντας μου. Ακολουθώντας αυτόν τον δρόμο και μετά από αρκετή διαδρομή, θα βγεις σε μια διασταύρωση, όπου και θα δεις την ταμπέλα που γράφει Ηλιούπολη. Θα κάνεις αριστερά μετά από τα πρώτα φανάρια και μετά από λίγο θα βρεθείς στο κέντρο της.

Δεν ήξερα πόσο μακριά έπρεπε να πάω ακολουθώντας εκείνο τον δρόμο, γι’ αυτό και σταμάτησα σε ένα περίπτερο να ρωτήσω αν έχω πολύ δρόμο ακόμη ή όχι, για την διασταύρωση που μου είπε εκείνος ο άνθρωπος ότι θα συναντούσα.

Μόλις την πέρασες έλεγε ο περιπτεράς. Κάνε αριστερά από δω πρόσθεσε και θα βγεις στα φανάρια που σου είπε ο άλλος. Από εκεί και μετά, θα κάνεις δεξιά και στα εφτακόσια μέτρα περίπου, θα δεις την ταμπέλα που γράφει Ηλιούπολη. Θα κάνεις αριστερά στα επόμενα φανάρια και μετά θα φτάσεις εκεί που θέλεις να πας.

Ευχαρίστησα τον περιπτερά όπως έπρεπε κι αφού συνάντησα τα πρώτα φανάρια έκανα αριστερά όπως μου είπε, αλλά και συμβουλευόμουν τον χιλιομετριτή του αυτοκινήτου μου, μη τυχόν κι απομακρυνθώ από τα επτακόσια μέτρα.

Ο δρόμος που μου έδειξε όμως και μου είπε να κάνω δεξιά στα φανάρια του, ήταν μεγάλης κυκλοφοριακής κίνησης και αυτή με ανάγκαζε να τρέχω ακολουθώντας το ρεύμα του δρόμου, μόνο που κάθε τόσο κοιτούσα τον χιλιομετριτή από φόβο, μη τυχόν και ξεπεράσω τα επτακόσια μέτρα.

Δεν πρόλαβα να κάνω όμως τα πρώτα εκατό πενήντα μέτρα και είδα την ταμπέλα να γράφει Ηλιούπολη με τόξο προς τα αριστερά μου. Τρελάθηκα. Μα ούτε και τα μέτρα έλεγα, δεν μπορούν να υπολογίσουν σωστά εδώ; Έτσι όπως έτρεχα λοιπόν, δεν ήταν δυνατόν να σταματήσω και να στρίψω αριστερά όπως έπρεπε, γι’ αυτό και μόλις είδα μια πρασιά ανάμεσα σε δύο πολυκατοικίες, μπήκα μέσα και στα γρήγορα έκανα όπισθεν και μπήκα ανάποδα στο ρεύμα, τρέχοντας να προλάβω τα φανάρια, πριν ανάψουν αυτά πράσινα για τους απέναντι μου οδηγούς, ώστε να στρίψω δεξιά σύμφωνα με την ταμπέλα.

Δεν τα πρόλαβα όμως, γι’ αυτό κι άκουσα ένα σορό από τους οδηγούς, όταν με είδαν να κουνούμε αντίθετα στο ρεύμα. Σταμάτησαν τελικά αυτοί προκειμένου να καβαλήσω εγώ το διάζωμα και να κάνω δεξιά μου από κει που ήμουν, ενώ τους έλεγα κι εγώ άλλα τόσα από όσα άκουσα, αφού δεν υπήρχαν πουθενά ταμπέλες, που να οδηγούν εμένα που ήμουν ξένος οδηγός προς την περιοχή.

Αφού δεν υπήρχαν πουθενά ταμπέλες λοιπόν, πως ήταν δυνατόν να πάω εγώ σε μια περιοχή που δεν ήξερα και πως ήταν δυνατόν να πλησιάσω χωρίς αυτές στην διεύθυνση της Ηλιούπολης που ήθελα να φτάσω; Υπήρχε ωστόσο μια ταμπέλα όπως μου είπαν οι συγγενείς μας όταν φτάσαμε τελικά, η οποία βρισκόταν σε κάποιο σημείο του δρόμου μπαίνοντας στην Αθήνα. Αυτήν την είδα, αλλά έγραφε προς Καρέα και αυτήν έπρεπε να ακολουθήσουμε για να φτάσω ποιο εύκολα στην Ηλιούπολη, μόνον που δεν ήξερα την ιδιαιτερότητά της.

Αναφερόταν δηλαδή ο Καρέας, αλλά δεν υπήρχε καμιά αναφορά για την Ηλιούπολη. Κι αυτή πάλι, ήταν τότε τόσο χαμηλά τοποθετημένη όπως μας έλεγαν οι συγγενείς μας, που δεν ήταν δυνατόν να την δει κάποιος που δεν ήξερε πού να την ψάξει. Μετά κι από αυτήν την περιπέτεια στην Αθήνα, πήραμε το κλειδί μας και με αυτό στο χέρι, πηγαίναμε στο χωριό που ψάχναμε να βρούμε στην περιοχή της κωμόπολης με το όνομα Ζαχάρω.

Σταματήσαμε για ένα καφέ όμως σε κάποιο σημείο της διαδρομής μας κι όπως έπρεπε, αφήσαμε το τζιπάκι μας στην σκιά κι έξω από την καφετέρια, γιατί στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μας κοιμόταν ο μικρός μας Νικολάκης, ο οποίος έγινε θέαμα στους περαστικούς, από τον τρόπο που κοιμόταν.

Αφού ήπιαμε τον καφέ μας και μετά λοιπόν, ξεκινήσαμε και πάλι για τον προορισμό μας, αλλά και δεν αργήσαμε να φτάσαμε στο χωριό και στο σπίτι που μας περίμενε. Το ανοίξαμε σαν καλοί νοικοκύρηδες κι όπως έρεπε, τακτοποιήσαμε στα γρήγορα τα πράγματα μας.

Αμέσως μετά καθίσαμε έξω στην βεράντα του σπιτιού, για να δούμε που ήμασταν και πως ήταν ο νέος χώρος των διακοπών μας. Δεν είχε βέβαια τίποτε εκεί που να μας θυμίζει τις διακοπές όπως εμείς τις ξέραμε, αλλά αφού εγκατασταθήκαμε στο σπίτι μας κι αφού ήμασταν αποφασισμένοι να χαρούμε την παραμονή μας σε κείνο το χωριό, πέσαμε με τα μούτρα στην δουλειά για να καθαρίσουμε τον περιβάλλοντα χώρο του σπιτιού από τα χόρτα, τα οποία είχαν κατακλείσει τις αυλές του.

Εκείνο το χωριό όμως με τα δέκα σπίτια και τους φιλόξενους κατοίκους του, αν και ήταν παραθαλάσσιο, ήταν κτισμένο τετρακόσια μέτρα περίπου μακριά από την ακτή και οι ωραίοι αμμόλοφοι που ήταν μπροστά μας, δεν μας επέτρεπαν να βλέπουμε την θάλασσα.

Έξω από το σπίτι μας όμως, υπήρχε μια πολύ μεγάλη και υπερυψωμένη από τον κεντρικό χωματόδρομο του χωριού βεράντα, την οποία σκίαζε τόσο καλά μια μουριά, που δεν μας έκανε διάθεση να την εγκαταλείψουμε και να πάμε περπατώντας κάτω από τον καυτό ήλιο όλη εκείνη την απόσταση των τετρακοσίων μέτρων, για να κάνουμε μπάνιο στην θάλασσα.

Χάριν των παιδιών όμως, καθημερινά το κάναμε αυτό και δύο φορές την ημέρα μάλιστα κι επειδή δεν είχαμε τι άλλο να κάνουμε όλη την ημέρα σε κείνο το σπίτι, κάναμε ολοήμερες εκδρομές σε όλη την Πελοπόννησο κι έτσι, χωρείς καθόλου να μας κουράζει, κάναμε εκείνο το καλοκαίρι πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα για να θαυμάσουμε της ομορφιές της Πελοποννήσου.

Από τότε και μετά πάντως, σχεδόν κάθε καλοκαίρι πηγαίναμε εκεί για τις διακοπές μας.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *